Η επικίνδυνη νάρκωση πίσω από τη βιτρίνα

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Στις αρχές του 20ού αιώνα, αντικρίζοντας για πρώτη φορά τις εκτυφλωτικές, πολύχρωμες επιγραφές νέον στο Μπρόντγουεϊ της Νέας Υόρκης, ο Τζορτζ Μπέρναρντ Σω είχε διατυπώσει μια σκέψη που έμελλε να αποτελέσει την πιο προφητική διάγνωση για τη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα, λέγοντας πως όλο αυτό πρέπει να είναι πολύ όμορφο για όσους δεν μπορούν να διαβάσουν.

Στην Ελλάδα του σήμερα, η διαπίστωση αυτή δεν περιγράφει απλώς μια συμπτωματική επικοινωνιακή στρατηγική, αλλά αποτυπώνει ανάγλυφα τον πυρήνα της διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Ζούμε πλέον στην απόλυτη Εποχή του Θεάματος, όπου ο πολιτικός λόγος χάνει βίαια όχι μόνο το ιδεολογικό του περιεχόμενο αλλά και το ιστορικό του υπόβαθρο, μετατρέποντας τη διακυβέρνηση της χώρας σε ένα διαρκές, ψηφιακό reality show όπου ο πολίτης υποβιβάζεται από σκεπτόμενο μέλος της κοινωνίας σε απλό καταναλωτή θεαμάτων.

Αυτή η αποδόμηση του λόγου έχει επιβάλει έναν πρωτόγνωρο νηπιακό λόγο στη δημόσια σφαίρα, καθοδηγούμενο από ακριβοπληρωμένους συμβούλους, focus groups και αλγορίθμους, όπου η συζήτηση δεν διεξάγεται με όρους αρχών αλλά με όρους περιεχομένου για τα social media. Μέσα από αυτή τη λογική, οι πολιτικές που εφαρμόζονται παρουσιάζονται αποσπασματικά, χωρίς πλαίσιο και χωρίς καμία αναφορά στις μακροπρόθεσμες συνέπειες τους.

Για παράδειγμα, παρακολουθούμε καλομονταρισμένα βίντεο στο TikTok για επιδόματα και κάθε λογής προσωρινά βοηθήματα, τα οποία σκοπίμως απομονώνονται από τη σκληρή πραγματικότητα μιας κοινωνίας που λυγίζει κάτω από το βάρος της ακρίβειας, ενώ την ίδια στιγμή προβάλλεται με τυμπανοκρουσίες η ψηφιακή «βιτρίνα» του κράτους, την ώρα που οι βασικές φυσικές υποδομές της χώρας, από το σιδηροδρομικό δίκτυο μέχρι το εθνικό σύστημα υγείας, αφήνονται να καταρρεύσουν.

Όταν μάλιστα αυτή η λαμπερή βιτρίνα ραγίζει από την ίδια την πραγματικότητα, ο κυβερνητικός μηχανισμός δεν επιστρατεύει την πολιτική ευθύνη, αλλά το επικοινωνιακό damage control μέσω κρατικά χρηματοδοτούμενων εκστρατειών, σκιωδών ψηφιακών δικτύων και δολοφονιών χαρακτήρων για όποιον επιμένει να ασκεί κριτική. Ακόμη και οι σποραδικές εκδηλώσεις κρατικής πυγμής, όπως οι λεκτικοί τραμπουκισμοί στελεχών εντάσσονται στο ίδιο θέαμα, λειτουργώντας ως μια σκηνοθετημένη επίδειξη ισχύος για την ικανοποίηση των ενστίκτων ενός συγκεκριμένου ακροατηρίου.

Για να υπηρετηθεί όμως αυτή η συνεχής ανάγκη για εφήμερο χειροκρότημα, απαιτήθηκε μια βαθιά ιδεολογική μετάλλαξη της ίδιας της Νέας Δημοκρατίας, η οποία υπέστη μια βίαιη απο-δεξιοποίηση, αντικαθιστώντας τις παραδοσιακές της αξίες με έναν γραφειοκρατικό δικαιωματισμό και έναν κρατισμό επιδομάτων, καθώς ένα κόμμα χωρίς συμπαγή ταυτότητα είναι πολύ πιο εύκολο να μετατραπεί σε ένα ευέλικτο καταναλωτικό προϊόν που αλλάζει περιτύλιγμα ανάλογα με τις εβδομαδιαίες δημοσκοπήσεις.

Αυτή η μετατροπή της πολιτικής σε είδος διασκέδασης και επιθεώρησης παύει να είναι απλώς ενοχλητική και γίνεται άκρως επικίνδυνη όταν αγγίζει τον σκληρό πυρήνα της εθνικής μας ασφάλειας και των εθνικών μας θεμάτων. Η εξωτερική πολιτική της χώρας εγκλωβίζεται στον ίδιο επικοινωνιακό ναρκισσισμό, με τα εξοπλιστικά προγράμματα να παρουσιάζονται με όρους χολιγουντιανής παραγωγής στα social media και τη σοβαρή γεωπολιτική στρατηγική να υποβιβάζεται σε απλοϊκά τηλεοπτικά κλισέ για το ποιος θα σηκώσει το τηλέφωνο σε μια κρίση.

Την ίδια στιγμή, το αφήγημα των «ήρεμων νερών» προβάλλεται ως ιστορική επιτυχία, τη στιγμή που η Άγκυρα υλοποιεί συστηματικά τον αναθεωρητισμό της «Γαλάζιας Πατρίδας», δημιουργώντας έτσι μια τρομακτική νάρκωση της κοινής γνώμης, η οποία, εκπαιδευμένη σε βίντεο λίγων δευτερολέπτων, αδυνατεί να αντιληφθεί το μέγεθος της γεωπολιτικής διολίσθησης και κινδυνεύει να βρεθεί απροετοίμαστη μπροστά σε μια αιφνίδια εθνική κρίση.

Όταν ένας πληθυσμός ψυχαγωγείται με ασημαντότητες, όταν η πολιτική ζωή επαναπροσδιορίζεται ως συνεχής κύκλος ψυχαγωγίας, όταν μια σοβαρή δημόσια συζήτηση γίνεται ένα είδος νηπιακού λόγου, όταν με λίγα λόγια ένας λαός γίνεται ακροατήριο και οι δημόσιες πράξεις θέαμα επιθεώρησης, τότε το έθνος κινδυνεύει.

Ακριβώς επειδή το διακύβευμα αφορά πλέον την ίδια την επιβίωση της πατρίδας, η σιωπή και η ανοχή απέναντι σε αυτή την κατηφόρα ισοδυναμούν με συνενοχή. Έχουμε πλέον την ιστορική και ηθική ευθύνη, ως σκεπτόμενοι πολίτες, να βγούμε μπροστά και να αρνηθούμε τον ρόλο του παθητικού θεατή, κλείνοντας τα μάτια στην κυβερνητική προπαγάνδα και απαιτώντας την επιστροφή της ουσίας, του ιδεολογικού βάθους και της σοβαρότητας στον δημόσιο λόγο.

Η αξιοπιστία εκείνου που μιλάει είναι η ύψιστη απόδειξη της αλήθειας μιας πρότασης, και η ΝΔ και κυβέρνηση έχουν χάσει εδώ και καιρό την αξιοπιστία τους. Όταν το θέαμα, λοιπόν, τελειώσει και οι προβολείς σβήσουν, η Ιστορία δεν θα κρίνει το έθνος από τα likes και τα views των κυβερνητικών σποτ, αλλά από την ικανότητα μας να προστατεύσουμε την πατρίδα και να αποκαταστήσουμε την αξιοπρέπεια της πολιτικής ζωής πριν οι συνέπειες γίνουν οριστικά μη αναστρέψιμες.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.