Κοινωνικές τάξεις και έμφυλες διακρίσεις

Γράφει ο Βαγγέλης Αντωνιάδης

α) Εισαγωγή

Στην παρακάτω εργασία και με άξονα τον διάλογο για την κοινωνική τάξη και το κοινωνικό φύλο πρόκειται να αναλυθούν οι βασικές διαστάσεις των κοινωνικών διαχωρισμών.

Πιο συγκεκριμένα και με αφετηρία τις διαφορετικές θεωρήσεις των Μαρξ και Βέμπερ για τις κοινωνικές τάξεις και τα κοινωνικά στρώματα αλλά και τις νεότερες θεωρήσεις των κοινωνικών φαινομένων που άλλοτε εστιάζουν στις ταξικές θέσεις όπως εκείνη του Ράιτ και άλλοτε προσεγγίζουν τις εργασιακές ομάδες όπως εκείνη Γκολντθορπ.

Ακολούθως θα αναλυθεί η θεμελιώδης για την σύγχρονη κοινωνιολογία διάκριση ανάμεσα στις έννοιες του βιολογικού και του κοινωνικού φύλου και τέλος θα εστιάσουμε στις δυνατότητες που παρέχουν οι δύο έννοιες για την ανάλυση των σύγχρονων διεργασιών και μεταβολών και κυρίως ανισοτήτων που αναδύονται στις σύγχρονες κοινωνίες.

β) Ο Μαρξ για τις κοινωνικές τάξεις

Ο Μαρξ με εργαλείο ανάλυσης την θεμελιώδη γι αυτόν έννοια της κοινωνικής τάξης εστίασε στην μελέτη των οικονομικών σχέσεων στις βιομηχανικές κοινωνίες που χαρακτηρίζονται από την εκμετάλλευση.

Νομοτελειακά για την μαρξιστική ανάλυση η έννοια της κοινωνικής τάξης αντικατοπτρίζει τις οικονομικές ανισότητες ανάμεσα σε αυστηρά οριοθετημένες από την οικονομική τους κατάσταση, κοινωνικές ομάδες που ορίζονται με κύριο γνώμονα την ιδιοκτησία.

Σύμφωνα με τον Γερμανό κοινωνιολόγο η βασική διάκριση στις καπιταλιστικές κοινωνίες αφορά όσους έχουν στην κατοχής τους τα μέσα παραγωγής και εκείνους που καταβάλουν εργατική προσπάθεια στην παραγωγική διαδικασία. Κατάσταση που χαράσσει μία διαιρετική τομή ανάμεσα στην εργατική και την αστική τάξη. Ενώ οι όποιες άλλες κοινωνικές συσσωματώσεις που δυνητικά υφίστανται στις βιομηχανικές κοινωνίες αποτελούν απλά κατάλοιπα άλλων περιόδων που νομοτελειακά θα εκλείψουν λόγω της εκτεταμένης πόλωσης ανάμεσα στις δύο βασικές τάξεις. Επομένως οι σχέσεις εξουσίας που διαμορφώνονται στις βιομηχανικές κοινωνίες δομούνται με βάση την κοινωνική πυραμίδα. Παράλληλα οι κοινωνικές τάξεις αποτελούν αντανάκλαση σχέσεων εκμετάλλευσης ιδιοκτησία και οι εξουσίες που απορρέουν από την διοικητική γραφειοκρατία καθορίζουν με απόλυτο τρόπο τις συμπεριφορές της άρχουσας αστικής τάξης και άλλων κοινωνικών δρώντων με σκοπό την επιβίωση του καπιταλιστικού συστήματος.

γ) Ο Βέμπερ για την κοινωνική θέση

Μερικώς ανταγωνιστική και μερικώς συμπληρωματική με τις απόψεις του Μαρξ υπήρξε η θεωρία του Βέμπερ που επιχειρούσε να εισάγει στην κοινωνιολογία μεθόδους περιγραφής της κοινωνικής διαστρωμάτωσης οι οποίες δεν προερχόταν από τον ταξικό διαχωρισμό αλλά την κοινωνική θέση. Στην ουσία ο Βέμπερ προσθέτει στον ταξικό διαχωρισμό του Μάρξ τα μεσαία κοινωνικά στρώματα και εστιάζοντας στην εξατομίκευση υποστηρίζει πως τα μέλη τους αρνούνται να ταυτιστούν με το εργατικό προλεταριάτο, ενώ δεν ανήκουν στην άρχουσα αστική τάξη. Οι συνειδητές κοινωνικές ομάδες της βεμπεριανής ανάλυσης με κοινό παρανομαστή την κοινωνική θέση έχουν κοινά καταναλωτικά και κοινωνικά πρότυπα που διαμορφώνονται μέσω ενός ενιαίου τρόπου ζωής και μίας παράλληλης αίσθησης κοινής ταυτότητας.

Η βεμπεριανή προσέγγιση της διάρθρωσης των κοινωνικών ανισοτήτων άμβλυνε τα προβλήματα που δημιούργησε η αυστηρά υλιστική μαρξιστική θεώρηση για την συγκρότηση των τάξεων καθώς ο Βέμπερ κινήθηκε στην αναλυτική του προσπάθεια με άξονα την κατανάλωση και την παραγωγή όπως ο Μαρξ. Στην ουσία θεμελιώδες σημείο διάκρισης για τον Βέμπερ υπήρξε η έννοια των προνομίων καθώς διαχώρισε τις κοινωνικές συσσωματώσεις σε εκείνες που κατέχουν ιδιοκτησία και διαθέτουν κεφάλαιο, τις εμπορικές τάξεις και όπως κατέχουν αγαθά, υπηρεσίες και δεξιότητες που μπορούν να αντληθούν από την αγορά. Στον αντίποδα τα αρνητικά προνόμια σχετίζονται με τους ανελεύθερους δηλαδή τους δουλοπάροικους , τους απόρους και τις μάζες των εργατών.

Σταδιακά έγινε προφανές πως οι μονοδιάστατες ταξικές αναλύσεις ήταν ανεπαρκείς για να σκιαγραφήσουν την κοινωνική κινητικότητα, τις κοινωνικές ανισότητες και τις κοινωνικές μεταβολές. Ενώ υπήρξαν ανεπαρκείς για να αναλύσουν συλλογικές και ατομικές συμπεριφορές και άλλα ευρύτερα χαρακτηριστικά που παρατηρούνται στο εσωτερικό των κοινωνιών.

Αναμφίβολα οι ανισότητες με όλα όσα συνεπάγονται διαμορφώνουν με τρόπο καθοριστικό τους κοινωνικούς συσχετισμούς. Καθώς νομοτελειακά η κοινωνική τάξη, το φύλο και άλλοι παράγοντες που δυνητικά επενεργούν στις κοινωνίες προκαλούν ανισότητες και ταυτόχρονα προδιαθέτουν διαφορετικές σχολές ιδεολογικής προσέγγισης της κοινωνικής πραγματικότητας και των διεργασιών στο εσωτερικό των κοινωνιών.

δ) Ανισότητες και κοινωνικές μεταβολές

Σταδιακά έγινε προφανές πως οι μονοδιάστατες ταξικές αναλύσεις ήταν ανεπαρκείς για να σκιαγραφήσουν την κοινωνική κινητικότητα, τις κοινωνικές ανισότητες και τις κοινωνικές μεταβολές. Ενώ υπήρξαν ανεπαρκείς και ως προς την ανάλυση συλλογικών και ατομικών συμπεριφορών και άλλα ευρύτερα χαρακτηριστικά που παρατηρούνται στο εσωτερικό των κοινωνιών.

Αναμφίβολα οι ανισότητες με όλα όσα συνεπάγονται διαμορφώνουν με τρόπο καθοριστικό τους κοινωνικούς συσχετισμούς. Καθώς νομοτελειακά η κοινωνική τάξη, το φύλο και άλλοι παράγοντες που δυνητικά επενεργούν στις κοινωνίες προκαλώντας ανισότητες και ταυτόχρονα προδιαθέτουν διαφορετικές σχολές ιδεολογικής προσέγγισης στο εσωτερικό των κοινωνιών.

ε) Η έννοια του κοινωνικού φύλου

Στην πορεία του χρόνου αμφισβητήθηκε έντονα η άποψη πως οι βιολογικές διαφορές αποτελούν μία νομοτελειακή ετερότητα για τις κοινωνίες. Ειδικά το φεμινιστικό κίνημα προχώρησε σε μια σαφή διάκριση ανάμεσα στο βιολογικό φύλο που αναφέρεται αποκλειστικά στις γεννετήσιες διαφορές ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες θέτοντας στον αντίποδα το κοινωνικό φύλο που αποτελεί πολιτισμικό όρο με ισχυρές αναφορές στους διαφορετικούς ρόλους γυναικών και ανδρών στις κοινωνίες. Οι έμφυλες διαφορές ουσιαστικά διαμορφώνονται μέσα από τα παραδοσιακά στερεότυπα του ανδρισμού και της θηλυκότητας.

Η έννοια του κοινωνικού φύλου διαμορφώνει το πλαίσιο βαθύτερης ανάλυσης των ποικίλων αιτιών κοινωνικών ανισοτήτων. Αναμφίβολα η κοινωνική τάξη, το κοινωνικό φύλο και άλλοι παράγοντες ανισότητας που δυνητικά επενεργούν στις κοινωνίες και παράλληλα προδιαθέτουν σε συγκεκριμένες ιδεολογικές σχολές ερμηνείας της κοινωνικής πραγματικότητας αλλά και διαφορετικές κοσμοθεωρίες και επομένως σε διαφορετικές μορφές συμπεριφοράς, τα κοινωνικά υποκείμενα και τις κοινωνικές ομάδες. Επομένως οι ταξικές και έμφυλες διαφορές συνδυαστικά διαμορφώνουν τους κοινωνικούς συσχετισμούς.

στ) Κοινωνικό φύλο: Συμβατική και σύγχρονη εννοιολόγηση

Ίσως ο πλέον χαρακτηριστικός εκφραστής της έννοιας του κοινωνικού φύλου ο Γκόντθορπ που σε μία εποχή μετάβασης σε νέες κοινωνιολογικές προσεγγίσεις αναδιαμόρφωσε την συμβατική προσέγγιση που όριζε αυστηρά πως οι ταξικές θέσεις των οικογενειών τοποθετούνται αυστηρά από την ταξική θέση των ανδρών εισάγοντας στην κοινωνιολογική έρευνα τον αχαρτογράφητο μέχρι εκείνη την στιγμή αλλά σαφώς υπαρκτό παράγοντα της κοινωνικής κινητικότητας των γυναικών μετά τον γάμο.

Παράλληλα επισημαίνει διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα καθώς οι γυναίκες παρουσιάζουν πιο συχνά καθοδική κινητικότητα μετά τον γάμο. Τέλος σε σχέση με την έννοια της κυριαρχικής προσέγγισης που εξετάζει το ποιον από τους δύο συζύγους αφορά η κυρίαρχη για τον συζυγικό βίο και την οικογένεια δέσμευση συμμετοχής στην αγορά εργασίας, υπογραμμίζει συχνά με τρόπο εμφατικό σημαντικές διαφοροποιήσεις που σχετίζονται με την ταξική θέση των γυναικών.

Ήδη από την εποχή της δημοσίευσης της η συμβατική ανάλυση του Γκόντθορπ έτυχε σημαντικής θεωρητικής υποστήριξης όμως έγινε ταυτόχρονα και αντικείμενο σφοδρής κριτικής.

Πιο συγκεκριμένα τον θεμελιώδη ισχυρισμό του Γκόλντθορπ με βάση τον οποίο οι υποδιέστερες κοινωνικές θέσεις των γυναικών απλά αποτελούν αντανάκλαση της οικογενειακής ιεραρχίας και κυρίως της καθοριστικής επιρροής των ανδρών στις διεργασίες σχηματισμού των κοινωνικών τάξεων. Αποδόμησε η Στάνουορθ υποστηρίζοντας πως αυτές οι προσεγγίσεις παραβλέπουν ζητήματα βαρύνουσας σημασίας όπως η λειτουργία αλλά και ο ευρύτερος ρόλος της αγοράς εργασίας για τον γυναικείο πληθυσμό, οι διαδικασίες διαμόρφωσης των κοινωνιών συσχετισμών ανάμεσα στις έμφυλες ταξικές θέσεις, την οικιακή εργασία την οποία προσφέρουν κυρίως οι παντρεμένες γυναίκες στο περιβάλλον που διαμορφώνει η πυρηνική οικογένεια. Θεωρώντας πως όλοι αυτοί οι υποτιμημένοι από τους κλασικούς κοινωνιολόγους παράγοντες καθορίζουν με τρόπο αποφασιστικό τις σχέσεις ατόμων και οικογενειών στις σύγχρονες κοινωνίες.

Προεκτείνοντας τις παραπάνω απόψεις η Ουάλμπυ υποστήριξε πως η οικιακή εργασία αποτελεί μία ιδιαίτερη μορφή εργασίας που αποκρύπτεται από τις συμβατικές μελέτες που χρησιμοποιούν την οικογένεια και όχι τα άτομα ως εργαλείο ανάλυσης.

Το φιλελεύθερο περιεχόμενο της παγκοσμιοποίησης οδήγησε στην κατασκευή ενός τρίτου πυλώνα για την μελέτη του κοινωνικού φύλου. Χαρακτηριστική η περίπτωση της Γιανγκ που διατύπωσε την άποψη πως ο καπιταλισμός επιβάλλει την ένταξη γυναικών στην αγορά εργασίας δίχως να έχει δημιουργήσει τις κοινωνικές δομές που θα επέτρεπαν στις μητέρες να εργαστούν απρόσκοπτα. Γεγονός που δημιούργησε ένα διεθνή καταμερισμό εργασίας ανάμεσα στις γυναίκες που χαράσσει μία σαφή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε <<κυρίες>> και << υπηρέτριες>>. Οι υπηρέτριες είναι κυρίως μετανάστριες που εργάζονται ως υπηρετικό προσωπικό στα πλαίσια κυρίως της παραοικονομίας, ώστε οι << κυρίες>> να έχουν θεωρημένες μορφές εργασίας στην νόμιμη οικονομία. Με αποτέλεσμα η ένταξη γυναικών στην αγορά εργασίας να οξύνει τις ταξικές διαφοροποιήσεις καθώς οι μορφωμένες γυναίκες της μεσαίας τάξης καταλαμβάνουν σημαντικές θέσεις εργασίας απασχολώντας με την σειρά τους γυναίκες περιορισμένων προσόντων ως υπηρέτριες.

Η μελέτη των συμπερασμάτων της έρευνας των Francis και Skelton για την σημασία του κοινωνικού φύλου στην βρετανική εκπαίδευση, διαπιστώνει πως τα κορίτσια της εργατικής τάξης παρά την σημαντική πρόοδο που σημείωσαν στις σχολικές τους επιδόσεις στην διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, απότυχαν να διαπεράσουν τα στεγανά της βρετανικής εκπαίδευσης. Ενώ μέσα από την ίδια έρευνα έγινε εμφανές πως η πλειοψηφία των κοριτσιών που προερχόταν από την εργατική τάξη και πέτυχαν σημαντικές σχολικές επιδόσεις, ήταν παιδιά που διέφεραν από την μεγάλη πλειοψηφία των μελών του οικογενειακού και ευρύτερα κοινωνικού τους περιβάλλοντος. Γεγονός που αποδεικνύει πως η μεσαία τάξη δεν αποτελεί ενιαίο στρώμα με κοινά χαρακτηριστικά.

Στην πορεία του χρόνου η αρχική θεωρία του Μαρξ για τις κοινωνικές τάξεις κρίθηκε ανεπαρκής για να αναλύσει τις διεργασίες στις σύγχρονες κοινωνίες. Η πρώτη απόπειρα αναθεώρησης της έγινε από τον Wright ο οποίος φρόντισε να εντάξει στις αναλύσεις του τις νέες υπό διαμόρφωση μεσαίες τάξεις, που προσδιορίζονται ως οι τάξεις που κινούνται ανάμεσα στους καπιταλιστές και την εργατική τάξη, όπως διευθυντικά στελέχη, ελεύθεροι επαγγελματίες, επιστήμονες. Σύμφωνα με τον Wright βασικό χαρακτηριστικό αυτών των ιδιόρρυθμων κοινωνικών δρώντων. Αποτελεί η παράλληλη δυνατότητα ελέγχου τόσο της συσσώρευσης κεφαλαίων όσο και των επενδύσεων των μέσων παραγωγής και της εργατικής δύναμης.

Ταυτόχρονα ο Ράιτ εστιάζει στην θέση των γυναικών στην κοινωνική διαστρωμάτωση υπερτονίζοντας ζητήματα όπως την απόκτηση αλλά και την διανομή πόρων ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες, την κοινωνική θέση των γυναικών που δεν εργάζονται και το ζήτημα της θεώρησης των γυναικών ως μία ξεχωριστή κοινωνική τάξη.

Παρόλα αυτά ο Wright αρνείται να αποδεχτεί τις έμφυλες διαφορές ως κριτήριο που καθορίζει την κοινωνική διαστρωμάτωση, όμως αναγνωρίζει την σημασία τους στην διαδικασία διάρθρωσης της κοινωνίας.

Κατά την ύστερη πιο ώριμη στοχαστική του περίοδο ο Ράιτ αναθεώρησε τις αντιλήψεις του για την ταξική διάρθρωση εισάγοντας στην κοινωνιολογία ένα νέο αναλυτικό σχήμα που περιλαμβάνει την έννοια του κοινωνικού φύλου ως μία διαμεσολαβούμενη ταξική θέση, που βρίσκεται στον αντίποδα της άμεσης ταξικής θέσης που σχετίζεται με την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και την απασχόληση.

Ο Πάρκιν στο έργο του επικέντρωσε στην θεμελιώδη έννοια της << κοινωνικής περιχαράκωσης>> εστιάζοντας ταυτόχρονα στον αποφασιστικό ρόλο των κοινωνικών σχέσεων της εξουσίας και της δράσης, που οδηγούν σε διάφορες εκδοχές κοινωνικού αποκλεισμού. Αντικαθιστώντας την έννοια της κοινωνικής θέσης , ο Πάρκιν χρησιμοποίησε ως εργαλείο για την ανάλυση του, την βαθύτερη σχέση ανάμεσα στο φύλο και την κοινωνική διαστρωμάτωση από την οπτική της κοινωνικής τάξης. Υποστήριξε παράλληλα πως η ένταξη των γυναικών στην αγορά εργασίας επηρέασε έστω και οριακά την κοινωνική σύνθεση της ταξικής διαστρωμάτωσης που μέχρι την εποχή εκείνη ήταν ανδροκρατούμενη.

ζ) Οι ενδιάμεσες προσεγγίσεις

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο Μαν επιχειρώντας να εντάξει στην κοινωνιολογική μελέτη μία ενδιάμεση συνδυαστική θέση ενιαίας θεώρησης κοινωνικού φύλου και κοινωνικής διαστρωμάτωσης που βρέθηκε σε πλήρη αντιδιαστολή με την σαφή διαιρετική τομή ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό χώρο που προέταξαν οι μονοδιάστατες συμβατικές αναλύσεις που εστίαζαν στις πατριαρχικές κοινωνίες και την παραδοσιακή τους δομή.

Σύμφωνα με τον Μαν το κοινωνικό φύλο και η κοινωνική τάξη αλληλεπιδρούν συχνά με απόλυτο τρόπο συνθέτοντας μία ενιαία έννοια, δημιουργώντας μια πολυσύνθετη κοινωνική τάξη.

Παράλληλα ο Μαν υποστηρίζει πως στα πλαίσια αυτής της ανάλυσης είναι αδύνατον να διαπιστωθεί ποιος από τους δύο παράγοντες έχει ισχυρότερη επίδραση στις κοινωνικές διεργασίες καθώς η διαστρωμάτωση είναι έμφυλη και το κοινωνικό φύλο σαφώς στρωματοποιημένο.

η) Aνάμεσα στις δύο προσεγγίσεις: Παραδοσιακή προσέγγιση ή σύγχρονες αναλύσεις

Δίχως να διαγράψει κανείς τις συμβατικές θεωρήσεις των Μαρξ και Βέμπερ που άλλωστε αποτελούν και την αφετηρία της κοινωνιολογίας. Οι σύγχρονες προσεγγίσεις αναμφίβολα αποτυπώνουν σε μεγαλύτερο βαθμό τις διεργασίες στις κοινωνίες του σήμερα καθώς αυτές χαρακτηρίζονται από σχετικά καινοφανή φαινόμενα όπως η ένταξη των γυναικών στην αγορά εργασίας που απαιτούν υψηλή εξειδίκευση . Αλλά και άλλα φαινόμενα φαινόμενα με διεθνικό χαρακτήρα όπως αυτό της μαζικής μετανάστευσης με τα πολυσύνθετα αίτια και χαρακτηριστικά της και την συνεπακόλουθη αλλά όχι πάντα ομαλή ένταξη των μεταναστών στις κοινωνίες και τον εργασιακό βίο άλλοτε με θεωρημένες άλλοτε με ανεπίσημες θέσεις εργασίας στην παραοικονομία. Και τέλος με την έντονη κινητικότητα των τελευταίων ετών που σημαδεύεται από την κατάρρευση της μεσαίας τάξης λόγω της πρωτόγνωρης σε ένταση και διάρκεια οικονομικής και κοινωνικής κρίσης που προκάλεσε η πανδημία. Και ανάτρεψε πλήρως την άποψη περί συνεχούς γραμμικής ανόδου της οικονομίας, των κοινωνιών και του βιοτικού επιπέδου.

θ) Συμπεράσματα

Οι δύο παραδοσιακές θεωρίες των Μαρξ και Βέμπερ εστιάζουν στις κοινωνικές ανισότητες αλλά και στις διαφορές ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις και τα κοινωνικά στρώματα.

Στην πορεία φάνηκε πως οι συμβατικές θεωρίες ήταν ανεπαρκείς για να αναλύσουν την διαστρωμάτωση και τις ευρύτερες διεργασίες στις σύγχρονες κοινωνίες.

Οι έννοιες του κοινωνικού και του βιολογικού φύλου ως σαφείς διακριτές ενότητες ανάδειξαν άλλες ανισότητες που αναδύθηκαν σταδιακά αποτελώντας καταλύτη για την ανάλυση των σύγχρονων κοινωνιών.

Είναι προφανές πως οι έννοιες της κοινωνικής τάξης και του κοινωνικού στρώματος αποτελούν συχνά, σχετικά αυτόνομες προσεγγίσεις των κοινωνικών συσσωματώσεων. Άλλωστε η θεωρία του κοινωνικού φύλου ακολούθησε χρονικά λειτουργώντας άλλοτε συμπληρωματικά τις περισσότερες φορές όμως ανταγωνιστικά με την έννοια της κοινωνικής τάξης και του κοινωνικού στρώματος. Δίχως συχνά η βαθιά διαιρετική τομή να αναιρεί πως αμφότερες οι κοινωνιολογικές μελέτες αποτελούν εξαιρετικά εργαλεία για την μελέτη των κοινωνικών ετεροτήτων των οποίων η ουσιαστική ανάλυση αναδεικνύει τις όψεις των διεργασιών και των μεταβολών που συντελούνται στις σύγχρονες κοινωνίες.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.