Θεωρία Πολιτικής Ανάπτυξης και το «Επιτελικό Κράτος»

Γράφει ο Φίλιππος Νικολόπουλος, Δρα Κοινωνιολογίας – πρ. Επίκ. Καθηγ. Φιλοσοφικής Σχολής Παν/μίου Κρήτης, πρ. Α/τή Καθηγητή Παν/μίου Ινδιανάπολης, Γραμ. των Σχολείων και της Κοσμητείας του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός»

Σύμφωνα με τη θεωρία πολιτικής ανάπτυξης βασικά χαρακτηριστικά (και κριτήρια φυσικά) ενός αναπτυγμένου πολιτικού συστήματος (ΠΣ) αποτελούν: 1) η επικράτηση ορθολογικού πνεύματος στον τρόπο λειτουργίας των θεσμών του, 2) η εξειδίκευση (επαρκής και αποτελεσματική) των δομών, θεσμών και λειτουργιών του, 3) η αξιοποίηση και παράλληλα προστασία των πόρων του και 4) η ανταποκριτική ικανότητα του ΠΣ, ως συστήματος αποφάσεων, στα αιτήματα των πολιτών και στο σύνολο των δεδομένων που ανευρίσκονται στο ευρύτερο κοινωνικό, φυσικό και διεθνές περιβάλλον.

Ας σημειώσουμε ότι σχετικά με το πρώτο χαρακτηριστικό συμπεριλαμβάνουμε οπωσδήποτε την έννοια της αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας, όχι απλώς θεωρητικά που σημαίνει ότι ο παράγοντος «χρόνος» λαμβάνεται σοβαρά υπόψη. Αποδοτικότητα ενός συστήματος αποφάσεων πολύ απλά σημαίνει να παράγεται όσο το δυνατόν περισσότερο έργο, με βάση τους σκοπούς που έχεις θέσει, σε όσο το δυνατόν λιγότερο χρόνο και με το λιγότερο δυνατό κόστος. Επίσης η μεταβλητή «χρόνος» λαμβάνεται υπόψη όταν μακροπρόθεσμα προγραμματίζεις και προλαμβάνεις έγκαιρα ώστε το κόστος να μειώνεται όσο το δυνατόν περισσότερο.

Όταν πάλι ομιλούμε για «επιτελικό κράτος» (μια και τον τελευταίο καιρό ακούγεται αυτός ο όρος) εννοούμε έναν κυβερνητικό μηχανισμό και ένα κρατικό σύστημα (κυρίως ως Δημόσια Διοίκηση) που διαμορφώνει πολιτικές και χαράσσει κατευθύνσεις με ομάδες διευθυνόντων (όχι μόνο με την τυπική αλλά και την ουσιαστική έννοια του όρου) που διέπονται από τα παραπάνω χαρακτηριστικά της πολιτικής ανάπτυξης. «Επιτελικό κράτος» δεν νοείται ως συντήρηση και αναπαραγωγή οποιουδήποτε εξουσιαστικού μηχανισμού που ενδιαφέρεται κυρίως για την αυτοσυντήρησή του, διότι τότε θα είχαμε «επιτελικούς σχεδιασμούς» ιδιοτελών κινήτρων. Η πολιτική κοινωνιολογία μας έχει διδάξει πολλαπλώς ότι η ομάδα των οποιωνδήποτε εξουσιαζόντων πολλές φορές τείνει ν’ αυτονομείται απέναντι στις πραγματικές ανάγκες του κοινωνικού σώματος και στους υποτιθέμενους σκοπούς, που πρέπει να εξυπηρετεί. Ιδιαίτερα σήμερα, μάλιστα, με την επιρροή των ΜΜΕ αυτό το «κεκρυμμένο ιδιοτελές» μπορεί να καλύπτεται από έντεχνες επικοινωνιακές πολιτικές. Το «επιτελικό κράτος» υφίσταται με αναφορά και μόνο την ωφέλεια και τη βελτίωση του πολιτικού συστήματος και την κάλυψη των αναγκών του κοινωνικού σώματος, μέσα στο πλαίσιο σήμερα μιας αποτελεσματικής οικολογικής πολιτικής (σήμερα η καλή λειτουργική σχέση ανθρώπου, φύσης, περιβάλλοντος έχει προτεραιότητα, όχι μόνο για λόγους επιβίωσης της Ανθρωπότητας και του πλανήτη, αλλά και για λόγους μιας άλλης φιλοσοφίας αντι-ωφελιμιστικής και αντι-«εργαλειακής»).

Στη χώρα μας, αντικειμενικά και διαχρονικά ομιλώ, αν και μετά το 1974 υπήρξαν βήματα πολιτικής προόδου και πολιτικής ανάπτυξης – συγκριτικά με προηγούμενες πολιτικές περιόδους – τα παραπάνω χαρακτηριστικά δεν έχουν την απαιτούμενη επάρκεια, συγκριτικά, τουλάχιστον, με άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Κι υπάρχουν λόγοι γι’ αυτό, ιστορικοκοινωνικοί, πολιτισμικοί και οικονομικοί (π.χ. οι εκτεταμένες πελατειακές σχέσεις πολιτευομένων και πολιτών, αυταρχικότητα πολιτικών δομών, παράδοση πολιτικής κουλτούρας διαφορετική εκείνης των δυτικοευρωπαϊκών χωρών λόγω μιας άλλης ιστορικής πορείας κ.ά.).

Τον τελευταίο καιρό, λοιπόν, ακούμε για «επιτελικό κράτος». Υπάρχει τελικά αυτό, πέρα από τα εξαγγελλόμενα και δηλούμενα; Βέβαια δεν μπορεί κανείς να περιμένει από την μία ημέρα στην άλλη ένα κόμμα κι ένας πρωθυπουργός να ξεπεράσει θεσμικές ελλείψεις, ανεπάρκειες και παθογένειες δεκαετιών (επί του προκειμένου αναφερόμαστε στον κ. Μητσοτάκη). Ωστόσο μια συγκριτική εκτίμηση (με σημείο αναφοράς ανεπτυγμένα πολιτικά συστήματα) και μία μετριοπαθής (σε σχέση πάντα με ασύμμετρες απειλές και ακραία φαινόμενα και κρίσεις) και καλόπιστη κριτική μπορεί και πρέπει να ασκηθεί (το πνεύμα της κριτικής πολιτικής πρέπει πάντα ν’ αναζητείται και όχι να παραμερίζεται ή να καλύπτεται από έναν ακραίο αντιπολιτευτικό και συσκοτιστικό λόγο).

Αν κρίνουμε από τα αποτελέσματα αναφορικά με τις πρόσφατες πυρκαγιές που αποτέλεσαν μια εθνική τραγωδία διατηρούμε σοβαρές επιφυλάξεις για μία καταφατική απάντηση στο παραπάνω ερώτημα, ενώ π.χ. στην «υβριδική» επίθεση της Τουρκίας την άνοιξη του 2020 μέσω της «εργαλειοποιημένης» ώθησης και πίεσης των μεταναστών στα σύνορα του Έβρου θ’ απαντήσουμε μάλλον θετικά. Σε σχέση με τις πυρκαγιές και την προστασία των δασών η κλιματική αλλαγή και κρίση, οι ακραίες θερμοκρασίες και οι εμπρησμοί δεν αποτελούν «άλλοθι».

Κατ’ εξοχήν το «επιτελικό κράτος» πρέπει να λαμβάνει τα μέτρα του, να προβλέπει και να προλαμβάνει με βάση το πιο αρνητικό σενάριο καταστροφών. «Στις φουρτούνες φαίνεται ο καλός καπετάνιος», όπως λέει η παροιμία. Η κλιματική αλλαγή και η αύξηση της μέσης θερμοκρασίας σε πλανητικό επίπεδο είναι δεδομένη. Ελήφθησαν όμως τα απαραίτητα μέτρα (στο σημείο αυτό εννοώ και τις προηγούμενες κυβερνήσεις); Όχι, βέβαια. Το οικολογικό κίνημα χρόνια τώρα επισημαίνει τους κινδύνους. Το έλαβαν υπόψη τους σοβαρά οι κυβερνώντες στη χάραξη της πολιτικής τους. Αμφιβάλλουμε: Ακούμε π.χ. συνέχεια για την ανάγκη ν’ ανεβούν οι αναπτυξιακοί ρυθμοί, χωρίς όμως να επισημαίνεται ότι οφείλουμε ν’ αναφερόμαστε μόνον στην ΒΙΩΣΙΜΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ και όχι στην αύξηση του εθνικού εισοδήματος με κάθε τρόπο!

Για τα δάση δημιουργήθηκε ενιαίος φορέας προστασίας τους (με συμμετοχή δασικών και πυροσβεστικών υπηρεσιών, ειδικά εκπαιδευμένων σωμάτων του στρατού, ειδικών μονάδων πυροσβεστών εκπαιδευμένων ως κομμάντος, ειδικής αστυνομίας ορεινών χώρων και δασών, με συντονισμένα σώματα εθελοντών και φυσικά τις υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας); Όχι, βέβαια. Διασφαλίστηκε ο απαιτούμενος συντονισμός όλων των εμπλεκομένων φορέων στην κατάσβεση των πυρκαγιών (γενικά στη χώρα μας υπάρχει σοβαρότατο πρόβλημα συντονισμού υπηρεσιών, λείπει δηλ. αυτό που λέμε στην θεωρία πολιτική ανάπτυξης ολοκλήρωση (integration) υπηρεσιών); Σαφώς όχι. Υπάρχουν πολλοί δασοφύλακες που είναι αδιόριστοι, ενώ οι δασικοί (που είναι άκρως απαραίτητοι) δεν συνεργάζονται πλέον με τους πυροσβέστες! Η από αέρος πυρόσβεση έχει ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια με νέα και περισσότερα πτητικά μέσα και με απόλυτη καταλληλότητα των υπαρχόντων; Σαφώς όχι. Το ίδιο συμβαίνει και με τις μηχανοκίνητες χερσαίες δυνάμεις πυρόσβεσης.

Υπάρχει επιπλέον υποψία εμπρησμών. Σωστά. Πώς ενισχύθηκε όμως η προληπτική περιπολία, με μηχανικά και ανθρώπινα μέσα και ο αστυνομικός έλεγχος αυτών των περιπτώσεων και πιθανοτήτων, τον τελευταίο καιρό; Με λίγα ή ανύπαρκτα μέτρα. Ύστερα ποιος είναι ο ρόλος της ΕΥΠ; Υπάρχει τελικά εθνική υπηρεσία πληροφοριών σε ουσιαστικό επίπεδο; Αμφιβάλλουμε. Τα ερωτήματα μπορούν να διατυπώνονται το ένα μετά το άλλο.

Για να θυμηθούμε και λίγο «κυβερνητική και θεωρία συστημάτων» (Cybernetics and Systems Theory) σ’ ένα περιβάλλον αυξανόμενης πολυπλοκότητας ισχύει ο ξεχασμένος Νόμος του Ashby: Για να ελέγξει ένα σύστημα ελέγχου και αποφάσεων ένα συγκεκριμένα περιβάλλον πρέπει να έχει τουλάχιστον τον αυτό βαθμό πολυπλοκότητας με αυτό. Αυτό σημαίνει απλά ότι πρέπει να μπορεί ν’ αντιμετωπίζει κάθε επιμέρους εκδοχή αυτής της πολυπλοκότητας με επάρκεια και να του περισσεύουν επιπλέον δυνάμεις και δυνατότητες! Με τον νόμο του Ashby βρίσκεσαι μπροστά από τα γεγονότα και όχι πίσω από αυτά (όπως δυστυχώς συμβαίνει στη χώρα μας). Ο κίνδυνος και η απειλή των πυρκαγιών στο φυσικό περιβάλλον της χώρας πρέπει ν’ αντιμετωπισθεί με «οιονεί στρατιωτικό τρόπο» ως εάν επρόκειτο για εθνική απειλή και εχθρό. Αυτό είναι το νέο καθήκον ενός πραγματικά επαρκούς «επιτελικού κράτους», που δεν παίζει με ημίμετρα, αλλά παρεμβαίνει με πυγμή, ορθολογικότητα και αποτελεσματικότητα!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.