Το κρίσιμο ομόλογο

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος, Συγγραφέας

Η έκδοση του 15ετούς ομολόγου δεν ήταν μια δημοσιονομικά επιβεβλημένη κίνηση. Οι δανειακές ανάγκες της χώρας είναι καλυμμένες και η προοπτική περαιτέρω θετικής εξέλιξης των επιτοκίων παραμένουν ισχυρές. Άλλωστε αναμένονται νέες αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής μας ικανότητας και σταδιακά ανάκτηση της θέσης μας στα επενδυτικά προτεινόμενα χρεόγραφα. Γιατί λοιπόν προχωρήσαμε στη συγκεκριμένη επιλογή αυτή τη χρονική στιγμή;

Η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους εξαρτάται από δυο βασικούς παράγοντες. Τα επιτόκια αναχρηματοδότηαης και τον ρυθμό ανάπτυξης που καθορίζει την δημοσιονομική άνεση ετήσιας εξυπηρέτησης του. Φυσικά καθοριστική είναι και η διάρκεια αποπληρωμής.

Το σύνηθες, όσον αφορά τον μακροπρόθεσμο δανεισμό, είναι τα 10ετή ομόλογα. Το τελευταίο διάστημα, και μέσα στο διεθνές κλίμα παρατεταμένης τάσης μηδενισμού των επιτοκίων των κεντρικών τραπεζών ως μέσου αναπτυξιακής τόνωσης και έμμεσης δανειακής ελάφρυνσης, δημιουργείται η τάση επιμήκυνσης του ορίζοντα των εκδόσεων κρατικού χρέους. Ουσιαστικά επιμερίζεται το επενδυτικό ρίσκο στον χρόνο, βέβαια με λίγο υψηλότερα επιτόκια, με την ελπίδα της τόνωσης του παγκοσμίου ΑΕΠ.

Ειδικά η Ελλάδα, που παραμένει σε φάση συνολικού ελλείμματος (πέρα από το πρωτογενές), έχει απόλυτη ανάγκη να εκμεταλλευτεί την ευτυχή συγκυρία. Σε καμιά άλλη εποχή, κράτος με χρέος στο 180%, – το οποίο πλέον είναι ελάχιστα εγχώριο άρα πλήρως εξαρτώμενο από τις εξωτερικές διαθέσεις -, και με ;αξιολόγηση ως επενδυτικά ακατάλληλου δεν θα βρισκόταν στην ευχάριστη κατάσταση να μπορεί να δανείζεται με λίγο πάνω από 1% για την επόμενη δεκαετία.

Για το επόμενο διάστημα είναι πολύ πιθανό να διατηρηθεί αυτό το ευνοϊκό περιβάλλον ειδικά αν συνεχιστεί, όπως φαίνεται, η χαλαρή νομισματική πολιτική, διευθετηθεί, προς το παρόν, η εμπορική σύγκρουση ΗΠΑ – Κίνας και οι επιπτώσεις του Brexit δεν έχουν φθάσει στο απώγειο τους. Αυτή η ευκαιρία θα επιτρέψει στη χώρα να συνεχίσει να  δανείζεται με εξαιρετικά χαμηλό κόστος δημιουργώντας θετική προοπτική για το χρέος και δημοσιονομικό χώρο για επιμέρους κοινωνικές δράσεις.

Η στιγμή που τα επιτόκια θα πάρουν διεθνώς την ανηφόρα δεν αργεί. Το έργο των κεντρικών τραπεζών έχει σε μεγάλο βαθμό εξαντλήσει τη δυναμική του γι’ αυτό και πλέον πληθαίνουν οι φωνές που προτρέπουν τις ισχυρές οικονομίες σε δημοσιονομικές παρεμβάσεις. Οι ΗΠΑ είναι σίγουρο ότι, στη χειρότερη περίπτωση, μετά τις επόμενες Προεδρικές εκλογές, θα περάσουν σε αυτή την επόμενη οικονομική φάση, σέρνοντας σταδιακά και τους υπόλοιπους στην ίδια λογική.

Και τότε η επάνοδος σε μια επιτοκιακή κανονικότητα του 2-2,5% δεν θα αφήνει περιθώρια για εντυπωσιακές κινήσεις δανειακής “αποφόρτισης” όπως αυτές που επιδιώκουμε να ολοκληρώσουμε αυτό το διάστημα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.