Το «κιτς» στα μυαλά της Αριστεράς…

Γράφει ο Διονύσης Κ. Καραχάλιος

Το να είσαι αριστερός, προοδευτικός και δημοκράτης, είναι, για εκείνους που αισθάνονται ότι πληρούν και τις τρεις αυτές ιδιότητες, κάτι ιδιαίτερα ξεχωριστό και σημαντικό, που αμέσως σε κατατάσσει σε ένα άλλο διανοητικό επίπεδο, πολύ ψηλότερα από τους άλλους, τους κοινούς θνητούς, που, ατυχώς, στερούνται αυτών των «πλεονεκτημάτων». Τρεις έννοιες αλληλένδετες, αναπόσπαστες η μία από την άλλη.

Αν είσαι αριστερός, δεν μπορεί παρά να είσαι και προοδευτικός και δημοκράτης… Είσαι προοδευτικός, διότι απλούστατα είσαι και αριστερός και δημοκράτης… Και δεν είσαι δημοκράτης,  παρά μόνον αν είσαι ταυτόχρονα και αριστερός και προοδευτικός… Αυτονόητη συνέπεια αυτού του φιλάρεσκου αυτοπροσδιορισμού  είναι να νομίζεις ότι κατέχεις πλήρως την «εξ αποκαλύψεως» αλήθεια, ότι οι ιδέες σου, όσο σαχλές και αν είναι, συνιστούν την επιτομή της επιστημονικής αυθεντίας και ότι η γενικότερη θεώρηση των πραγμάτων από τη πλευρά σου εξουδετερώνει, εκ προοιμίου και χωρίς περιθώρια συζήτησης ή σύγκρισης, οποιαδήποτε αντίθετη άποψη…   

Μέσα στα ιδιαίτερα «χαρίσματα» που, εκ των πραγμάτων, προσδίδουν στην προσωπικότητά σου αυτές οι τρεις υπερβατικές ιδιότητες είναι και η περί αισθητικής αντίληψη, δηλαδή η περί του κάλλους, περί του ωραίου, γνώση και εμπειρία.  Επομένως, ένας αριστερός (που, όπως είπαμε, είναι, ταυτόχρονα και προοδευτικός και δημοκράτης) δεν μπορεί παρά να είναι και στον τομέα της αισθητικής, ο πλέον κατάλληλος για να εκφράσει, με το κύρος και την αυθεντία, που ex oficio τον διακρίνουν, την πλέον ορθή, αντικειμενική και απολύτως  επιστημονική άποψη…

Για την διευκόλυνση δε του έργου του, έχει ανακαλύψει μια λέξη, με την εκφορά και μόνον της οποίας η αψεγάδιαστη κρίση του κατακεραυνώνει εκείνο που θεωρεί ως ανάξιο της προσωπικής του εκτίμησης, έτσι ώστε να το ξεχωρίζει από εκείνο το οποίο, με το αλάνθαστο αριστερό του κριτήριο, αποθεώνει ως ωραίο, δηλαδή αισθητικά άξιο του σεβασμού του και της επιδοκιμασίας του. Είναι η μαγική λέξη «κιτς»: O όρος, πιθανότατα γερμανικής καταγωγής (Kitsch), χρησιμοποιείται κυρίως υποτιμητικά για την περιγραφή έργων τέχνης ή εν γένει αντικειμένων των οποίων η αισθητική θεωρείται ψεύτικη, επιτηδευμένη ή ευτελής, στερούμενη βαθιάς σκέψης, ενώ, συνήθως, υποδηλώνει και την έλλειψη καλού και λεπτού γούστου. Στο στόμα της εγχώριας αριστεράς, ο όρος έχει προσλάβει μια επί πλέον διάσταση, πολιτικού περιεχομένου, που αποτυπώνει την απέχθειά της, την περιφρόνησή της και την απαξίωσή της για ό,τι οι ιδεολογικές ψυχώσεις και παρορμήσεις της έχουν εντάξει έξω από το καθαγιασμένο πεδίο του δικού της κόσμου.  

 Η πρόσφατη απεικόνιση, στην πρόσοψη της Βουλής της εικόνας της Παναγίας και σκηνών από την εθνική μας ιστορία και την δράση των Ενόπλων μας Δυνάμεων, χαρακτηρίστηκε από την αριστερόστροφη διανόηση ως «κιτς». Πέρα, δηλαδή, από τα βογγητά του Φίλη για το «ατόπημα» και τους σπαραγμούς οργής διαφόρων γραφικών κονδυλοφόρων, που έφτασαν να δουν, με τα μάτια της αρρωστημένης φαντασίας τους, ακόμη και αναβίωση της «Χρυσής Αυγής», η κυβερνητική πρωτοβουλία, να τιμηθούν με αυτή την εντυπωσιακή απεικόνιση, τα Εισόδια της Θεοτόκου και η Ημέρα των Ενόπλων Δυνάμεων (21 Νοεμβρίου) πλήγωσε τόσο πολύ το υψιπετές αισθητήριο της αριστεράς, ώστε να την οδηγήσει στη λέξη – κλειδί της καλλιτεχνικής της αυθεντίας: Κιτς!..  

Για την αρρωστημένη ψυχεδέλεια της αριστεράς δεν είναι κιτς το βάψιμο της Βουλής με τα χρώματα του ουράνιου τόξου για να τιμηθούν οι gay, οι λεσβίες και οι λοιπές «ιδιαιτερότητες» της χώρας…

Για την αποπνέουσα «σοσιαλιστικό ρεαλισμό» αισθητική της αριστεράς δεν είναι κιτς τα απωθητικά graffities που βρωμίζουν εδώ και χρόνια δημόσια και ιδιωτικά κτήρια και χώρους και αναδεικνύουν την ψυχοπνευματική ανωμαλία περιθωριακών και λοιπών κοινωνικών αποβρασμάτων… Ούτε τα κουρελόπανα του ΚΚΕ στον ιερό βράχο της Ακροπόλεως ή οι φωτό του Βελουχιώτη και λοιπών εγκληματιών, στα γραφεία των βουλευτών και των (άλλοτε) υπουργών του ΣΥΡΙΖΑ…

Για την ξετσίπωτη υποκρισία της αριστεράς δεν είναι κιτς οι καταλήψεις, οι «παρεμβάσεις» του Ρουβίκωνα, η σταλινοφασιστική βία κατά πρυτάνεων και καθηγητών, το «επαναστατικό» ντελίριο των Εξαρχείων και οι ετήσιες πορείες στην αμερικανική πρεσβεία εις μνήμην της προβοκάτσιας που έφερε τον Ιωαννίδη στη θέση του Παπαδόπουλου και, αργότερα, τον Ετσεβίτ στις πλάτες της Κύπρου… 

Για την μονόχνοτη, συμπλεγματική και ιδεολογικά μουχλιασμένη αριστερά δεν είναι κιτς τα παρελαύνοντα, εν μέσω κορονοϊού, τάγματα του Κουτσούμπα ή ο καθισμένος οκλαδόν μπροστά στο Πολυτεχνείο Βαρουφάκης, με κρεμασμένη στο λαιμό την ταμπέλα της ανοησίας του, να παρακαλεί την αστυνομία να τον δείρει για να γίνει και πάλι διεθνές «νούμερο»…  

Αυτή η κυριολεκτικά σαλεμένη αριστερά θεωρεί κιτς την απεικόνιση της Υπερμάχου Στρατηγού και μεγάλων γεγονότων της ελληνικής ιστορίας στην πρόσοψη της Βουλής, διότι, απλούστατα, δεν μπορεί να νοιώσει τους σφυγμούς αυτής της χώρας, την αύρα της ιστορίας της, την κληρονομιά των ηρώων της, το βάρος των παραδόσεών της, τους δεσμούς της τους ακατάλυτους με την Ορθοδοξία… Γι’ αυτό και αφηνιάζει, καθώς αισθάνεται πως, ό,τι και να κάνει, δεν μπορεί να αλλάξει την μοίρα αυτού του τόπου… Που είναι ταγμένος για υπερβάσεις και ανατάσεις τις οποίες αυτή η συμπλεγματική, κακορίζικη και αθεράπευτα μίζερη  αριστερά δεν μπορεί να αντέξει, καθώς έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τις ιστορικές της αποτυχίες,  τις κουρελιασμένες ιδέες  της και την οδυνηρή  διάψευση των ψευδαισθήσεών της… Επόμενο λοιπόν είναι να θεωρεί «κιτς», κάθε τι που την ενοχλεί και να αδυνατεί να καταλάβει, πόσο «κιτς» είναι τα μυαλά της.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.