Επίσκεψη συντήρησης της ύφεσης

Γράφει ο Άγγελος Στάγκος

Είναι σαφές ότι ο Ερντογάν και η αφεντιά μου δεν χωρούσαμε ταυτόχρονα στην Αθήνα την περασμένη Πέμπτη, γι’ αυτό και εγώ φρόντισα να βρίσκομαι στην αγαπημένη πατρίδα Θεσσαλονίκη όταν κατέφθασε με την κουστωδία του. Στην πόλη που ανήκει – μαζί με άλλες – στη γεωγραφία της καρδιάς του, όπως είπε κάποια στιγμή πριν την επίσκεψη. Επομένως καλώς ο Μητσοτάκης άλλαξε τη Θεσσαλονίκη με την Αθήνα ως τόπο συνάντησης, ειδικά όταν έμαθε ότι αρχικά ο Ερντογάν θα συνοδευόταν από … 300, λες και ερχόταν να κατακτήσει. Η αλήθεια πάντως είναι ότι δυστυχώς ούτε η Θεσσαλονίκη έχει τις προδιαγραφές για να φιλοξενήσει τέτοιες συναντήσεις, ούτε οι δυνάμεις ασφαλείας της περιφέρειας μπορούν να εγγυηθούν την ασφάλεια και αυτό είναι μία ακόμη πτυχή της ξεφτίλας που χαρακτηρίζει το ελληνικό κράτος. Από την άλλη πλευρά είναι πολύ πιθανό η αλλαγή του τόπου συνάντησης να μη δυσαρέστησε τον Ερντογάν γιατί στη Θεσσαλονίκη δεν θα μπορούσε να αποφύγει το προσκύνημα στο σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ που προσπαθεί μετά μανίας να αποκαθηλώσει πλήρως από τη συνείδηση και το φρόνημα των συμπατριωτών του και να εδραιωθεί ο ίδιος στη θέση του ως «πατέρας των Τούρκων». Η αποστασιοποίηση από τον Κεμαλισμό είναι πασίγνωστη και εκδηλώνεται συνεχώς. Το γεγονός ότι μετέτρεψε το κράτος από απολύτως κοσμικό σε ισλαμικό το αποδεικνύει περίτρανα. Άλλωστε έχει πει και το φοβερό ότι δύο μεθύστακες, ο Κεμάλ και ο Ισμέτ Ινονού παραχώρησαν το 1922 τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου στην Ελλάδα που βεβαίως ήταν ήδη ελληνικά και με αμιγή ελληνικό πληθυσμό από το 1912… Ούτε και μπορούσαν να τα ξαναπάρουν οι Τούρκοι με τις δυνατότητες που είχαν εκείνη την εποχή.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επίσκεψη του Ερντογάν στην Αθήνα και όσα συνέβησαν ήταν πλήρως επεξεργασμένα και συμφωνημένα εκ των προτέρων, εκτός από την εμφάνιση του Πίνατ, του σκυλιού του Μητσοτάκη, που ήταν «φάουλ» της ελληνικής πλευράς. Το σκυλί ως ζώο δεν είναι από τα αγαπημένα των Τούρκων και αυτό θα έπρεπε να το γνωρίζουν και να το σεβαστούν οι περί το Μαξίμου. Ο πρόεδρος της Τουρκίας όμως ήταν τόσο αποφασισμένος να μη πει ή δείξει οτιδήποτε που θα χαλούσε το κλίμα στη συνάντηση που ανέχθηκε ακόμη και το σκυλί να περιφέρεται στα πόδια του… Εκείνος πάντως, τις θέσεις του τις είχε αποτυπώσει με πολύ μεγάλη προσοχή στη γραπτή (με την έννοια ότι τα ερωτήματα τέθηκαν γραπτώς και οι απαντήσεις δόθηκαν επίσης γραπτώς) συνέντευξη που παραχώρησε στην «Καθημερινή» και δημοσιεύτηκε την προηγουμένη της επίσκεψης. Για τον ίδιο λόγο, για να μην γίνει καμία «στραβή» που θα χαλούσε το κλίμα συμφωνήθηκε από τους δύο ηγέτες να γίνουν μόνο δηλώσεις και να μη δεχθούν ερωτήσεις από δημοσιογράφους μετά το πέρας της συνάντησης. Και επειδή όλα ήταν προσυμφωνημένα κράτησε και τόσο λίγο η επίσκεψη, καθώς δεν υπήρχε λόγος να γίνουν συζητήσεις για να τα βρουν οι δύο πλευρές.

Θέσεις και απορίες

Ακόμη και πριν δώσει τη συγκεκριμένη συνέντευξη ο Ερντογάν είχε γίνει φανερό ότι σκοπός της επίσκεψης ήταν να επισημοποιηθεί κατά κάποιο τρόπο το κλίμα της ύφεσης που επικρατεί στις ελληνοτουρκικές σχέσεις μετά τους καταστρεπτικούς σεισμούς σε Τουρκία και Συρία τον περασμένο Φεβρουάριο. Απλά ο Ερντογάν φρόντισε να πει με διαφορετική ρητορική ότι δεν κάνει ρούπι πίσω από τη διεκδικητική ατζέντα που η Άγκυρα διαμορφώνει με αυξητικές τάσεις εδώ και χρόνια. Ορισμένες μάλιστα από τις ήπιες διατυπώσεις του θα μπορούσαν να θεωρηθούν και παρεξηγήσιμες από κάποιους δύστροπους της ελληνικής πλευράς. Όπως ότι αυτό που άλλαξε το κλίμα είναι ότι ενώ (εμείς οι Τούρκοι) «ποτέ δεν είδαμε τη γειτονική Ελλάδα ως εχθρό ή αντίπαλο», πρόσφατα «η ελληνική πλευρά έχει αναθεωρήσει την οπτική της απέναντί μας και άρχισε να κατανοεί ότι είμαστε ένα έθνος που δεν θα αρνηθεί ποτέ τη χείρα φιλίας που θα του απλωθεί», ή το άλλο «Κυριάκο φίλε μου, δεν σας απειλούμε, αν δεν μας απειλήσετε». Και για όποιον δεν κατάλαβε, ο Ερντογάν προσπαθεί ακόμη να μας πει ότι η Ελλάδα απειλούσε ως τώρα την Τουρκία και γι’ αυτό υπήρχε ένταση σε βαθμό πολεμικής σύγκρουσης…

Πέρα από την επιμονή σε ανυπόστατα πλέον προβλήματα της μουσουλμανικής μειονότητας, την υποτιμητική αναφορά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο (που οι περιορισμοί που αντιμετωπίζει είναι διεθνές θέμα, όχι απλά ελληνοτουρκικό) ως Φενέρ (Φανάρι δηλαδή) και τις γνωστές τουρκικές σχέσεις για το Κυπριακό, απορίες δημιούργησε και ο τρόπος με τον οποίο ο Ερντογάν μίλησε για εκείνες τις απειλές περί τουρκικών νυχτοπερπατημάτων στα ελληνικά νησιά. Ισχυρίστηκε ότι εκείνες οι απειλές απευθύνονταν «στα τρομοκρατικά στοιχεία που απειλούν την ασφάλεια της χώρας μας και κάναμε αυτό που έπρεπε. Καταστρέψαμε και θα καταστρέψουμε τις εστίες της τρομοκρατίας» συν μερικά ακόμη στο ίδιο πνεύμα. Φυσικά η δικαιολογία ανήκει στη σφαίρα της μπουρδολογίας γιατί εκείνες οι επανειλημμένες απειλές αφορούσαν ξεκάθαρα τα ελληνικά νησιά και την Ελλάδα, αλλά το ερώτημα που προέκυψε παράλληλα είναι ποιους τρομοκράτες εννοούσε και με ποιο τρόπο τους εξουδετέρωσε, μήπως με καμία επιδρομή κομάντος που οι δικοί μας δεν την πήραν μυρωδιά;

Θετικό γεγονός

Την ημέρα της επίσκεψης, δηλαδή την Πέμπτη, πήραμε έμμεσα μερική απάντηση, μαθαίνοντας ότι η Ελλάδα κατήργησε το στρατόπεδο του Λαυρίου, που φιλοξενούσε Κούρδους, ανταποκρινόμενη προφανώς σε αίτημα / αξίωση της Τουρκίας. Την κατάργηση τη γνωρίζαμε, αλλά ποτέ δεν ομολογήθηκε από την ελληνική πλευρά ότι αυτό έγινε για να χαροποιήσουμε την Τουρκία. Φυσικά μένει ακόμη να διευκρινιστεί ο ισχυρισμός Ερντογάν, ότι η Τουρκία κατέστρεψε τρομοκρατικά κέντρα στην Ελλάδα, αλλά δεν αποκλείεται – και ελπίζουμε να είναι έτσι – αυτό να το είπε για δική του εσωτερική κατανάλωση και να μην είναι αλήθεια. Αλλιώς θα πρέπει να ψαχνόμαστε. Το Λαύριο λοιπόν είναι το ένα που κέρδισε ο Ερντογάν και το άλλο είναι η εύκολη επταήμερη βίζα που θα δίνεται σε Τούρκους πολίτες για να επισκέπτονται 10 συγκεκριμένα ελληνικά νησιά. Το τελευταίο το ήθελε ο Ερντογάν για να ενισχύσει τα επιχειρήματα στη διεκδίκηση βίζας για Τούρκους πολίτες σε όλη την Ευρώπη, αλλά σίγουρα χαροποιεί και τους δικούς μας σε αυτά τα νησιά μια και θα ενισχύσει σίγουρα τον τουρισμό.

Όπως και να το κάνουμε πάντως, η επίσκεψη Ερντογάν ήταν γενικά ένα θετικό γεγονός. Δεν εξασφαλίζει μακροχρόνια ηρεμία και πολιτισμένες σχέσεις στα ελληνοτουρκικά αφού αυτό δεν το κάνει ούτε και η λεγόμενη Διακήρυξη Φιλίας και καλής Γειτονίας που υπέγραψαν Μητσοτάκης και Ερντογάν, αφού δεν είναι καν δεσμευτική για τα δύο μέρη. Συντηρεί όμως ένα ήρεμο παρόν και δημιουργεί ελπίδες και προσδοκίες για εξίσου ήρεμο ορατό μέλλον. Έτσι βρήκε πάτημα ο Έλληνας πρωθυπουργός να ρίξει και μία «σβουριχτή» σε Σαμαρά και Κ. Καραμανλή που βγήκαν μπροστά με αντιτουρκικό πνεύμα, μάλλον και σε Δένδια που παίζει μαζί τους ως διεκδικητής της αρχηγίας την μετά Μητσοτάκη εποχή, πράγμα που τον έφαγε από το υπουργείο Εξωτερικών, αλλά επιμένει στο «σκληρό» προφίλ απέναντι στην Τουρκία.

Μακριά η Χάγη

Από εκεί και πέρα βλέπουμε, ωστόσο μην περιμένει κανείς ότι μπορεί σύντομα να φτάσουμε στη Χάγη. Ο Ερντογάν θέλει η όποια διευθέτηση μέσω Χάγης να περιλαμβάνει όλη την ατζέντα των αξιώσεων που θέτει η Τουρκία, θέλει επίσης ο διάλογος να είναι αυστηρά διμερής – το «καζάν, καζάν» δεν είναι ακριβώς “win, win”, η έννοια του είναι ότι τρώμε μαζί από το ίδιο καζάνι και βεβαίως όποιος είναι πιο δυνατός και έχει τη μεγαλύτερη κουτάλα τρώει περισσότερο – ώστε να έχει το πάνω χέρι δίχως αναφορές σε διεθνές δίκαιο και παρεμβάσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης, Αμερικανών και άλλων… περίεργων κατά τον ίδιο. Εκείνο που δεν θέλει και πάρα πολύ δύσκολο να δεχθεί είναι ότι τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Αν το δεχθεί ανατινάζει όλη την πολιτική της Τουρκίας μέχρι σήμερα και μαζί με αυτήν και το Τουρκολιβυκό μνημόνιο μεταξύ άλλων. Άρα..

Τέλος, στον αέρα αιωρείται και το ερώτημα πώς και γιατί ο Ερντογάν άλλαξε τη ρητορική του και εμφανίζεται τώρα υπέρμαχος της προσέγγισης Ελλάδας – Τουρκίας. Η απάντηση είναι ότι τώρα βρίσκεται πάλι σε αστερισμό διεκδίκησης ηγετικής παρουσίας στον σουνιτικό ισλαμικό κόσμο. Έχει ανοίξει βαθύτατο μέτωπο με το Ισραήλ και προσωπικά με τον Νετανιάχου που τον θεωρεί «καμένο χαρτί», αλλά δεν θέλει να δώσει και την εντύπωση ότι τα σπάζει γενικά και σε όλο το εύρος με τη Δύση. Παρ΄ όλο που η καρδιά του και το βλέμμα του είναι προσηλωμένο στην Ανατολή με τους τόσους πολλούς τουρκογενείς πληθυσμούς, ξέρει καλά ότι η Δύση μπορεί να του τινάξει στον αέρα την οικονομία και από αυτήν εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η διατήρηση της πολεμικής μηχανής της Τουρκίας, ειδικά η Αεροπορία και το Ναυτικό. Πέρα από το ό,τι παζαρεύει κιόλας ως πολύ καλός «παίκτης», είναι η αλήθεια. Το άλλοθι λοιπόν του το δίνει σε αυτή τη φάση η προσέγγιση με την Ελλάδα, δίχως μάλιστα κάποιο κόστος, με την έννοια συμβιβασμού ή αναδίπλωσης από θέσεις, δόγματα και αξιώσεις.

Reporter

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.