Η αχαριστία της εξουσίας

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Υπάρχει κάτι παράδοξο αλλά βαθιά γνώριμο στην ελληνική πολιτική ζωή. Αναφέρομαι στην σχεδόν τελετουργική μετάβαση από την ευεργεσία στην αχαριστία. Είναι μια παλιά ιστορία, παλαιότερη από κόμματα και πρόσωπα, τόσο συχνή ώστε να μοιάζει με φυσική νομοτέλεια. Ο ευεργετημένος, μόλις αποκτήσει εξουσία, συχνά αισθάνεται ότι η ευγνωμοσύνη είναι βάρος και ότι η μνήμη των όσων του δόθηκαν τον υποχρεώνει, τον μικραίνει, του θυμίζει ένα παρελθόν που θέλει να ξεχάσει. Και τότε, εκεί ακριβώς, ενεργοποιείται ο παλιός μηχανισμός. Η άρνηση, η υποτίμηση, η συκοφαντία, η εξόντωση του ευεργέτη. Δεν είναι προσωπικό ελάττωμα, αλλά μια ολόκληρη ψυχολογία εξουσίας με βαθιές ρίζες.

Αυτή η ανθρώπινη αδυναμία, που ο Ξενοφών αποδοκίμαζε στην «Κύρου Παιδεία» και που ο Θουκυδίδης περιέγραφε με λεπτότητα στον «Επιτάφιο», επανέρχεται σήμερα με εντυπωσιακή καθαρότητα. Όταν ο Αντώνης Σαμαράς, στην πρόσφατη συνέντευξη του, απαριθμεί όλα όσα έκανε για τον Κυριάκο Μητσοτάκη – από το να τον αναδείξει υπουργό, μέχρι να τον στηρίξει στην αρχηγία της Νέας Δημοκρατίας, μέχρι να οργώσει τη χώρα το 2023 – δεν το κάνει για να διεκδικήσει ανταλλάγματα. Το κάνει για να δείξει ότι η σημερινή κατηγορία περί «γινάτι» δεν έχει καμία λογική βάση.

Όμως το ζήτημα δεν είναι τι έκανε ο Σαμαράς. Το ζήτημα είναι τι δεν μπορεί να ανεχθεί ο Μητσοτάκης. Κι αυτό δεν είναι άλλο από την ύπαρξη ευεργετών. Την ύπαρξη εκείνων που τον στήριξαν, που σήκωσαν βάρη όταν εκείνος δεν είχε ακόμα την ισχύ. Γιατί ο ευεργετημένος που ανεβαίνει απότομα θέλει να ξαναγράψει το παρελθόν του. Θέλει να πιστέψει ότι όλα όσα πέτυχε τα πέτυχε μόνος του και όχι επειδή τον εμπιστεύτηκαν, τον ανέδειξαν, τον βοήθησαν. Η ηθική μνήμη είναι βάρος, και στον αχάριστο, όπως έχουν παρατηρήσει τόσοι πριν από εμάς, η ηθική μνήμη λείπει.

Η πολιτική εκδοχή αυτού του φαινομένου είναι ακόμη πιο τοξική. Γιατί δεν μένει στη λήθη, αλλά προχωρά στη διαστρέβλωση, στην απαξίωση, στην κατασκευή ενός νέου αφηγήματος όπου ο ευεργέτης – αυτός που κάποτε στήριξε – παρουσιάζεται ως εμπόδιο, ως απειλή, ως αντικείμενο «διαγραφής». Είναι ο δρόμος που οδηγεί από την αχαριστία στην αναισχυντία και εντέλει στη συκοφαντία. Το περιέγραψε ο Ξενοφών πριν 2.500 χρόνια και το βλέπουμε σήμερα με τρόπο σχεδόν σχολαστικό.

Το φαινόμενο δεν είναι, φυσικά, καινούργιο στην Ελλάδα. Από τους αρχαίους ρήτορες μέχρι τους αγωνιστές του ’21, από τους λογοτέχνες μέχρι τους σύγχρονους πολιτικούς, η αχαριστία ως στάση ζωής έχει αφήσει βαθιά σημάδια. Αλλά σπάνια ήταν τόσο καθαρή, τόσο θεσμικά οργανωμένη και τόσο επικοινωνιακά κατασκευασμένη όσο στη σημερινή εποχή του Μητσοτάκη. Δεν αρκεί η απομάκρυνση όσων έχουν διαφορετική άποψη. Χρειάζεται ηθική απονομιμοποίηση, η ετικέτα του «γκρινιάρη», του «εμμονικού», του «γινατισμένου». Κι όμως, όσο κι αν η κυβέρνηση προσπαθεί να παρουσιάσει ως «προσωπική εμμονή» τη συστηματική κριτική Σαμαρά στις εθνικές υποχωρήσεις και στις επικίνδυνες διπλωματικές πρωτοβουλίες, η αλήθεια είναι ενοχλητικά απλή. Όταν κάποιος δεν διαπραγματεύεται τις ιδέες του για ένα αξίωμα, τότε δεν είναι εκείνος που έχει πρόβλημα χαρακτήρα.

Στην πραγματικότητα, η υπόθεση Σαμαρά-Μητσοτάκη δεν είναι μια προσωπική διαμάχη. Είναι η πιο πρόσφατη εκδοχή ενός παλιού ελληνικού δράματος, αυτή του ευεργετημένου που, μόλις σταθεί στα πόδια του, σπεύδει να κλωτσήσει εκείνους που τον σήκωσαν. Και το κάνει με τέτοια βιασύνη, τέτοιο πάθος, σαν να πρέπει να εξολοθρεύσει κάθε ίχνος του παρελθόντος του για να νιώσει «αυτοδύναμος».

Αλλά, όπως μας υπενθυμίζουν οι παλιοί σοφοί, αυτό το πάθος δεν είναι δύναμη αλλά φόβος. Φόβος της σύγκρισης, φόβος της ιστορίας, φόβος της αλήθειας. Και τελικά, ο φόβος αυτός είναι που μικραίνει τον άνθρωπο. Όχι ο ευεργέτης του.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.