Το γεωγραφικό «εκτόπισμα» της Ελληνικής Γλώσσας: Η περίπτωση της Αυστραλίας

Γράφει ο Αριστείδης Ρούνης, Προπτυχιακός φοιτητής του Τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

Η γλώσσα με την πλούσια ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά,  η γλώσσα, με την αποδεδειγμένη γραπτή ιστορία 34 αιώνων, η Ελληνική Γλώσσα, δεν ομιλείται μόνο εντός των στενών ορίων του ελληνικού κράτους, αλλά επιπλέον ακούγεται απ’ άκρη σ’ άκρη του πλανήτη, από την ελληνική ομογένεια. Για αυτή την γλώσσα, τον τρόπο επικοινωνίας, όλων των Ελλήνων και φιλελλήνων, καθιερώθηκε το 2017 από το ελληνικό κράτος η 9η Φεβρουαρίου ως η «Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας».

Με αφορμή την 3η επέτειο από την καθιέρωση παγκόσμιας ημέρας γι’ αυτήν, καθώς διανύεται ο Φεβρουάριος του 2020, αξίζει να επισημανθεί ότι, παρόλο που αποτελεί ένα απειροελάχιστο ποσοστό στα 7,7 δισεκατομμύρια του παγκόσμιου πληθυσμού, η γλώσσα διακρίνεται από μια εκτεταμένη γεωγραφική εξάπλωση. Ένα αξιοζήλευτο γλωσσικό χαρακτηριστικό παγκοσμίως, που υφίσταται, εξαιτίας των μεταναστευτικών κυμάτων Ελλήνων, κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα για πολιτικούς ή οικονομικούς λόγους. Στην ευρεία αυτή διάδοση της, πολύ σημαντικές ήταν και είναι οι διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης και σε μικρότερη κλίμακα αυτή του εξευρωπαϊσμού κατά τον 21ο αιώνα. Επιπλέον, οι συναισθηματικοί δεσμοί μεταξύ των κατοικούντων στην Ελλάδα με τους ομοεθνείς τους ανά τον κόσμο, συνέβαλαν στην ίδια κατεύθυνση.

Η ελληνική, με την μορφή της λεγόμενης «Νέας Ελληνικής Γλώσσας», στις μέρες μας, ταξιδεύει σε διάφορες γωνιές της υφηλίου, από το Μόντρεαλ του Καναδά ως την Αδελαίδα της Αυστραλίας, και από την Κοπεγχάγη της Σουηδίας στο Κέιπ Τάουν της Νοτίου Αφρικής από τους νέους ηλιακιακά ή μη μετανάστες, οι οποίοι αναζητούν ένα καλύτερο βιοτικό και επαγγελματικό μέλλον. Σμιλευμένα από γενεές και γενεές ομιλητών, τα ελληνικά, μεταφέρονται στα ελληνόπουλα, που γεννιούνται σε μακρινά από την χώρα μας μέρη από τις παλαιότερες γενεές ελλήνων μεταναστών. Μαθαίνουν όλες τις μορφές της γλώσσας. Τα αρχαία ελληνικά, που αποτελούν το άρμα της αρχαίας ιστορίας της Ελλάδας στον σημερινό κόσμο, καθώς και τις διάφορες διαλέκτους της, όπως η ποντιακή.

Ο ελληνικός πολιτισμός, με μέσο επικοινωνίας την γλώσσα, εντοπίζεται στη δυτική πλευρά του Ατλαντικού, με κύρια πολιτιστικά κέντρα, αυτά των Η.Π.Α και του Καναδά, με μικρότερης απήχησης κέντρα, την Βραζιλία και την Αργεντινή. Στην ευρωπαϊκή ήπειρο κοινότητες ελληνικής γλώσσας παρατηρούνται στην περιοχή της Αγγλίας στην Μεγάλη Βρετανία και τη Γερμανία, καθώς και στην ευρύτερη ζώνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Όσον αφορά την Αφρική δύο είναι οι κοινότητες με την μεγαλύτερη ιστορία: Αυτές της Νοτίου Αφρικής και της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου. Στην Ασία, Έλληνες διαβιούν στην δοκιμαζόμενη από τον κοροναιό Κίνα, αλλά και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, όπου εντοπίζονται κυρίως επιστήμονες του πολυτεχνείου.

Εκτός από το επίκεντρο των Η.Π.Α, στην άτυπη σύγκριση των μεγαλύτερων πληθυσμιακά ελληνικών παροικιών, την 2η θέση καταλαμβάνει η κοινότητα της μακρινής Αυστραλίας. Πρόκειται για ένα κράτος, που είναι ο ορισμός του πολυπολιτισμικού κράτους, το οποίο δεν έχει επίσημη γλώσσα. Επιπλέον, στην νοτιοανατολική της πλευρά, βρίσκεται η πόλη με την μεγαλύτερη ελληνική ομογένεια του πλανήτη, η Μελβούρνη (Melbourne) της πολιτείας Βικτώρια, όπου το ελληνικό «στοιχείο» αποτελεί αξιέπαινη συνιστώσα στην καθημερινή ζωή των Αυστραλών. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ομογενειακή εφημερίδα «Νέος Κόσμος», είχαμε μέσα στο διάστημα των τελευταίων επτά ετών την σειρά ενεργειών που διευκολύνουν την διατήρηση της γλώσσας.

Μία από αυτές είναι η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στα σχολεία της Αυστραλίας, ως δεύτερη και όχι ως διδασκόμενη μόνο σε παιδιά ομογενών, έπειτα από αποφάση της Επιτροπής Διαμόρφωσης του Εθνικού Προγράμματος Διδασκαλίας Γλωσσών της Αυστραλίας (ACARA). Επιπρόσθετα, το πανεπιστήμιο Λατρόμπ της Μελβούρνης, είναι το μόνο στην περιοχή της Βικτώρια που προσφέρει ολοκληρωμένο πρόγραμμα ελληνικών, από το αρχάριο επίπεδο μέχρι και τις διδακτορικές σπουδές. Αξιόλογο είναι το γεγονός της συμμετοχής παιδιών στα μαθήματα εκμάθησης της γλώσσας στα κατά τόπους ελληνικά σχολεία, κυρίως το Σαββατοκύριακο. Τέλος, σημαντική δραστηριότητα στην διάδοση της γλώσσας, είναι η διαδικασία της κοινωνικοποίησης των παιδιών σε ελληνικούς πολιτιστικούς συλλόγους, με σκοπό την διατήρηση της παράδοσης, μέρος της οποίας φυσικά είναι και η ελληνική γλώσσα.

Δεν θα πρέπει όμως να λησμονηθεί το γεγονός ότι, οι Έλληνες ομογενείς, αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην διατήρηση της ελληνικής γλώσσας στις περιοχές τους. Αυτό συμβαίνει καθώς μειώνεται, λόγω θανάτων, ο πληθυσμός των πρώτων μεταναστών, που μιλούσαν περισσότερο την ελληνική, καθώς οι νέες γενεές επικοινωνούν στην Αγγλική περισσότερο, επειδή έχει καθιερωθεί στην καθημερινότητα τους. Οι γηραιότεροι βέβαια καταβάλουν προσπάθειες, ώστε η γλώσσα να μεταλαμπαδευτεί στα άτομα νεαρής ηλικίας, μέσω της ενασχόλησης τους με δρώμενα της τοπικής παροικίας. Καταλήγοντας, εκτιμάται ότι η καρδιά της ελληνικής ομογένειας θα συνεχίσει να χτυπά μέσω της διατήρησης της γλώσσας, από την στιγμή που αυτή αποτελεί αναπόσπαστο συστατικό στοιχείο του ελληνικού πολιτισμού, που έχει διασκορπιστεί σε αρκετές πόλεις του παγκόσμιου χάρτη.

Πηγές

  • Η υπ. αριθμ. 17889 κοινή απόφαση των υπουργών Εσωτερικών, Εξωτερικών και Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, ΦΕΚ Β’ 1384/24/04/2017).
  • Εφημερίδα «Νέος Κόσμος». https://neoskosmos.com

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.