Ισπανία: Η πανδημία έφερε νόμο για την ευθανασία!

Γράφει η Σοφία Βούλτεψη

Με σχεδόν 50.000 νεκρούς, θύματα του κορωνοϊού, η ετερόκλητη συμμαχία που κυβερνά την Ισπανία έστειλε το πιο αμφιλεγόμενο μήνυμα για την παρούσα συγκυρία: Την περασμένη Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου, η Κάτω Βουλή άναψε το πράσινο φως για τη νομιμοποίηση της ευθανασίας! Με μακάβρια σπουδή, που οδήγησε πολλούς στη σκέψη ότι η ευθανασία έρχεται ως «απάντηση» στην κρίση.

Η επιλογή του χρόνου θεωρήθηκε ύποπτη. Και πολλοί αναρωτήθηκαν αν ήταν αυτή η κατάλληλη στιγμή για να ασχοληθεί με το θέμα το κοινοβούλιο, εν μέσω πανδημίας και μια μέρα ακριβώς πριν κλείσει για τις διακοπές των Χριστουγέννων – λες και δεν είχε άλλα θέματα να ασχοληθεί.

Ο νόμος, με τον οποίο η ευθανασία εντάσσεται στο εθνικό σύστημα υγείας, θα πάρει τώρα τον δρόμο για την Γερουσία, η οποία είτε θα τον εγκρίνει, είτε θα τον αναπέμψει για διορθώσεις. Ωστόσο, το σήμα είναι σαφές και συνδέεται τόσο με τις συζητήσεις περί επιλογής ασθενών που εισέρχονται στις ΜΕΘ, όσο και με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας να ερευνηθούν οι καταγγελίες πολιτών και συλλόγων που έχουν υποβάλει μηνύσεις για την διαχείριση της πανδημίας – ιδίως όσον αφορά στον υπερβολικά μεγάλο αριθμό νεκρών στους οίκους ευγηρίας.

Πολύ περισσότερο που η Βουλή δεν έκλεισε μόνο για τα Χριστούγεννα, αλλά θα παραμείνει κλειστή ως την τρίτη εβδομάδα του Φεβρουαρίου και πάντως δεν θα ανοίξει πριν από τις εκλογές της 14ης Φεβρουαρίου στην Καταλονία. Η μόνη περίπτωση να λειτουργήσει η Βουλή είναι την 23η ή την 29η Δεκεμβρίου, σε έκτακτη συνεδρίαση και με μοναδικό αντικείμενο την έγκριση του προϋπολογισμού. Ως γνωστόν, η Ισπανία λειτουργεί χωρίς προϋπολογισμό εδώ και δύο χρόνια, διότι ο Ιγκλέσιας διαφωνεί με τον πρωθυπουργό που στηρίζει!

«Ενωμένο έθνος με 17 σχέδια για τα Χριστούγεννα»

Η αντιπολίτευση, το Λαϊκό Κόμμα του Πάμπλο Κασάδο, κατηγόρησε τους συγκυβερνήτες Σάντσεθ και Ιγκλέσιας ότι έκλεισε για μεγάλο διάστημα τη Βουλή, αφήνοντας την διαχείριση της πανδημίας, που βρίσκεται σε πλήρη έξαρση, στις 17 αυτόνομες περιφέρειες, η κάθε μία από τις οποίες επιβάλλει διαφορετικά μέτρα.

Για «ένα ενωμένο έθνος με 17 σχέδια για τα Χριστούγεννα», μίλησε ο Κασάδο, κατηγορώντας τον Σάντσεθ ότι κρύβεται πάλι πίσω από τις Αυτονομίες, συνεχίζοντας να μην δίνει κοινά πρωτότόκολλα για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Όπως υπογράμμισε, «δεν είναι δυνατόν να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα ανάλογα με το αν οι γονείς μας ζουν στη Βαλένθια ή αν τα παιδιά μας σπουδάζουν στη Γαλικία».

«Οι Ισπανοί έχουν εγκαταλειφθεί στη μοίρα τους την ώρα που οι υπουργοί του Σάντσεθ βρίσκονται σε πόλεμο με τους υπουργούς του Ιγκλέσιας», είπε ο Κασάδο, υπενθυμίζοντας πως η στατιστική υπηρεσία ανεβάζει τον πραγματικό αριθμό των νεκρών σε 70.000.

Ο Κασάδο διαφώνησε και με τον νόμο για την ευθανασία. Όχι μόνο επειδή ειδικά αυτήν την περίοδο προκαλεί μακάβριους συνειρμούς και υποψίες, αλλά και για την ουσία.

Στο σύστημα υγείας η ευθανασία

Σύμφωνα με τον νόμο, το «δικαίωμα» (στην επιλογή ενός πολίτη να πεθάνει) εντάσσεται στα «οφέλη» (υπέρ του συστήματος υγείας)!

Ο νόμος ψηφίστηκε με 198 θετικές ψήφους (PSOE, Podemos, BNG, ERC, Junts per Catalunya, Más País, Bildu, PNV, CUP, Ciudadanos), 138 κατά (PP, Vox, UPN) και δύο αποχές (CDC και Teruel Existe). Με αυτόν η Ισπανία γίνεται η έκτη χώρα στον κόσμο και η τέταρτη στην Ευρώπη που νομιμοποιεί την ευθανασία.

Αλλά και η πρώτη που λαμβάνει τέτοια πρωτοβουλία εν μέσω φερέτρων και κρίσης κορωνοϊου!

Κατά την συζήτηση στο κοινοβούλιο, η εισηγήτρια από την πλευρά της κυβέρνησης, η σοσιαλίστρια Μαρία Λουίσα Καρθεντο, πρώην υπουργός υγείας, υποστήριξε πως ο νόμος αποτελεί «πρόοδο για τα πολιτικά δικαιώματα που απελευθερώνει τους πολίτες» και σε καμιά περίπτωση η ευθανασία δεν θα επιβάλλεται από την Πολιτεία – αυτό δα έλειπε, αν και μερικές πτυχές του δημιουργούν αμφιβολίες και επ’ αυτού.

«Είναι ο ασθενής που αποφασίζει, ο νόμος καθορίζει μόνο τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες ώστε να μπορεί να ασκηθεί αυτό το νέο δικαίωμα στον θάνατο», είπε.

Ομόφωνα διαφώνησε η Επιτροπή Βιοηθικής

Στις αιτιάσεις ότι δεν έλαβε υπόψη της την αρνητική γνώμη της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής, η Καρθέντο απάντησε πως… η Επιτροπή Βιοηθικής δεν είχε διαβάσει τον νόμο!

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Επιτροπή Βιοηθικής είχε ομόφωνα απορρίψει το νομοσχέδιο, υποστηρίζοντας πως «υπάρχουν ισχυροί λόγοι υγείας, αλλά και ηθικοί, νομικοί, οικονομικοί και κοινωνικοί για να απορρίψουμε τη μετατροπή της ευθανασίας σε υποκειμενικό δικαίωμα και σε όφελος υπέρ του Δημοσίου».

Από την πλευρά του, ο ίδιος ο υπουργός υγείας Σαλβαδόρ Ιλλά, επιβεβαίωσε ότι θα εργαστεί ώστε ο νόμος να ενσωματωθεί το ταχύτερο δυνατόν στο Εθνικό Σύστημα Υγείας.

Εκ μέρους του Λαϊκού Κόμματος, ο εισηγητής Χοσέ Ιγνάθιο Ετσάνιθ δήλωσε ότι «χωρίς καθολική πρόσβαση στην παρηγορητική θεραπεία, δεν υπάρχει δυνατότητα επιλογής, ούτε ελευθερία. Το μόνο που προσφέρεται στους ασθενείς είναι η ευθανασία». Όπως πολλοί είπαν στη Βουλή, στις χώρες όπου εφαρμόζεται η ευθανασία υπάρχουν μονάδες παρηγορητικής φροντίδας, ώστε ο ασθενής να έχει μπροστά του περισσότερες της μίας επιλογές.

«Το επίπεδο πολιτισμού και ωριμότητας μιας χώρας προσδιορίζεται από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τους πιο ευάλωτους. Η απάντηση με ευθανασία στο χρέος που η κοινωνία μας οφείλει στους ηλικιωμένους και τους εργαζόμενους στον τομέα της υγείας δεν φαίνεται να είναι ο καλύτερος τρόπος ευθύνης, αλληλεγγύης μεταξύ των γενεών ή της ελάχιστης κοινωνικής και πολιτικής αλληλεγγύης», δήλωσε ο εισηγητής του Λαϊκού Κόμματος.

Ήθελαν ευθανασία από τα… 16!

Αλλά ο προσανατολισμός ήταν διαφορετικός. Μάλιστα, πολιτικοί σχηματισμοί με ακραίο ή αποσχιστικό χαρακτήρα επιδίωκαν ακόμη πιο «τολμηρές» διατάξεις, φέρνοντας τροπολογίες ώστε, για παράδειγμα, την επέκταση του δικαιώματος σε ανηλίκους από 16 χρόνων και την απλοποίηση των διαδικασιών της Επιτροπής Αξιολόγησης!

Πάντως, με αυτόν το νόμο η Ισπανία εντάσσεται στον πολύ μικρό αριθμό χωρών που επιτρέπουν και την ευθανασία και την υποβοήθηση της αυτοκτονίας.

Το πρόβλημα είναι ότι στην Ισπανία, τόσο η ευθανασία όσο και η υποβοηθούμενη αυτοκτονία θα είναι επιλογές διαθέσιμες από το Εθνικό Σύστημα Υγείας όχι μόνο για τους ασθενείς που βρίσκονται στο τελικό στάδιο ανίατης ασθένειας. Λόγοι για την εφαρμογή της θα είναι και η αναπηρία ή μια ψυχική νόσος.

Κι’ αυτό, διότι ο νόμος προβλέπει ότι το δικαίωμα στην ευθανασία αναγνωρίζεται και σε άτομα με «χρόνια αναπηρία» ή που πάσχουν από «μια σοβαρή και ανίατη ασθένεια που προκαλεί ανυπόφορη σωματική ή ψυχική ταλαιπωρία».

Προβλέπεται επίσης ως προϋπόθεση να έχει δηλωθεί μόνιμη κατοικία για έναν τουλάχιστον χρόνο – κάτι που παραπέμπει στους οίκους ευγηρίας.

Ειδικά προβλέπεται ότι η ευθανασία μπορεί να διενεργηθεί τόσο σε ιδιωτικά κέντρα φροντίδας και ιδιωτικά νοσοκομεία, όσο και στο σπίτι.

Διαδικασίες εξπρές και εμπλοκή γιατρών

Και προβλέπονται και… διαδικασίες εξπρές. Ο μέγιστος χρόνος μεταξύ της αίτησης και της άδειας για διενέργεια της πράξης είναι μόνο 32 ημέρες!

Και κάτι εξίσου σοβαρό: Το αίτημα μπορεί να υποβληθεί από τον γιατρό στην περίπτωση που ο ασθενής δεν είναι σε θέση να ολοκληρώσει τις διαδικασίες. Δηλαδή το αίτημα θα μπορεί να υποβληθεί από τον γιατρό με έγγραφο που θα έχει προηγουμένως υπογραφεί από τον ασθενή.

Αλλά αν δεν είναι σε θέση να κάνει μόνος του ο ασθενής όλα τα βήματα, τότε, όπως υποστηρίζεται, θα μπορούσε απλά να βάλει την υπογραφή του κάτω από ένα έγγραφο που είτε δεν είναι σε θέση να διαβάσει, είτε δεν είναι σε θέση να αξιολογήσει.

Και κάτι ακόμη ως προς την υποβοηθούμενη αυτοκτονία: Σύμφωνα με τον νέο ισπανικό νόμο, η παροχή βοήθειας στην αυτοχειρία θεωρείται «θάνατος από φυσιολογικά αίτια»!

Αν δεν θέλεις να σκοτώσεις τον παππού…

Την ημέρα της ψηφοφορίας, στη Μαδρίτη οργανώθηκαν διαδηλώσεις με τους διαδηλωτές να υψώνουν σημαίες με κρανία και πανό που μεταξύ άλλων έγραφαν: «Πρέπει να φροντίζουμε αυτούς έχουν την ανάγκη μας, όχι να τους σκοτώνουμε». Και: «Αν δεν θέλεις να σκοτώσεις τον παππού με τα χέρια σου, γιατί το ζητάς από τον γιατρό;».

«Η ζωή εξαρτάται από τον Θεό, όχι από τον Πέδρο Σάντσεθ», είπε ένας ηλικιωμένος διαδηλωτής.

«Στο τέλος της ζωής μας γινόμαστε βάρος γι’ αυτούς, δεν θέλουν να ξοδεύουν χρήματα», είπε μια γυναίκα.

Την αντίθεσή της έχει διακηρύξει και η Ολομέλεια των Ιατρικών Συλλόγων της χώρας, με τον πρόεδρο Σεραφίν Ρομέρο να δηλώνει ότι «ένας νόμος δεν μπορεί να επιβάλει την ευθανασία ως ιατρική πράξη, διότι αυτό δεν υπάρχει στο DNA του ιατρικού λειτουργήματος. Στο DNA του είναι να θεραπεύει, να ανακουφίζει, να παρηγορεί». Προειδοποίησε μάλιστα ότι αν ο νόμος ψηφιστεί τελικά, θα αναλάβουν οι γιατροί να υπερασπιστούν το δικαίωμα στη ζωή.

Από την πλευρά τους, οι οργανώσεις υπέρ της επέκτασης της παρηγορητικής φροντίδας επιμένουν πως η ευθανασία είναι «η ευκολότερη λύση για ένα σύστημα υγείας που επηρεάζεται πολύ», καθώς «η ευθανασία είναι πολύ πιο φθηνή από την παρηγορητική φροντίδα».

Όπως αναφέρουν, πριν φθάσει στην απόφαση για ευθανασία, ο ασθενής πρέπει να έχει επιλογές, επειδή «η πραγματικότητα είναι ότι οι ασθενείς θέλουν να ζήσουν. Είναι πολύ σπάνια τα αιτήματα για ευθανασία. Δεν θέλουμε οι ασθενείς να βλέπουν εμάς τους γιατρούς ως δυνητικούς δολοφόνους. Ο νόμος απορρυθμίζει μια θεμελιώδη αρχή του ιατρικού επαγγέλματος και καταρτίστηκε χωρίς διαβούλευση μαζί μας».

Την διαφωνία της έχει εκφράσει και η Ισπανική Ψυχιατρική Εταιρία, που ζητά να γίνουν αλλαγές στο νόμο πριν φθάσει στη Γερουσία. Οι ψυχίατροι υποστηρίζουν πως, όπως είναι σήμερα ο νόμος, επιτρέπει να υποβληθούν σε ευθανασία και οι ψυχικώς πάσχοντες, για τους οποίους είναι αδύνατον να αποδειχθεί αν αυτό είναι πραγματικά η επιθυμία τους. Και επομένως, υπάρχουν κενά που οδηγούν σε αμφιλεγόμενες ερμηνείες.

Μια ύποπτη πρεμούρα

Πάντως, η πρεμούρα για την ψήφιση του νόμου μέσα στο χάος της πανδημίας αναπόφευκτα προκαλεί και «πονηρές» σκέψεις.

Ήδη από τον περασμένο Μάιο, όταν διαπιστώθηκαν υπερβολικά πολλοί θάνατοι στα γηροκομεία της Σουηδίας, της Ισπανίας και της Ιταλίας, υπήρξαν αποκαλύψεις για χρήση μορφίνης στους ηλικιωμένους. Και αυτή είναι μία από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν πρόσωπα κατά των οποίων στρέφονται οι μηνύσεις των συγγενών των θυμάτων.

Από τότε υποστηρίχθηκε ότι είχε εφαρμοστεί ένα σύστημα ευθανασίας ώστε να μην μεταφέρονται οι πιο αδύναμοι στα νοσοκομεία που ασφυκτιούσαν και ένας νόμος που επιτρέπει την ευθανασία θα αποτελέσει ένα – έστω και εκ των υστέρων – όπλο στα χέρια των κατηγορουμένων, οι οποίοι, σύμφωνα με τις καταγγελίες, είχαν δώσει τις σχετικές οδηγίες.

Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε ο ισπανικός Τύπος, πάνω από 20.000 άνθρωποι πέθαναν στα γηροκομεία κατά την πρώτη φάση της πανδημίας.

Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου

Κάθε άλλο παρά τυχαία, στις 18 Δεκεμβρίου, το Ανώτατο Δικαστήριο της Ισπανίας κάλεσε τα δικαστήρια να ερευνήσουν τους θανάτους των ηλικιωμένων στους οίκους ευγηρίας και να διαπιστώσουν αν οι θάνατοι αυτοί συνδέονται με πολιτικές ή διοικητικές αποφάσεις και αν αυτές οι αποφάσεις ήταν ποινικά κολάσιμες. Ζητά επίσης να ερευνηθεί αν είχαν παρασχεθεί τα αναγκαία μέτρα προστασίας και το αναγκαίο υλικό στα νοσοκομεία.

Προς το παρόν, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε 50 περίπου μηνύσεις κατά μελών της κυβέρνησης, με το σκεπτικό ότι δεν υπήρχαν αρκετά στοιχεία, τα οποία ωστόσο θα μπορούσαν να προκύψουν από την ανάκριση.

Άλλωστε, οι Ενώσεις των Οίκων Ευγηρίας της χώρας έχουν καταγγείλει ότι οι οδηγίες που είχαν λάβει άνωθεν ήταν τέτοιες – χορήγηση μορφίνης, μη μεταφορά στα νοσοκομεία – που αναπόφευκτα η χώρα έφθασε σ’ αυτό το οδυνηρό αποτέλεσμα.

Εκεί, λοιπόν, μένει ανοικτή μια πόρτα ώστε – μετά την έρευνα και τις καταθέσεις ιδιοκτητών και εργαζομένων στα γηροκομεία – να επεκταθεί η έρευνα και κατά διοικητικών και πολιτικών.

Οι μηνύσεις έχουν υποβληθεί από συνδικάτα, ενώσεις, επαγγελματικές οργανώσεις υγειονομικών και σωμάτων ασφαλείας, καθώς και από συγγενείς θυμάτων.

Σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο, όταν οι έρευνες των τοπικών δικαστικών ολοκληρωθούν, τότε οι υποθέσεις θα επιστρέψουν σ’ αυτό προκειμένου να κρίνει προς τα πού θα κατευθυνθεί η τελική έρευνα.

Στην απόφαση υπογραμμίζεται επίσης ότι η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να κατευθύνεται από την «συλλογική οργή», ούτε μπορεί όλες οι κοινωνικά κατακριτέες ενέργειες να θεωρηθούν εγκληματικές πράξεις. Αλλά όπως επίσης αναφέρθηκε, παρ’ όλα αυτά, όταν υπάρχουν στοιχεία, όλοι πρέπει να οδηγούνται ενώπιον των φυσικών δικαστών τους. Επομένως, αναφέρεται, ακόμη και αν μια υπόθεση έχει πάει στο αρχείο, μπορεί να ανασυρθεί μόλις προκύψουν νέα στοιχεία.

Στο επίκεντρο των καταγγελιών κατά πολιτικών προσώπων παραμένουν οι εκδηλώσεις για την Ημέρα της Γυναίκας, στις 8 Μαρτίου, που δεν απαγορεύθηκαν για καθαρά πολιτικούς λόγους.

Ωστόσο, το Ανώτατο Δικαστήριο υπογράμμισε ότι μια κατηγορία δεν μπορεί να είναι γενική και αόριστη, αλλά πρέπει να αποδειχθεί ότι υπήρχε αιτιώδης σχέση μεταξύ της αποσιώπησης των στοιχείων για την πανδημία και του ζημιογόνου ή θανατηφόρου αποτελέσματος. Πρέπει δηλαδή να αποδειχθεί ότι οι κυβερνητικές αποφάσεις οδήγησαν στην διάδοση του ιού. Και να αποδειχθεί πως αν δεν είχε κρατηθεί μυστική μια πληροφορία θα είχε αποφευχθεί ένας θάνατος.

Από την άλλη πλευρά, το Δικαστήριο έκανε δεκτές τις μηνύσεις εκπροσώπων των υγειονομικών και των σωμάτων ασφαλείας που καταγγέλλουν ότι εργάζονταν χωρίς τα κατάλληλα μέσα προστασίας και διατάσσει να γίνει έρευνα για να εντοπιστεί ποιοι ήταν αρμόδιοι για να παραδοθούν αυτά τα υλικά, ώστε οι εργαζόμενοι να παρέχουν με ασφάλεια τις υπηρεσίες τους.

Έχουν ήσυχη τη συνείδησή τους

Αλλά το σημείο από όπου θα αρχίσει να ξετυλίγεται το κουβάρι των ευθυνών είναι τα γηροκομεία. Σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο πρέπει να ερευνηθεί άμεσα κατά πόσον αυτοί οι θάνατοι ευάλωτων ανθρώπων συνδέονται με κεντρικές αποφάσεις διαχείρισης της κρίσης, καθώς από τη φύση της η κατάσταση απαιτούσε την διενέργεια ιατρικών πράξεων στα νοσοκομεία.

Η κυβέρνηση, δια της πρώτης αντιπροέδρου Κάρμεν Κάλβο, απάντησε πως όλα τα μέλη της κυβέρνησης έχουν ήσυχη την συνείδησή τους, καθώς έπραξαν «από το πρώτο λεπτό» ό,τι έπρεπε για να προστατευτεί ο πληθυσμός.

Ωστόσο, η σπουδή με την οποία ψηφίστηκε ο νόμος για την ευθανασία, δημιουργεί σοβαρές υπόνοιες ενόψει των δικαστικών εξελίξεων.

Οι παρενέργειες του νόμου

Έχει αποδειχθεί ότι νόμοι και δικαστικές αποφάσεις δημιουργούν μια «κουλτούρα ευθανασίας» με υπόβαθρο τη νομιμότητα

Για παράδειγμα, στις 20 Νοεμβρίου, στη Γερμανία ένας γιατρός που εργαζόταν στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της πόλης Έσεν συνελήφθη με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας, καθώς φέρεται ότι σκότωσε με θανατηφόρο ένεση δύο βαριά πάσχοντες από Covid-19.

Ο γιατρός ομολόγησε, λέγοντας ότι ήθελε να γλιτώσει τον ασθενή και τους συγγενείς του από τη δοκιμασία τους. Υποστήριξε επίσης ότι προηγουμένως είχε ενημερώσει τους συγγενείς των ασθενών του – κάτι που δεν είναι εύκολο να αποδειχθεί αν η συναίνεση είναι προφορική.

Στη Γερμανία, με βάση περσινή δικαστική απόφαση, οι ασθενείς μπορούν να ζητήσουν βοήθεια για να θέσουν τέλος στη ζωή τους. Πλην όμως, στη χώρα υπάρχει μεγάλη ευαισθησία επί του θέματος λόγω του ναζιστικού παρελθόντος και της εφαρμογής της «ευγονικής», με την ανάμιξη των γιατρών των Ναζί.

Ο Μένγκελ και ο… Μένγκελε

Γι’ αυτό και όταν πριν από μερικές μέρες ένας διευθυντής κλινικής στη Σαξονία δήλωσε πως πλέον γίνεται επιλογή ασθενών που θα διασωληνωθούν, λόγω της υπερφόρτωσης των νοσοκομείων, οι διαψεύσεις έπεσαν βροχή τόσο από τον πρωθυπουργό του κρατιδίου, όσο και από το Ινστιτούτο Ρόμπερτ Κοχ.

Ο Ματίας Μένγκελ (αναπόδραστος ο συνειρμός με τον παρανοϊκό δόκτορα Μένγκελε του ναζιστικού καθεστώτος), είχε δηλώσει σε μια τηλεδιάσκεψη με πολίτες πως οι γιατροί του νοσοκομείου του αναγκάστηκαν ήδη πολλές φορές να «επιλέξουν» ποιοι ασθενείς θα διασωληνωθούν, καθώς δεν επαρκούσαν οι κλίνες.

Και επέμεινε και σε μια συνέντευξή του: «Τις τελευταίες ημέρες βρισκόμαστε αρκετές φορές στην κατάσταση να πρέπει να αποφασίσουμε ποιος θα πάρει οξυγόνο και ποιος όχι».

Αμέσως, η Γερμανική Διεπιστημονική Ένωση Εντατικής Θεραπείας και Επείγουσας Ιατρικής και η Ομάδα COVRIIN του Ινστιτούτου Ρόμπερτ Κοχ, εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση: «Το γερμανικό σύστημα υγείας βρίσκεται υπό μεγάλη πίεση. Δεν βρισκόμαστε όμως αυτή τη στιγμή στο σημείο να πρέπει να δίνουμε προτεραιότητα σε κάποιους ασθενείς».

Χωρίς αμφιβολία, όταν υπάρχει μια πανδημία, το τελευταίο που λογικά θα ήθελε να κάνει μια κυβέρνηση είναι να ψηφίσει ξαφνικά νόμο για την ευθανασία.

Αλλά αυτό δεν ίσχυσε στην περίπτωση του «συντρόφου» Ιγκλέσιας που άδραξε την ευκαιρία. Άλλωστε, ως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης αρμόδιος για την κοινωνική πολιτική, βρίσκεται από καιρό στο στόχαστρο…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.