Βιαστικές εκτιμήσεις και σίγουρες απαντήσεις για μια ύφεση αλλιώτικη από τις άλλες

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος, Συγγραφέας

Δεν εμπιστεύομαι όσους σπεύδουν να προβούν, με περισσή βεβαιότητα, σε αναλύσεις για γεγονότα που βρίσκονται ακόμη στην αρχή της εξέλιξης τους η οποία μάλιστα καθορίζεται από μια σειρά περίπλοκων παραγόντων που υπόκειται σε τεράστια μεταβλητότητα. Εμπιστεύομαι ακόμη λιγότερο αυτούς που το κάνουν επανειλημμένα, παρά την αποτυχία των προηγούμενων προσπαθειών γιατί έτσι αποδεικνύουν την ύπαρξη βαθύτερης και όχι τόσο άδολης πρόθεσης.

Όπως σε κάθε περίοδο κρίσης, από τις “ασιατικές τίγρεις” και τη φούσκα των μετοχών υψηλής τεχνολογίας έως τη Leeman Brothers και την πλήρη χρηματοπιστωτική κατάρρευση, πάντα βρίσκονται μπροστάρηδες στην κήρυξη της απόλυτης καταστροφής συγκεκριμένοι κύκλοι, οι πιο πολλοί από τους οποίους είτε εκπροσωπούν οίκους αξιολόγησης και άλλα ευαγή ιδρύματα που ποντάρουν στα χειρότερα σενάρια, είτε προσβλέπουν σε αξιοποίηση της πρόσκαιρης μιντιακής προβολής.

Εδικά αυτή η συγκυρία είναι η πλέον επισφαλής για οποιαδήποτε, έστω και μεσοπρόθεσμη, προσέγγιση για δυο βασικούς λόγους. Πρώτον, γιατί πρόκειται για μια υγειονομική κρίση, μια πανδημία που παρόμοια έχουμε να δούμε εδώ και 100 χρόνια, που επηρεάζει τη λειτουργία της παραγωγής, των χρηματοοικονομικών αγορών και των γεωπολιτικών προτεραιοτήτων κι όχι για μια ενδογενή αρρυθμία της οικονομίας. Δεύτερον, τίποτα παρόμοιο δεν έχει εκδηλωθεί σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης, άρα τα ιστορικά στοιχεία που διαθέτουμε, για συγκριτικούς λόγους, είναι τουλάχιστον ανεπαρκή.

Και τι σημαίνει αυτό; Δεν μπορούμε να έχουμε μια πρώτη εικόνα για το πόσο βαθιά θα είναι η υφεσιακή τάση; Τα νούμερα που ακούγονται είναι όλα εντελώς αναξιόπιστα και δεν πρέπει να τους δίνουμε καμιά σημασία; Όχι βέβαια. Καλώς επιχειρείται μαι πρώτη εκτίμηση. Μόνο που κάθε φορέας προχωρά σε μια τέτοια κίνηση άλλοτε με διαφορετική μεθοδολογία, άλλοτε με άκρως αντίθετες υποθέσεις. Άρα ο πολίτης καταλήγει να κατακλύζεται από αντικρουόμενες απόψεις που δεν βοηθούν την ψυχική του διάθεση ούτε την ψυχολογία της αγοράς, επιδεινώνοντας το κλίμα, σαν μια ιδιότυπη αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

Τι κρατάμε λοιπόν από όλο αυτό τον κουρνιαχτό που περιορίζει την ύφεση στην Ελλάδα ακόμη και στο 2-3% κι άλλοτε την εκτινάσσει μέχρι και πάνω από το τριπλάσιο, κοντά στο 10%; Αρχίζουμε διαγράφοντας από τη μνήμη μας εξυπνασκίστικα θεωρητικά φιλοσοφήματα που στηρίζουν κάθε τους λέξη στο τι θα συνέβαινε αν δεν κανένα έκτακτο οικονομικό μέτρο στήριξης της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων, της επενδυτικής πρωτοβουλίας και της απασχόλησης, Δεν έχουν καμιά αξία για το πλατύ κοινό, παρά μόνο σχετική αξία για ακαδημαϊκές ασκήσεις επί χάρτου από τη στιγμή που ήδη ανακοινώνονται εγχώρια και διεθνή σχέδια για ανάσχεση του επερχόμενου Αρμαγεδδώνα.

Από εκεί και πέρα, είναι γεγονός ότι οι ΗΠΑ αντέδρασαν για μια ακόμη φορά άμεσα και δυναμικά ανακοινώνοντας πακέτο 2.2 τρισ. δολαρίων, τη στιγμή που η Ε.Ε. δείχνει να μην έχει διδαχθεί από την αναβλητικότητα του παρελθόντος και να μην έχει αντιληφθεί την μοναδικότητα της τωρινής περίπτωσης. Η αναγκαία οικονομική άνεση υπολογίζεται στο 1,5 τρισ. ευρώ αλλά οι ενέργειες του ESM και τις ΕΚΤ δεν φαίνεται να εξασφαλίζουν κάτι περισσότερο από το 1/3 του απαιτούμενου ποσού.

Όμως παρ’ όλα αυτά η ελληνική κυβέρνηση προχωρά σε λελογισμένες δημοσιονομικές παρεκκλίσεις και ελπίζει στη θετική εξέλιξη δυο παραμέτρων. Η γρήγορη επιβολή των μέτρων περιορισμού είναι ικανή να οδηγήσει σε πρόωρη ολοκλήρωση της καραντίνας και ταχύτερη επιστροφή στην κανονικότητα, όπως κι αυτή θα διαμορφωθεί μετά από ένα τέτοιο σοκ και με ανοιχτό πάντα το περιθώριο μερικής επανάληψης ανάλογου φαινομένου το φθινόπωρο. Η προβολή της Ελλάδας ως παράδειγμα προς μίμηση, αναβαθμίζει το κύρος και μας επιτρέπει να στοχεύουμε σε μεγαλύτερο οικονομικό μερίδιο στη μετά πανδημία φάση, τόσο στο τουριστικό, όσο και στο εξαγωγικό κομμάτι.

Αν αυτό συνδυαστεί με τον ταχύτερο, λόγω της κατάστασης, ψηφιακό μετασχηματισμό του κράτους και την αλλαγή καταναλωτικής συμπεριφοράς με έμφαση στο ηλεκτρονικό εμπόριο και τις αντίστοιχες υπηρεσίες, τότε ένα μέρος της αναμενόμενης πτώσης του ΑΕΠ μπορεί να ανασχεθεί έως το τέλος της χρονιάς περισώζοντας κάτι από τη διαφαινόμενη  ζημιά. Κατά τη γνώμη μου, η τελική καταγραφή θα είναι θετικότερη των πρώιμων προβλέψεων, αν το επόμενο φθινόπωρο δεν στιγματιστεί από απρόβλεπτες νέες αρνητικές ειδήσεις και η παρουσίαση εμβολίου για τον κορωνοϊό δώσει ένα τέλος στο γενικευμένο φόβο.

Υ.Γ. Η χώρα μας κατόρθωσε να διαψεύσει τα αρνητικά σενάρια και την περίοδο 2012-2014, όταν η διακυβέρνηση Σαμαρά συνδύασε την ισορροπημένη δημοσιονομική προσαρμογή με έμφαση στην περικοπή κρατικής σπατάλης, με την μεταρρυθμιστική συνέπεια και τη στοχευμένη αναπτυξιακή πολιτική. Στο τέλος της θητείας της άφησε ως παρακαταθήκη, εκτός όλων των άλλων, και ένα ολοκληρωμένο αναπτυξιακό σχέδιο βασισμένο πάνω στην μελέτη της McKinsey και επιμέρους εξειδικεύσεις με έμφαση στο πολιτισμικό “προϊόν” μας.

Ας αποδειχτεί αυτή η δύσκολη στιγμή, ένα έναυσμα επανεκκίνησης και ανάδειξης εκείνων των προτεραιοτήτων μέσα από τα μάτια των τωρινών απαιτήσεων. Τόσα μάθαμε να παλεύουμε και να βγαίνουμε νικητές. Αυτό θα πράξουμε και τώρα, πιο ώριμοι, πιο συνειδητοποιημένοι από ποτέ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.