Υπερόπλα Αιγαίου οι Belharra θα βουλιάξουν τη ”Γαλάζια Πατρίδα” τους…

Γράφει η Κρινιώ Καλογερίδου (Βούλα Ηλιάδου, συγγραφέας)

Το να υποχωρούν οι πολιτικολογίες και οι εσωτερικές διακομματικές αντεγκλήσεις χάριν των εθνικών προτεραιοτήτων δεν είναι κάτι συνηθισμένο στην Ελλάδα, το ξέρουμε. Ωστόσο αυτήν τη φορά συνέβη μπροστά σε μια είδηση που μας γέμισε με χαρά.

Ένα συναίσθημα που είχαμε καιρό να νιώσουμε και να μοιραστούμε σε συλλογικό επίπεδο εμείς οι Έλληνες μετά τα απανωτά κακά που μας βρήκαν. Σαν να είχε στερέψει η πηγή που μας τροφοδοτούσε με την ψυχολογία της δημιουργικής αισιοδοξίας, την οποία έχουμε κληρονομήσει στο DNA μας.

Παρ’ όλα αυτά το ευμετάβλητο της τύχης και η ρευστότητα των πραγμάτων στα γεωπολιτικά μάς ευνόησαν ανέλπιστα. Το θετικό προμήνυμα φάνηκε ήδη με την υπογραφή της πρόσφατης αμυντικής συμφωνίας ΗΠΑ-Βρετανίας-Αυστραλίας.

Συμφωνίας η οποία είχε συνομολογηθεί μεταξύ τους από τον περασμένο Ιούνιο ακόμα, επ’ ευκαιρία της Συνόδου Κορυφής των G7 στο απομονωμένο θέρετρο της Κορνουάλης στην Ουαλία. Τότε είχε πρωτοεκδηλωθεί η μετατόπιση του αμερικανικού στρατηγικού ενδιαφέροντος από την Ανατολική Μεσόγειο στον Ινδικό και Ειρηνικό Ωκεανό.

Αποτέλεσμα αυτού ήταν το ”Σύμφωνο Ασφαλείας” των χωρών αυτών να οδηγήσει σε ναυάγιο το ”συμβόλαιο του αιώνα” μεταξύ Γαλλίας-Αυστραλίας. Στην αθέτηση, δηλαδή, της δέσμευσης της δεύτερης να αγοράσει τα 12 γαλλικά υποβρύχια κλάσης Attack (”συμφωνία AUKUS”, Ιανουάριος ’21) από την πρώτη.

Η διπλωματική κρίση Αυστραλίας-Γαλλίας με συνυπευθυνότητα Βρετανίας-Αμερικής ήταν το ”κάθε εμπόδιο για καλό” που περιμέναμε εδώ στην Ελλάδα, όπου κλωθογυρίζαμε αναποφάσιστοι τα δυο τελευταία χρόνια το ζήτημα κάλυψης των αναγκών του Πολεμικού Ναυτικού μας με νέες φρεγάτες.
Έτσι, με το που υποχώρησαν οι ΗΠΑ στο θέμα πώλησης των δικών τους φρεγατών προς εμάς, άνοιξε ο δρόμος στη Γαλλία να κάνει συμμαχικό εταίρο τη χώρα μας στο παραπέντε της ανάληψης της γαλλικής προεδρίας στην ΕΕ (α’ εξάμηνο 2022).

Στην ΕΕ η οποία ταρακουνήθηκε από τα επίχειρα της ανύπαρκτης παρουσίας της στο Αφγανιστάν, με αποτέλεσμα να συνειδητοποιήσει – έστω και αργά – την ανάγκη να απογαλακτιστεί, να μάθει να δρα μόνη της χωρίς την ”προστασία” της εταιρικής σχέσης της με τις ΗΠΑ.

Για την ανάγκη αυτή μίλησαν, άλλωστε, πρόσφατα οι επικεφαλής των ευρωπαϊκών θεσμών Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν (Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής), Σαρλ Μισέλ (Πρόεδροςτου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου) και Ζοζέπ Μπορέλ (Ύπατος Εκπρόσωπος της ΕΕ) ανακοινώνοντας ότι στη διάρκεια της γαλλικής προεδρίας θα παρουσιάσουν σχέδιο ”δύναμης ταχείας επέμβασης”.

Κάτι που αποτελεί προανάκρουσμα, πολύ πιθανόν, για μελλοντική δημιουργία ”ευρωστρατού”, τη σύσταση του οποίου είχε ζητήσει κατά το παρελθόν ο Γάλλος Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, αν και η φωνή του τότε ακουγόταν ως ”φωνή βοώντος εν τη ερήμω” στην γερμανοκρατούμενη Ευρώπη.

Αυτή τη φορά όμως όλα είναι διαφορετικά μετά την νίκη του SPD (25,7%) και την ήττα με – 8,9% μονάδες (συγκριτικά με το ποσοστό του 2017) του Χριστιανοδημοκρατικού CDU/CSU της Μέρκελ, το οποίο με το 24,1% σημείωσε τη χειρότερη επίδοση στην ιστορία του ύστερα από 16 χρόνια διακυβέρνησης της Καγκελαρίου. Έτσι η παραζαλισμένη απ’ τον εκλογικό πυρετό Γερμανία δεν έφερε προσκόμματα στην απόφαση της Ευρώπης να αλλάξει άρδην τη στάση της μετά το κάζο της στο Αφγανιστάν.

Με δεδομένα αυτά δικαιολογείται ο εθνικός, ευρωπαϊκός και ευρωατλαντικός χαρακτήρας της συμφωνίας Ελλάδας-Γαλλίας για τον οποίο μίλησε ο πρωθυπουργός τονίζοντας ότι από την αμυντική μας ενίσχυση (Αεροπορία + 24 Rafale και ΠΝ + 3 γαλλικές φρεγάτες Belharra και δυνατότητα για τέταρτη + αγορά 4 εκσυγχρονισμένων ΜΕΚΟ και προοπτική απόκτησης γαλλικών κορβετών τύπου Gowind) επωφελούνται παράλληλα η ΕΕ και το ΝΑΤΟ, από τη στιγμή που η Ελλάδα και η Γαλλία είναι εταίροι σε αμφότερους τους Διεθνείς Οργανισμούς.

Επιπλέον η συμφωνία μας με τους Γάλλους (την οποία θα ακολουθήσει νέα πενταετής αμυντική συμφωνία με τις ΗΠΑ) ανοίγει τον δρόμο για αμυντική αυτοδυναμία της Ευρώπης, υποχρέωση της οποίας είναι – κατά τον Έλληνα πρωθυπουργό – ”να υπερασπιστεί τα δικά της εθνικά και γεωγραφικά, υπέρ-ευρωπαϊκά συμφέροντα”.

Τα δικά μας πάντως διασφαλίζονται σε μεγάλο βαθμό με την ελληνογαλλική συμφωνία-θωράκιση έναντι των τουρκικών απειλών στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, αφού η συμφωνία αυτή αναβαθμίζει τις επιχειρησιακές δυνατότητες των ελληνικών Ελληνικών Δυνάμεων και όχι μόνο, γιατί – παράλληλα με την αγορά -ενεργοποιεί τη στρατηγική εταιρική σχέση Ελλάδας – Γαλλίας.

Είναι, νομίζω το σημαντικότερο σημείο της συμφωνίας εξαιτίας του οποίου η χώρα μας αναβαθμίζεται γεωπολιτικά (στρατιωτικά, διεθνοπολιτικά και διπλωματικά). Και όλα χάρη στο άρθρο 2 και τη ρήτρα αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής σε περίπτωση που μια απ’ τις δυο χώρες δεχθεί επίθεση στην Επικράτειά της.

Ωστόσο θα πρέπει να επισημάνω εδώ ότι υπάρχει κίνδυνος να χάσουμε όλα τα επιπρόσθετα της ελληνογαλλικής συμφωνίας κέρδη, αν φερθούμε επιπόλαια – σε κυβερνητικό επίπεδο – και, στην προσπάθειά μας να εκμεταλλευτούμε κομματικά την εν λόγω ελληνική επιτυχία, αναλωθούμε σε πανηγυρισμούς αφήνοντας να περάσει ανεκμετάλλευτη για εμάς μια χρυσή ευκαιρία.

Και χρυσή ευκαιρία θεωρώ την μεταστροφή της Εξωτερικής μας πολιτικής από ”κατευναστική”, ηττοπαθή, δεδομένη, μίζερη και αβέβαιη σε πολιτική τείνουσα προς την ανεξαρτησία και την αμυντική αυτονομία της.

Αμφότερα αυτά ωστόσο προϋποθέτουν πολιτική βούληση και αποφασιστικότητα των ιθυνόντων για ”αναστήλωση” εκ των… ερειπίων της Ελληνικής Αμυντικής Βιομηχανίας (ΕΒΟ + Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη Περάματος + Νεώριο Σύρου) με μακροπρόθεσμο στόχο την μετατροπή της χώρας μας σε μικρομεσαίο περιφερειακό γεωπολιτικό παίκτη της Ανατολικής Μεσογείου.

Χρυσή ευκαιρία είναι, επίσης, και η αλλαγή της στάσης μας στο Κυπριακό με την ενεργοποίηση του ΔΕΑΧ κατά τρόπο ώστε η Ελλάδα να καλύπτει σε στρατηγικό-επιχειρησιακό και τακτικό επίπεδο τον στρατιωτικό σχεδιασμό άμυνας της Κύπρου.

Αυτό σημαίνει, φυσικά, ότι πρέπει να αφήσουμε – σε επίπεδο ΥΠΕΞ και Μαξίμου – την απραξία και ηττοπάθειά μας για τον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου (όπου ανήκει γεωγραφικά η Κύπρος) και να συμπεριφερθούμε ως εγγυήτρια δύναμη του νησιού.

Σημαίνει, επίσης, ότι η Ελλάδα – δια της Εξωτερικής της πολιτικής – θα πρέπει να οπλιστεί με αυτοπεποίθηση μετά τη στρατιωτική συμφωνία με τη Γαλλία και να επιδιώξει την αποκατάσταση της νομιμότητας στην Κύπρο εμμένοντας στην αποχώρηση του τουρκικού στρατού κατοχής από το βόρειο τμήμα της.

Κάτι που ίσως μας φέρει αντιμέτωπους διπλωματικά με την φιλότουρκη Βρετανία. Ωστόσο, και σ’ αυτήν την περίπτωση, πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι να υπερασπιστούμε τα δίκαια της Κύπρου και τα συμφέροντά της τα οποία συνηγορούν στον περιορισμό της προβληματικής παρουσίας των βρετανικών βάσεων στο νησί και την ευρύτερη περιοχή.

Τέλος, προς το συμφέρον Ελλάδας και Κύπρου θεωρώ πως είναι η συγκρότηση μιας ευρείας περιφερειακής συμμαχίας με κράτη της Μεσογείου που θα εδραιώσουν την γεωπολιτική υπόσταση των δύο χωρών επί τη βάσει Διεθνών Συνθηκών και Συμβάσεων, που πλαισιώνονται από σύγχρονους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου.

Κάπως έτσι, όπως οραματίζομαι, μπορούμε να φτάσουμε (με όπλο τη στρατηγική- γεωπολιτική αναβάθμισή μας) στο σημείο να αποκτήσουμε ”φωνή” στη σκακιέρα ισχύος της περιοχής. Θα την αποκτήσουμε όμως με τρεις προϋποθέσεις:

Πρώτον: Με την ανάπτυξη δυνατοτήτων αποτροπής των τουρκικών σχεδίων για να πνίξουμε μια και καλή στα νερά του Αιγαίου τη στρατηγική της ”Γαλάζιας Πατρίδας” ματαιώνοντας παράλληλα τα επεκτατικά σχέδια του Ταγίπ Ερντογάν για την Ανατολική Μεσόγειο, τα Βαλκάνια, τη Βόρεια Αφρική και την Μέση Ανατολή.

Δεύτερον: Με την ανεύρεση επιπλέον διπλωματικών και νομικών ερεισμάτων στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, ώστε – έχοντας αυξημένη γεωπολιτική επιρροή και το Διεθνές Δίκαιο με το μέρος μας – να παρουσιάσουμε ενισχυμένες τις θέσεις της Ελλάδας, όταν προσφύγουμε εκεί, και να περιορίσουμε στο ελάχιστο τις πιθανότητες αποκλεισμού των προτάσεών μας έναντι της Τουρκίας. Και…

Τρίτον: Με την προσέλκυση περισσότερων φίλων και φιλελλήνων συνέδρων μεταξύ χωρών και προσωπικοτήτων του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας (κάτι που απαιτεί διπλωματικό οργασμό στις πρεσβείες μας στις χώρες-μέλη που εκπροσωπούνται εκεί), ώστε να τελεσιδικούν υπέρ μας τα εκδικαζόμενα στο μέλλον εθνικά μας θέματα (προεξάρχοντος του Κυπριακού το οποίο διαιωνίζεται αιμορραγώντας).

Όλα αυτά είναι εφικτά, όπως προείπα, αρκεί να δράσουμε σοβαρά, υπεύθυνα και έξυπνα και να πιστέψουμε στην αξία και τη δυναμική των νέων μας όπλων. Να πιστέψουμε πως οι φρεγάτες Belharra (δύο από τις οποίες θα μας έρθουν το ’25 και η τρίτη το ’26) μπορούν να αποτελέσουν τα υπερόπλα της ομάδα κρούσης του ΠΝ που μπορούν να βουλιάξουν τη ”Γαλάζια Πατρίδα” των Τούρκων στο Αιγαίο…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.