Χρηματοοικονομικές απειλές στην μετά πανδημία εποχή

Γράφει ο Θανάσης Παπανδρόπουλος

Ο κρατισμός καλπάζει και οι οπαδοί του παρά τον καλπασμό αυτόν ζητούν ακόμα περισσότερη παρουσία του. Ο δε καλπασμός του κρατισμού, είναι λάθος να πιστεύεται ότι οφείλεται αποκλειστικά στην πανδημία. Η τελευταία είναι σίγουρα μια από τις αιτίες, αλλά όχι η πιο σοβαρή. Η ανάδυση του κρατισμού είναι το αποτέλεσμα των υπερβάσεων και καταχρήσεων της χρηματοοικονομίας και των μεγάλων προβλημάτων, που δημιούργησε μέσω της εκκόλαψης φουσκών. Φούσκες σε μετοχές, σε ακίνητα, σε έργα τέχνης, σε εμπορεύματα, ακόμα και σε νεοσύστατες εταιρίες. Οι φούσκες αυτές, οι οποίες διαδέχονταν η μία την άλλη από το τέλος της δεκαετίας του 1990 και την αρχή του 21ου αιώνα, τελικά εξερράγησαν το 2007 στις ΗΠΑ, προκαλώντας σε χρόνο ρεκόρ μια παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση.

Έτσι, στο πλαίσιο μιας πραγματικής χρηματοπιστωτικής καταιγίδας, οι κυβερνήσεις, σε παγκόσμιο επίπεδο, έριξαν στις αγορές πάνω από 3 τρισεκατομμύρια δολάρια, με άμεσο στόχο να ξεπαγώσουν τις πιστωτικές αγορές και να κρατήσουν σε ισορροπία  έστω και σε χαμηλότερο επίπεδο τη διεθνή οικονομική δραστηριότητα.

Πλην όμως, σε αρκετές περιπτώσεις, αυτό το “ζεστό χρήμα”, κατέληξε εκ νέου στη χρηματοοικονομία αντί στην παραγωγική δραστηριότητα. Διασώθηκαν έτσι αρκετές εταιρίες με ισχυρές κρατικές προσβάσεις, αλλά και  επενδυτικές τράπεζες που είχαν πρωτοστατήσει σε απαράδεκτες μοχλεύσεις, ενώ η πραγματική οικονομία εξακολούθησε να αντιμετωπίζει προβλήματα χρηματοδότησης και ζήτησης.

Την ίδια περίοδο, σοβαρές αλλαγές σημειώθηκαν και στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας, με νέες οικονομικές και εμπορικές δυνάμεις να διεκδικούν σοβαρά μερίδια συμμετοχής στην διεθνή αγορά και στον αναδυόμενο νέο διεθνή καταμερισμό της εργασίας.

Όπως προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία διεθνών οργανισμών και τραπεζών, για μια σχετικά μακρά περίοδο, στους κόλπους της χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας οι μοχλεύσεις χρηματοδοτούσαν τον εαυτό τους, διαβρώνοντας τα θεμέλια της  μακροπρόθεσμης ανάπτυξης. Τα περισσότερα από τα κέρδη του χρηματοπιστωτικού τομέα επανεπενδύονταν σε χρηματοδότηση τραπεζών, ασφαλιστικών εταιρειών και ακινήτων, αντί να προορίζονται για παραγωγικές χρήσεις όπως οι υποδομές ή η καινοτομία. Μόνο το 10% του συνολικού τραπεζικού δανεισμού της Βρετανίας, για παράδειγμα, υποστήριζε μη χρηματοοικονομικές εταιρείες, ενώ το υπόλοιπο πήγαινε σε ακίνητα και χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία. Στις προηγμένες οικονομίες, ο δανεισμός για ακίνητα, που αποτελούσε περίπου το 35% του συνολικού τραπεζικού δανεισμού το 1970, έως το 2007 είχε αυξηθεί σε περίπου 60%. Η δομή της χρηματοδότησης τροφοδότησε έτσι ένα σύστημα που βασιζόταν στο χρέος και τις κερδοσκοπικές φούσκες, οι οποίες, όταν σκάνε, φέρνουν τις τράπεζες και άλλους να εκλιπαρούν για κρατικές διασώσεις.Η προσοδοθηρία, ειναι η Covid 19 της ελευθερης αγοράς

Ένα άλλο πρόβλημα ήταν και είναι ότι πολλές μεγάλες επιχειρήσεις παραμελούν τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις υπέρ των βραχυπρόθεσμων κερδών. Έχοντας εμμονή με τις αποδόσεις τριμήνου και τις τιμές των μετοχών, οι διευθύνοντες σύμβουλοι και τα εταιρικά συμβούλια επιβραβεύουν τους μετόχους επαναγοράζοντας μετοχές, αυξάνοντας την αξία των υπολοίπων μετοχών και ως εκ τούτου των stock options που αποτελούν μέρος των περισσότερων πακέτων πληρωμών των στελεχών. Την τελευταία δεκαετία, οι εταιρείες του Fortune 500 έχουν επαναγοράσει δικές τους μετοχές αξίας άνω των 3 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Αυτές οι επαναγορές επιβαρύνουν την επένδυση σε μισθούς, την κατάρτιση των εργαζομένων, και την έρευνα και ανάπτυξη.

Ακόμα χειρότερα, υπονομεύουν και την πιστότητα των εργαζομένων στην επιχείρηση, που τους απασχολεί. Αποτελούν προσβολή για το επιχειρείν και πρόκληση για τη δημιουργική εργασία

Είναι κατάδηλο έτσι ότι για 30 και πλέον χρόνια το σύστημα της ελεύθερης οικονομίας στην ουσία “έτρωγε τον εαυτό του”. Διότι πολύ απλά έκανε αναπόφευκτες τις κυβερνητικές παρεμβάσεις. Όπως τονίζει η καθηγήτρια Μαριάνα Ματσουκάτο, γνωστή από το βιβλίο της “Το επιχειρηματικό κράτος”, το 2008, η χρηματοπιστωτική κρίση προκλήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την υπερβολική πίστωση που ρέει στον τομέα των ακινήτων και των χρηματοπιστωτικών τομέων, διογκώνοντας φούσκες περιουσιακών στοιχείων και χρέους των νοικοκυριών αντί να στηρίζει την πραγματική οικονομία και την δημιουργία βιώσιμης ανάπτυξης. Εν τω μεταξύ, η έλλειψη μακροπρόθεσμων επενδύσεων στην πράσινη ενέργεια έχει επιταχύνει την υπερθέρμανση του πλανήτη, σε σημείο που η Διακυβερνητική Επιτροπή του ΟHE για την Κλιματική Αλλαγή (UN Intergovernmental Panel on Climate Change) προειδοποίησε ότι στον κόσμο έχουν απομείνει μόλις δέκα χρόνια για να αποφύγει τις μη αναστρέψιμες συνέπειές της.

Η κρίση της COVlD-19μόνο επιδείνωσε όλα αυτά  τα προβλήματα. Προς το παρόν, η προσοχή του κόσμου επικεντρώνεται στην επιβίωση από την άμεση υγειονομική κρίση, όχι στην πρόληψη της επερχόμενης κλιματικής κρίσης ή της επόμενης οικονομικής κρίσης.  Το εταιρικό χρέος, μια βασική αιτία της προηγούμενης χρηματοπιστωτικής κρίσης, μόνο ανεβαίνει όταν οι εταιρείες παίρνουν βαριά νέα δάνεια για να αντιμετωπίσουν την κατάρρευση της ζήτησης. Και η εμμονή πολλών εταιρειών στο να ικανοποιούν τα βραχυπρόθεσμα συμφέροντα των μετόχων τους τις άφησε χωρίς μακροπρόθεσμη στρατηγική για να αντιμετωπίσουν την κρίση..

Στο πλαίσιο αυτό, οι υπέρ του κράτους οικονομολόγοι όπως για παράδειγμα η καθηγήτρια Μαριάνα Ματσουκάτο θέτουν επί τάπητος  ένα εξόχως σοβαρό θέμα, που είναι αυτό της σχέσης μεταξύ της αξίας και της τιμής ενός προϊόντος.

Επειδή δε πρόκειται για σχετικά πολυσύνθετο θέμα, θα χρειαστεί να επανέλθουμε ξεχωριστά στην προσέγγισή του.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.