Η πολιτική ηγεμονία της ΝΔ και οι λόγοι ύπαρξης της

Γράφει ο Κωνσταντίνος Κομνηνός

Στην πρόσφατη δημοσκόπηση της Pulse, η οποία διενεργήθηκε για λογαριασμό του τηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΙ, αποτυπώνεται μια μεγάλη διαφορά της τάξης των 14 ποσοστιαίων μονάδων υπέρ της ΝΔ σε σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ, με τον Α. Παπαχελά να παρατηρεί ότι πρόκειται για την ξεκάθαρη πολιτική ηγεμονία του κυβερνώντος κόμματος. Οι αιτίες αυτής της ηγεμονίας ποικίλουν και μπορούν να χωριστούν σε αρνητικές, δηλαδή σε όσες οφείλονται στην αδυναμία της αντιπολίτευσης, και σε θετικές, τουτέστιν σε όσες διαμορφώνονται από την δράση της κυβερνήσεως.

Καταρχήν, είναι λογικό ύστερα από μια τόσο μακροχρόνια οικονομική και κοινωνική κρίση οι Έλληνες πολίτες να επιδεικνύουν ένα πνεύμα ανοχής έναντι της κυβερνήσεως, που εκπηγάζει από την κούραση τους. Αυτό ενισχύεται από την παρουσία στην θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης ενός κόμματος, το οποίο έχει αφήσει ιδιαίτερα αρνητικές μνήμες από τον έντονο ενδοτισμό του σε εθνικά θέματα μέχρι και την πλήρη διάψευση των προσδοκιών προ της ανόδου του στην εξουσία το 2015.

Η μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ από ένα αντιμνημονιακό – αντισυστημικό κόμμα σε μια πολιτική δύναμη που εφήρμοσε ένα νέο μνημόνιο, πολύ πιο δυσβάσταχτο από τα προηγούμενα, και σε κόμμα «νεκροθάφτη» της μεσαίας τάξης οδήγησε στην αποσύνθεση του αντιμνημονιακού στρατοπέδου, καθώς και στην απόδειξη της μη ύπαρξης εναλλακτικού δρόμου στο ζήτημα αυτό. Έτσι λοιπόν, υπό τον φόβο επιστροφής του Α. Τσίπρα στην εξουσία ο Κ. Μητσοτάκης παρουσιάζεται ως σανίδα σωτηρίας για την μεσαία τάξη, παίζοντας το χαρτί του «μη χείρον βέλτιστον».

Την ίδια στιγμή φαίνεται ότι στα «δεξιά» της ΝΔ επικρατεί μια χαώδης κατάσταση με έντονη πολυδιάσπαση και αδυναμία διαμόρφωσης ενός ενιαίου συντηρητικού μετώπου ικανού να παρασύρει την κυβέρνηση στην υιοθέτηση δεξιών δημοσίων πολιτικών, όπως συμβαίνει επί παραδείγματι στην Γαλλία με την Μαρίν Λεπέν. Σε αυτό συμβάλλει και η πλήρης απομόνωση, που αντιμετωπίζουν αυτές οι φωνές αδυνατώντας να θέσουν την ατζέντα τους στο δημόσιο διάλογο. Η απομόνωση αυτή έχει μεγάλη σημασία, καθώς δεν γίνεται ο πρέπων διάλογος για πολύ σημαντικά θέματα εθνικής ασφαλείας, όπως το δημογραφικό και η μετανάστευση, ενισχύοντας την εικόνα ότι «όλα βαίνουν καλώς» σε σχέση πάντα με την προηγούμενη δεκαετία.

Παράλληλα, η κυβέρνηση φροντίζει να αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα με πνεύμα συμβιβασμού και λαμβάνοντας κατ΄ ουσίαν ημίμετρα και μη κάνοντας ρηξικέλευθες μεταρρυθμίσεις ικανές να δυσαρεστήσουν τους κεντρώους ψηφοφόρους της. Δεν είναι καθόλου τυχαία η υψηλή αποδοχή, την οποία απολαμβάνει το πρόσωπο του Κ. Μητσοτάκη από ψηφοφόρους του ΚΙΝΑΛ.

Σε επίπεδο προσώπων έχει εντάξει στους κόλπους της πολλά πρώην στελέχη του ΠΑΣΟΚ και της Αριστεράς, είτε σε επίπεδο κυβερνητικό με την υπουργοποίηση των Μ. Χρυσοχοΐδη, Λ. Μενδώνη, Γ. Γεραπετρίτη κ.α., είτε σε κομματικό επίπεδο με την ένταξη στην ΝΔ των Π. Τατσόπουλο, Γ. Ψαριανό κ.α. Αλλά, κυριότερες για αυτή την εξέλιξη είναι οι ακολουθούμενες δημόσιες πολιτικές. Σε επίπεδο αρχών αυτές φαίνεται να έχουν τον ίδιο στόχο που είχαν και παλαιότερα επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ απλώς διαφοροποιείται στον τρόπο υλοποίησης της.

Έτσι, στο ζήτημα της λαθρομετανάστευσης έχει μειωθεί ο ρυθμός εισροής και παίρνονται κάποια μέτρα, όπως η κατασκευή φράχτη στον Έβρο, χωρίς ωστόσο να αυξάνεται ο αριθμός των απελάσεων, ενώ ταυτόχρονα συνεχίζεται η κατασκευή χώρων φιλοξενίας και η αλλάζει η εθνολογική σύσταση του πληθυσμού. Όπως αποκάλυψε μάλιστα η ΕΣΤΙΑ προ ολίγων μηνών το 21% των κατοίκων του κέντρου των Αθηνών είναι αλλοδαποί.

Το ίδιο παρατηρεί κανείς και με το ζήτημα του νομικού πλαισίου για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας, καταργώντας επί της ουσίας το δίκαιο του αίματος και υιοθετώντας με πιο αυστηρές προϋποθέσεις βέβαια σε σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ το δίκαιο του εδάφους. Τις συνέπειες μιας τέτοιας αλλαγής τις παρατηρούμε στις χώρες της δυτικής Ευρώπης, όπου εθνοτικές μειονότητες ασκούν κατά καιρούς ισχυρή πολιτική πίεση σε κυβερνήσεις, συμβάλλοντας στην διαμόρφωση ευνοϊκών στάσεων έναντι των κρατών προέλευσης τους.

Όλες αυτές οι προϋποθέσεις, λειτουργώντας σωρευτικά, οδηγούν στην εκλογική κυριαρχία του κυβερνώντος κόμματος. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πολιτική σημαίνει σύγκρουση συμφερόντων και ιδεολογιών ή όπως θα μας έλεγε ο Καρλ Σμιτ προσδιορισμός φίλων και εχθρών και ως εκ τούτου είναι αδύνατο να ικανοποιούνται όλοι γι’ αυτό και η ΝΔ οφείλει να μην εγκαταλείψει την παραδοσιακή της βάση, που της έχει μείνει πιστή επί δεκαετίες, προκειμένου να προσελκύσει νέους ψηφοφόρους αμφίβολής αξιοπιστίας και σταθερότητας.

Άλλωστε, η ψήφος ανοχής δεν σημαίνει μακροχρόνια κομματική ταύτιση και ίσως βρισκόμαστε ενόψει μιας πρώτης μεγάλης ευκαιρίας απαλλαγής από την ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς, που είναι θέμα επιβίωσης για την ΝΔ να επιτύχει προτού εμφανιστεί κάποιος χαρισματικός ηγέτης στην κεντροαριστερά ικανός να ανατρέψει την πολιτική της επικράτηση.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.