Τι σημαίνει Κύπρος για εμάς;

Γράφει ο Γεώργιος Λ. Κωνσταντόπουλος, Νομικός

Η επιδίωξη καθώς και το είδος της λύσης στο Κυπριακό προϋποθέτει μία σαφή απάντηση στο στοιχειακό ερώτημα τι σημαίνει Κύπρος για τον Ελληνισμό. Κι αυτό διότι η Κύπρος για τον Ελληνισμό είναι πρωτίστως ζήτημα βυθομέτρησης και αυτοκατανόησης του συλλογικού μας υποκειμένου. Ποιοι είμαστε, πώς πορευόμαστε, τι επιδιώκουμε; Το Κυπριακό εν τέλει είναι ο τρόπος που ιχνογραφούμε το πρόσωπό μας στον κόσμο και την Ιστορία.

Οι Τούρκοι έχουν απαντήσει με σαφήνεια, κατ’ επανάληψιν και μετ’ επιτάσεως σε αυτό το ερώτημα. Δεν έχει κανείς παρά να διαβάσει το Στρατηγικό Βάθος του μέχρι πρότινος αρχιτέκτονα της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας, Αχμέτ Νταβούτογλου. Αδρομερώς το τούρκικο δόγμα περιχαρακώνεται στο εξής αξίωμα- γεγονός που καθιστά και την επίτευξη δίκαιας και βιώσιμης λύσης παιχνίδι για αιθεροβάμονες, αδαείς ή αφελείς πασιφιστές: «Ακόμα κι αν δεν υπήρχε ούτε ένας μουσουλμάνος (ενν. τούρκος ή τουρκοκύπριος) στην Κύπρο θα έπρεπε να τον εφεύρουμε».

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η σκέψη του Γεωργίου Σεφέρη ότι το Κυπριακό είναι «πριν απ’ όλα ζήτημα καλλιέργειας, ζήτημα «κουλτούρας» με την πλατύτερη έννοια που έχει αυτή η λέξη» παραμένει επίκαιρη και συνιστά αφετηρία για να ακτινογραφήσει κανείς τις απόψεις, τις θέσεις και τις διαθέσεις της κοινωνίας αλλά και του πολιτικού συστήματος απέναντι στην διαχείριση μιας χρονίζουσας και χαίνουσας πληγής με πολυκύμαντη και πολυαίμακτη διαδρομή, ενός ανεπούλωτου τραύματος που οριοθέτησε με αφετηρία το 1922 μια πορεία διάστικτη εθνικών καταστροφών.

Την δεκαετία του 1950, όταν το Κυπριακό εντάσσεται στο στάδιο αρχικά της ανακίνησης, της όξυνσης μετέπειτα, κορύφωσης αργότερα και απόληξης σε μια κόλουρη και εθνικά επιζήμια, όπως βαπτίστηκε, λύση με τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, η ελληνική κοινωνία, σε Ελλάδα και Κύπρο, δεν είχε διανοηθεί ότι θα ετίθετο ποτέ ως κύριο ή παρεμπίπτον ζήτημα η φύση του Κυπριακού, η σχέση της Κύπρου με την Ελλάδα και τι είδους δεσμός συνδέει το μητροπολιτικό κέντρο με το ακριτικό προκεχωρημένο φυλάκιο.

Ένα ομόθυμο, ομονοούν και συμπαγές Έθνος βάδιζε αταλάντευτα προς τον σκοπό με τον οποίον έχει συνυφάνει αξεδιάλυτα και ατελεύτητα την υπόστασή του: να αγωνισθεί για την Ελευθερία του, να αποτινάξει τον αποικιακό ζυγό του Στέμματος και να τραβήξει τον δρόμο της Ένωσης. Η ατόφια Ρωμιοσύνη της Κύπρου με την άλκιμη ελληνόψυχη νεολαία της κάθε φορά που στεκόταν στο ικρίωμα για να ακούσει τον γδούπο της καταπακτής που ισοδυναμούσε με βήμα γενέθλιο προς την Αθανασία τραγουδούσε βουρκωμένη αλλά σίγουρη και υπερήφανη τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν.

Σήμερα, όμως, τι σημαίνει Κύπρος για τον μέσο Ελλαδίτη και πώς κωδικοποιεί ο ίδιος το Κυπριακό, αληθούς υποτιθεμένης της προκείμενης ότι αποτελεί, πράγματι, μία εθνική υπόθεση;

Είναι ένας αταβιστικός αλυτρωτισμός μιας ανολοκλήρωτης Μεγάλης Ιδέας ∙ μία εκκρεμής διπλωματική διευθέτηση που αποτελεί παρωνυχίδα στο ασταθές πλέγμα ασφαλείας με την Τουρκία και οξύνει παράλληλα τις σχέσεις μας με τους συμμάχους ∙ ένα προνομιακό πεδίο για την ανατροπή ισχύος και συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ των χωρών που διεκδικούν για τον εαυτό τους τον ρόλο της περιφερειακής δύναμης στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου ∙ ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορικής περιφέρειας του Ελληνισμού, το προκεχωρημένο φυλάκιο του Έθνους στην Ανατολή, ένας κόσμος ελληνικός ή απλώς ένα κυρίαρχο κράτος που οφείλει να βαδίσει αυτόνομα, ανεξάρτητα και άνευ συναισθηματικών αγκυλώσεων σε ένα βιώσιμο μέλλον όπως το ίδιο το εννοεί;

Το Σχέδιο Ανάν, το οποίο πλανάται εκ νέου πάνω από τη νήσο της Αφροδίτης, ως πρόσφατη πρόκληση, απέδειξε ότι το εθνικό σώμα έχει αναπτύξει ανθεκτικά αντισώματα και δεν είναι ευεπίφορο σε εθνομηδενιστικά ιδεολογήματα που προωθούν την ψευδεπίγραφη και χυδαία θεωρία της «κυπριοσύνης», που τάχα χωρίζει Ελλαδίτες και Κυπρίους σε δύο διαφορετικά έθνη των οποίων οι κόσμοι είναι ασύμπτωτοι με συνέπεια τα δυο κράτη να πρέπει να απαγκιστρωθούν από το εθνικό παρελθόν, την κοινή ιστορία και μοίρα και να διαγράψουν τους αιμάτινους δεσμούς που συνέχουν την Μάνα Ελλάδα με την Κόρη Κύπρο.

Η Κύπρος δεν είναι «νήσος τις», η οποία δε μάλιστα «κείται μακράν». Αρνητές των εθνικών ιδεών, διαπρύσιοι κήρυκες του μηδενισμού και καπηλευτές δανεικών ιδανικών μπουσουλούν ενδοτικά, λερώνουν το χώμα που πατούν και πρωτοστατούν στα χαλκεία ότι η Κύπρος τυγχάνει απλώς να είναι μια ελληνόφωνη δημοκρατική πολιτεία. Έχει απαντήσει ήδη σε αυτούς ο σπουδαίος Παντελής Μηχανικός, Κύπριος ποιητής, στο ποίημα του «Ίτε», από την συλλογή «Κατάθεση», ένα χρόνο μετά την ισλαμοφασιστική εισβολή του Αττίλα με τον πλέον κατάλληλο τρόπο: «Τέτοιοι ρουφιάνοι/ δεν μπορούν να πολεμήσουν για τίποτε».

Όσοι εξ ημών όμως πιστεύουν ότι η Κύπρος αποτελεί έναν ζωοδότη πνεύμονα του Έθνους, το ιστορικό αεροπλανοφόρο του Ελληνισμού και το βαρύ χρέος ότι ο Ελληνισμός δεν εξαντλείται στα σημερινά στενά γεωγραφικά όρια της Ελλάδας η μόνη λύση που μπορούμε να αξιώνουμε είναι μία Κύπρος, Ελεύθερη, Ενιαία και Ελληνική. Όσοι αναπλάθουν στη φαντασία τους τις μάχες των αδερφών Ελληνοκυπρίων και νιώθουν το αδιαόρατο ρίγος να διαπερνά την ραχοκοκαλιά τους μπορούν αποδεχτούν μόνο μία λύση: Λύση χωρίς στρατούς κατοχής, χωρίς εγγυήσεις, χωρίς de facto άπαρτχαϊντ εις βάρος των Ελληνοκυπρίων, χωρίς θνησιγενές σύστημα διακυβέρνησης, χωρίς αγνοουμένους, χωρίς χαμένες περιουσίες, χωρίς γκρεμισμένες χριστιανικές εκκλησίες, χωρίς ερειπωμένα νεκροταφεία και πρωτίστως χωρίς την ισλαμοφασιστική σπάθη του Αττίλα να επικρέμαται πυρωμένη πάνω από τον Ελληνισμό της Κύπρου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *