Το δίκαιον είναι συντηρητικό και οι ιδεολογικοί αγώνες απαιτούν υλικές θυσίες

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, Οικονομολόγος, Σύμβουλος χρηατοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Πολλοί έχουν επισημάνει, τα χρόνια της πρόσφατης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης στη χώρα μας, τις ασθένειες της ελληνικής κοινωνίας. Έχουν ειπωθεί διάφορα, αλλά καθώς φαίνεται δεν είναι δύσκολο να διαγνώσουμε την αιτία του κακού. Αν και έχω γράψει αρκετά σχετικά με αυτό, εδώ θα επιλέξω μια διαφορετική προσέγγιση. Πάσχει από την έλλειψη της πνευματικής και ηθικής τάξης, επειδή απομακρύνθηκε στις μέρες μας από τις παραδόσεις του έθους και της εκκλησίας και από τις υγιείς αρχές του πατριαρχικού βίου. Συντηρητικό; Mα το κράτος από τη φύση του δεν είναι συντηρητικό; «Το δίκαιον είναι συντηρητικό», δε διδάσκεται σε όλες τις νομικές σχολές; Μέχρι και ο αριστερός Στάλιν το κατάλαβε έγκαιρα αυτό και έγινε «πατερούλης»… Αυτόν τον πατερούλη που συνεχίζουν να αναζητούν ακόμα και σήμερα οι Ρώσοι στο πρόσωπο του Πούτιν.

Μεγάλη επίδραση σε αυτό υπήρξε η βιομηχανική επανάσταση, η οποία δεν αναπτύχθηκε ουσιαστικά μεν –η Ελλάδα ακόμα και σήμερα παραμένει μια μικροαστική χώρα, χωρίς ισχυρή κεφαλαιοκρατική βάση και βρίσκεται πολύ πίσω σε επίπεδο βιομηχανικό -, αλλά η όποια ανάπτυξη της βιομηχανίας σε συνδυασμό με τον εκδημοκρατισμό και τη λειτουργία του πολυκομματικού κοινοβουλευτισμού απόσπασε μεγάλη μάζα του πληθυσμού από τα δεσμά του πατριαρχισμού για να πέσει όμως με τα μούτρα στην μαζική κοινωνία και φυσικά κατανάλωση. Ο καταμερισμός της εργασίας έρχεται να υποκαταστήσει τα παραδοσιακά ανθρώπινα δεσμά. Ο δε ψυχολόγος τον πνευματικό και τα σπίτια μας που ήταν κάποτε έπαψαν να είναι κατ’ οίκον εκκλησίες.

Συμβαίνει και κάτι ακόμα, όμως. Η αντίληψη του Πλήθωνος Γεμιστού ότι ο ελληνικός λαός έπρεπε να παραιτηθεί από τις αυτοκρατορικές επιδιώξεις και να περιορισθεί στις αυστηρά εθνικές, και που οδήγησε στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 και απελευθέρωση της Ελλάδας, έχει αποδυναμωθεί. Από τις λίγες στιγμές στην σύγχρονη ιστορία της, που αποδέχεται τον συντηρητισμό και η Ελλάδα αποκτά την ελευθερία της και όμως μεγάλο μέρος του σύγχρονου Έλληνα αφενός δεν έχει αυτοκρατορικές επιδιώξεις αλλά την ίδια στιγμή απαξιώνει, σε αρκετές περιπτώσεις λοιδορεί αλλά κυρίως θυσιάζει την αξία και σημασία της εθνικής συνείδησης, άλλοτε στο βωμό μιας οικουμενικής και άλλοτε ή και παράλληλα μιας διεθνιστικής αρχής. Αποκαθηλώνονται οι αγωνιστές του 21’ και μαζί τους οι Άγιοι της Εκκλησίας μας για να πάρουν τη θέση τους ο Στάλιν, ο Λένιν, ο Μπακούνιν, ο Τσε, ο Μάο κ.α.. Για να καταλάβετε τι πατερούληδες αναγνωρίζει ο Έλληνας… και είναι και υπερήφανος για αυτό μάλιστα!

Πάνω σε αυτό ο Παναγιώτης Κονδύλης γράφει στο σύγγραμμα του Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο: «Η κοινή δογματική ομολογία πίστεως του φιλελευθερισμού και του μαρξισμού στο πρωτείο της οικονομίας και της κοινωνίας απέναντι στην πολιτική και στο κράτος βρήκε τον αντίκτυπο της και στις κοινωνικές ουτοπίες των δυο αυτών τάσεων… Στον φιλελεύθερο ευσεβή πόθο της αντικατάστασης του εμπορίου από τον πόλεμο μέσα σε έναν ενιαίο κόσμο, όπου θα δέσποζαν εν μέρει το «αόρατο χέρι» και εν μέρει οι αρχές της οικουμενικής ηθικής, αντιστοιχούσε το μαρξιστικό όραμα μιας μελλοντικής αταξικής κοινωνίας όπου τα οικονομούντα υποκείμενα θα αυτοδιοικούνταν χωρίς να ασκούν πολιτική με την παραδοσιακή έννοια». Στην Ελλάδα επιλέγουμε αντί για κράτος να ζούμε σε και με ουτοπίες.

Η Ελλάδα μετατρέπεται από επαρχία βάρβαρου ασιατικού κράτους, σε πολιτεία με συγχρονισμένο – στις γενικές γραμμές του – ευρωπαϊκό πολιτισμό και ο Έλληνας εξευρωπαΐζεται. Φαίνεται ότι δεν το εκτιμά αρκετά αυτό, καθώς οι ηθικές και λογικές αξίες των αιώνων γκρεμίζονται μεν, αλλά οι τρεις μεταφυσικές έννοιες – Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα – που θα τις αντικαταστήσουν λαμβάνουν την μορφή της ελευθερίας της απιστίας, της αδελφότητας της λαιμητόμου και της ισότητας της αθλιότητας.

Το κράτος κάνει παντού αισθητή την παρουσία του με το στρατιώτη, τον αστυνομικό ή και χωροφύλακα, τον υπουργό, το βουλευτή, το δικαστή, τον έφορο, το νομάρχη κ.α.. Το παλιό, αφελές, εθιμικό και πολυποίκιλο τοπικό δίκαιο, αντικαθίσταται από νομοθεσία καθαρά ευρωπαϊκή. Διαθέτει, όμως, κυβερνήσεις οι οποίες στην πλειοψηφία τους είναι ανίκανες να επιβάλλουν ριζικές λύσεις στα οικονομικά και κρατικά ζητήματα, που παραλύουνε τη ζωή του τόπου. Τα κόμματα που τις αποτελούν φροντίζουν το καθένα για τα ειδικά συμφέροντα των οπαδών του και για την αύξηση των ψήφων του. Διαφωνούν συνεχώς και σε ζητήματα αρχών και, συχνότερα, σε ζητήματα εντελώς πρακτικά, αλλά με μεγάλη κομματική σημασία. Για το λόγο αυτό το ελληνικό κράτος το διακατέχει από τη σύσταση του το: «Δυστυχώς, επτωχεύσαμεν».

Σπανίζουν οι περιπτώσεις που ένας πολιτικός με εξαιρετική δύναμη, με μακρινά οράματα, με θαυμαστή διαίσθηση και θαυμαστή οξυδέρκεια, παίρνει στα χέρια του το τιμόνι της πολιτείας στις κρίσιμες στροφές της νεότερης εξέλιξης του Ελληνισμού. Και όποτε συμβαίνει ο πολιτικός αυτός πολεμάτε τα μάλα από τις διάφορες συντεχνίες και κομματικά συμφέροντα. Από τις αρχές σχεδόν του 20ου αιώνα η πολιτική ταλαντεύεται μεταξύ του φιλελευθερισμού και της κοινωνικής δημοκρατίας από τη μια και των ακροτήτων του μαρξισμού και του φασισμού από την άλλη.

Ο μεταπολεμικός εμφύλιος αλλά και οι δεκαετίες 60’ και 70’ αποτελούν και αυτά σημεία καμπής για τη σημερινή πορεία της χώρας. Τότε ξεκινάει η έντονη σύγκρουση ανάμεσα στα παιδιά και στους γονείς τους, αλλά και το κύμα των εξορισμένων και των εχόντων φάκελο κοινωνικών φρονημάτων, οι οποίοι επιστρέφοντας στα δημόσια δρώμενα για τις επόμενες δεκαετίες καταφέρνουν να γίνουν ένα κατεστημένο στην κουλτούρα γενικώς. Μια σύγκρουση και ένα κατεστημένο, όμως, με πολλά αντιφατικά χαρακτηριστικά τα οποία κυριαρχούν μεν για τα επόμενα 60 έτη, αλλά αποτυγχάνουν πολιτικά.

Στις μέρες μας, όπως γράφει και ο Μπέρτραντ Ράσσελ από το 1963 – για να καταλάβετε πόσο ακόμα πίσω βρισκόμαστε σαν χώρα -, το ξίφος του Θεού βρίσκεται στα χέρια των Μαρξιστών, ο προλετάριος γίνεται ο εκλεχτός και η χώρα μας το πληρώνει τις τελευταίες τρείς δεκαετίες αυτό. Αν και το κάθε κράτος, είναι, από τη φύση του, συντηρητικό, το ελληνικό εξαιτίας κυρίως των αριστερών και περιορισμένα των φιλελεύθερων πεποιθήσεων του, δεν υιοθετεί ποτέ αυτό που είπαμε αρχικά και που διδάσκεται σε όλες τις νομικές σχολές, ότι «το δίκαιον είναι συντηρητικό». Οι δε σύγχρονος Έλληνας ενώ αναζητά το όραμα δεν εννοεί να καταλάβει ότι, οι ιδεολογικοί αγώνες απαιτούν υλικές θυσίες.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.