Θεόδ. Κολοκοτρώνης, ο μεγάλος ηγέτης της Εθνεγερσίας του 1821!..

Γράφει ο Αθανάσιος Δέμος

Όταν γίνεται λόγος για την Ελληνική Επανάσταση του 1821, αυτομάτως στη σκέψη μας κυριαρχεί η μορφή του Κολοκοτρώνη.

Και είναι φυσικό, γιατί χωρίς αυτόν δεν θα ελευθερώνονταν η Ελλάδα. Γιορτάζοντας τα διακόσια χρόνια από την έναρξη του απελευθερωτικού Αγώνα επιβάλλεται να εξάρουμε την προσφορά της μεγάλης μορφής του Γέρου του Μοριά.

Ο Θεοδ. Κολοκοτρώνης είναι η μεγάλη αξία του απελευθερωτικού αγώνα, που στέκεται πιο ψηλά από όλους τους στρατηγούς. Είναι εκείνος που ενσάρκωσε την ιδέα του Αγώνα. Αυτή την ιδέα την έζησε στο βουνό με το ντουφέκι, πριν ο Ρήγας Φεραίος κάνει το κήρυγμα, σκέφτηκε την πραγματοποίησή της πριν ιδρύσουν τη Φιλ. Εταιρεία στην Οδησσό οι πρώτοι Φιλικοί, ο Κολοκοτρώνης την έκανε πρακτική με την επαναστατική, τη θερμουργό ψυχή του.

Η κίνηση του Κολοκοτρώνη στον αγώνα είναι η δράση μιας δημιουργικής δύναμης. Κατάγονταν από μια οικογένεια που για τρεις αιώνες οι αγωνιστές της πάλευαν, αγωνίζονταν κατά της σκληρής μοίρας των Ελλήνων. Γεννήθηκε πάνω σε ένα βουνό, κάτω από το φύλλωμα ενός δέντρου, ενώ ο πατέρας του καταδιώκονταν από τους Τούρκους (1770 Ορλωφικά).

Στις παραμονές της Επανάστασης είναι μία ελληνική συνείδηση ώριμη για την επανάσταση και ακτινοβολεί τη θερμότητά της προς τους γύρω. Ήταν ο πολεμικός Μωυσής του αγώνα, που περίμενε μόνο την ώρα για τη φοβερή έξοδο προς την απολύτρωση. Η θαυμαστή διορατικότητά του, το εύστροφο πνεύμα του, η πείρα του, η γνώση του εδάφους, αλλά και η γνώση των αρετών και των ελαττωμάτων, των πολεμιστών του και των αντιπάλων του, αποκτήματα της κλέφτικης δραστηριότητάς του για δώδεκα χρόνια του έδωσαν πολλές νίκες που θα ήταν αρκετές για τη δόξα ενός στρατηγού.

Όταν ήρθε στην Ελλάδα ο Δημήτριος Υψηλάντης με τον τίτλο του πληρεξουσίου του Γενικού Επιτρόπου, δηλαδή της αρχιστρατηγίας, ο Κολοκοτρώνης ετέθη στη διάθεσή του ως καπετάνιος απλός ενός σώματος του στρατού των Τρικόρφων. Αλλά στην ουσία αυτός ήταν ο αρχιστράτηγος.

Προς τον Κολοκοτρώνη έγραφαν από την Ύδρα και τις Σπέτσες και από άλλες επαρχίες. Αναγκάστηκε να έχει γραμματείς για την ατελείωτη αλληλογραφία του. Αυτός κανόνιζε την κίνηση και ό,τι άλλο έγινε για την Τριπολιτσά από την αρχή της πολιορκίας μέχρι την άλωση, ήταν έργο δικό του. Ολόκληρος ο στρατός της Πελοποννήσου απέβλεπε προς αυτόν. Ο Κολοκοτρώνης τον ηλέκτριζε.

Οι νέοι, εκείνοι που τώρα κρατούσαν τα ντουφέκια, είχαν μεγαλώσει με τα τραγούδια των Κολοκοτρωναίων. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των τραγουδιών ήταν η προσωπική του ιστορία. Και η εμφάνισή του στην Πελοπόννησο με τους πρώτους πυροβολισμούς, ενέπνευσε την εμπιστοσύνη στον αγώνα και τον τρόμο στους Τούρκους

Για τους άλλους στρατηγούς ήταν η κορυφή. Ήταν ο Γέρος. Ο σεβαστός και ο άφθαστος. Ο Μάρκος Μπότσαρης κοκκίνιζε μπροστά του σαν παιδί. Ο Οδ. Ανδρούτσος δεν αναγνώριζε άλλον παρά μόνο το Γέρο. Ο Γεωρ. Καραϊσκάκης τον θεωρούσε το παν. Είναι αποκαλυπτικό το ακόλουθο περιστατικό: Όταν ο Καραϊσκάκης βρισκόταν προ των Αθηνών, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, για να ενισχύσει τον Καραϊσκάκη, έστειλε το γιο του Γενναίο με το σώμα του. Σε μια συμπλοκή ο Γενναίος είχε ορμήσει μεταξύ των πρώτων για να αποκρούσει τους Τούρκους και βρέθηκε στη μέση μιας χάλαζας σφαιρών. Ο Καραϊσκάκης του συνέστησε με αυστηρό τόνο να μην εκτίθεται στις μάχες. Ο Γενναίος του απάντησε: «Εσύ γιατί εκτίθεσαι;». «Μη κοιτάς τι κάνω εγώ. Αν πας εσύ, πάει η Ελλάδα. Αν πάω εγώ δεν παθαίνει τίποτε η Ελλάδα». «Πώς το λες αυτό;» είπε με έκπληξη ο Γενναίος. «Έτσι το λέω κι έτσι είναι», επέμεινε ο Καραϊσκάκης. Αν πας εσύ, πάει ο Γέρος, πάει η Ελλάδα, ενώ σαν εμένα έχει και άλλους το Έθνος».

Τα γεγονότα απέδειξαν ότι χωρίς τον Κολοκοτρώνη δεν θα ελευθερώνονταν η Ελλάδα. Έσωσε κυριολεκτικά την Επανάσταση σε τρία χρονικά σημεία.

Το πρώτο είναι στην αρχή της Επανάστασης με τον κατάλληλο στρατηγικό σχεδιασμό: Οι άλλοι οπλαρχηγοί υποστήριζαν να επιτεθούν και να καταλάβουν τα φρούρια περιφερειακά της Πελοποννήσου. Ο Κολοκοτρώνης διέβλεπε ότι πρώτα πρέπει να κυριευθεί το κέντρο (Τριπολιτσά) για να παραλύσει ο αντίπαλος. Και τα γεγονότα τον δικαίωσαν.

Αλλά, στην αρχή υπήρχε και ένα μεγάλο πρόβλημα. Από τους Πελοποννησίους μόνον οι Μανιάτες γνώριζαν τη χρήση των όπλων. Οι περισσότεροι από τους πρώτους αυτούς προμάχους της πατρίδας ήταν άοπλοι. Το σπουδαιότερο ήταν ο στρατός αυτός δεν είχε βαπτισθεί στο «πυρ της μάχης». Είχαν συνηθίσει να βλέπουν τους Τούρκους σαν κάτι το ακατανίκητο. Γι’ αυτό και με μεγάλη δυσκολία τον συγκρατούσαν οι αρχηγοί στην εμφάνιση εχθρικού στρατού.

Ο Κολοκοτρώνης υπήρξε ο εγκέφαλος που οδηγεί και εμψυχώνει το επαναστατημένο έθνος. Οδήγησε πλήθη άοπλα, ανθρώπων που δεν είχαν ρίξει μέχρι τότε ούτε μία ντουφεκιά, τους οδήγησε στο φοβερό κέντρο του εχθρού, την Τριπολιτσά. Έδωσε στον αναρχούμενο στην αρχή αγώνα τη μορφή πολέμου. Έτσι, μέσα σε λίγους μήνες, η Ελληνική Επανάσταση με την άλωση της Τριπολιτσάς, έγινε κυρίαρχος της Πελοποννήσου. Και τότε μόλις η Ευρώπη και η ίδια η Τουρκία πήραν στα σοβαρά την εξέγερση των Ελλήνων.

Αλλά, για να επιτύχει αυτά έπρεπε να δώσει μια νικηφόρα μάχη για να μετατραπούν οι απόλεμοι σε μαχητές και να αποκτήσουν όπλα.

Αυτά τα πέτυχε ο Κολοκοτρώνης με την πρώτη μεγάλη νίκη στο Βαλτέτσι στις 13 Μαΐου 1821. Οι πρώτες οδηγίες που έδωσε απέβλεπαν στην οχύρωση όλων των κατάλληλων θέσεων γύρω από την Τριπολιτσά. Έτσι, εάν οι Τούρκοι επιχειρούσαν έξοδο για να διαλύσουν τους επαναστάτες θα μπορούσαν εύκολα να τους αντιμετωπίσουν. Όταν οι επαναστάτες επιχειρήσουν την άλωση της Τριπολιτσάς, θα έχουν περισσότερες πιθανότητες να το επιτύχουν ξεκινώντας από οχυρά.

Έτσι, το πρωί της 12 Μαΐου 1821, ο Κεχαγιάμπεης ξεκίνησε με ισχυρή δύναμη από την Τριπολιτσά έχοντας και πλούσιο εξοπλισμό με στόχο να διαλύσει τους επαναστάτες. Επιτέθηκε στο κεντρικό οχυρό του Βαλτετσίου, χωρίς αποτέλεσμα. Με μεγάλη γεναιότητα απαντούσαν από όλα τα οχυρά οι Έλληνες.

Μία γυναίκα που ήταν στο σώμα του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, η Μανιάτισα Σταυριάνα έτρεχε συνεχώς από τον ένα προμαχώνα στον άλλον και μοίραζε πολεμοφόδια.

Ο Μητροπέτροβας, ο ηρωικός αυτός γέρος με τη λευκή γενειάδα, φαινόμενο αντοχής, ενώ διηύθυνε τα του Προμαχώνα του, μάχονταν συγχρόνως στο ταμπούρι του σαν απλός πολεμιστής παίρνοντας συνεχώς από τα χέρια των ακολούθων του τα ντουφέκια που του γέμιζαν. Όρθιος χωρίς ούτε μια στιγμή να σταματά, πυροβολούσε ασταμάτητα. Είχε την ικανότητα της ευθυβολίας και το τουφέκι του θαυματούργησε. Χτυπούσε κατά προτίμηση τους έφιππους Τούρκους που ορμούσαν καλπάζοντας με το ένα χέρι στα μάτια και με το άλλο κράδαιναν υψωμένο σπαθί. Καμία βολή του Μητροπέτροβα δεν πήγε χαμένη.

Κάποια στιγμή ο Κολοκοτρώνης φώναξε: «Απάνω τους, Έλληνες!». Οι τουρκική υποχώρηση μετατράπηκε σε φυγή. Οι Τούρκοι πανικόβλητοι πετούσαν μπροστά στους Έλληνες τα ασημένια τους όπλα για να σωθούν και αυτό τους έσωσε πολλούς, γιατί οι περισσότεροι από τους επιτιθεμένους Έλληνες απασχολήθηκαν με την αποκόμιση των πεταμένων όπλων. Αλλά, δεν ήταν απλή λαφυραγωγία. Οι Έλληνες στρατιώτες είχαν μεγάλη ανάγκη από όπλα και έβλεπαν τα όπλα που πετούσαν οι Τούρκοι σαν το μεγαλύτερο δώρο της νίκης εκείνης. Η καταδίωξη σταμάτησε σε μικρή απόσταση από την Τρίπολη. Οι Τούρκοι επέστρεψαν έχοντας μαζί τους 635 τραυματίες. Στο πεδίο της μάχης και στο δρόμο της φυγής τους άφησαν 514 νεκρούς. Άφησαν και τόσα όπλα, ώστε θα μπορούσαν να οπλιστούν με αυτά τέσσερις χιλιάδες άνδρες.

Με τη μεγάλη νίκη του στο Βαλτέτσι πέτυχε δύο σοβαρά προβλήματα που τον απασχολούσαν. Πρώτο ήταν το γεγονός ότι οι περισσότεροι από αυτούς που τον ακολούθησαν δεν ήταν πολεμιστές. Ήθελε να κερδίσει μία μάχη για να θαρρέψουν. Με τη νίκη στο Βαλτέτσι όλοι αυτοί πήραν «τον αέρα του πολέμου». Από εδώ και πέρα δεν φοβούνται και ψάχνουν να βρουν τους Τούρκους να τους χτυπήσουν.

Το δεύτερο είναι τα όπλα που πήραν. Είχαν μεγάλη έλλειψη από όπλα. Επιπλέον δε και οι Τούρκοι κατάλαβαν καλά με ποιους έχουν να κάνουν και δεν έκαναν άλλη σοβαρή έξοδο. Έτσι, παρέμειναν εκεί μέχρι την άλωση, οπότε και εδραιώθηκε η Επανάσταση.

Το δεύτερο χρονικό σημείο που έσωσε την επανάσταση ο Κολοκοτρώνης είναι τον Ιούλιο του 1822, όταν κατέστρεψε τη μεγάλη στρατιά του Δράμαλη στα Δερβενάκια. Στα μέσα Ιουνίου 1822 ξεκίνησε από τη Λαμία ο στρατός του Δράμαλη, 24 χιλιάδες πεζοί και 8 χιλ. ιππικό. Από μακρού χρόνου η Ελλάδα δεν είχε δει την μετακίνηση τόσων πολυπληθών στρατευμάτων.

Ο Δράμαλης πέρασε ανεμπόδιστα τον Ισθμό και την 5 Ιουλίου στρατοπέδευσε στην Κόρινθο. Η μεγάλη στρατιά του Δράμαλη διέσπειρε τον τρόμο στην Πελοπόννησο. Οι υπουργοί, οι γερουσιαστές και οι κυβερνητικοί υπάλληλοι έφυγαν καθώς και οι Βουλευτές κατέφυγαν σε δύο πλοία στον Αργολικό Κόλπο από όπου παρακολουθούσαν την εξέλιξη…

Μέσα σ’ αυτή τη σύγχυση ο Δημ. Υψηλάντης και ο Κολοκοτρώνης διατήρησαν το θάρρος και την ψυχραιμία τους. Ο Δράμαλης προχώρησε προς το Ναύπλιο. Στο μεταξύ ο Κολοκοτρώνης συνεννοήθηκε με τους προκρίτους στην Τρίπολη και εξέδωσαν κοινή απόφαση – προκήρυξη: «Πας Πελοποννήσιος, επί ποινή τουφεκισμού, έπρεπε να λάβη τα όπλα».

Όπως τα ρυάκια από διάφορα σημεία χύνονται ορμητικά στο ποτάμι και διαρκώς το μεγαλώνουν, έτσι και οι πολεμιστές της Πελοποννήσου συνέρρευσαν στο στρατόπεδο του Κολοκοτρώνη.

Στο μεταξύ ο στρατός του Δράμαλη δεν είχε τροφές και ήταν αναγκασμένος να επιστρέψει στην Κόρινθο. Οι άλλοι οπλαρχηγοί υποστήριζαν ότι θα πάει προς την Τρίπολη. Ο Κολοκοτρώνης διαφώνησε. Πήρε δυόμιση χιλιάδες άνδρες και πήγε στα Δερβενάκια περιμένοντας το Δράμαλη να περάσει. Στις 26 Ιουλίου φάνηκαν οι Τούρκοι και ο Γέρος φώναξε: «Απάνω τους, Έλληνες και μη φοβάστε». Η στρατιά του Δράμαλη καταστράφηκε. Έτσι έσωσε για δεύτερη φορά ο Κολοκοτρώνης την Επανάσταση.

Η Τρίτη φορά που έσωσε την Επανάσταση είναι μετά την έξοδο του Μεσολογγίου (1826). Ο Ιμπραήμ από το Μεσολόγγι επέστρεψε στην Πελοπόννησο σκορπώντας το θάνατο και τις καταστροφές. Στρατός αρκετός να τον αντιμετωπίσει, δεν υπήρχε. Αν έμενε έτσι η Ελλάδα κινδύνευε να μη αναγνωριστεί από τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις στην κατάλληλη ώρα.

Ο Κολοκοτρώνης άρχισε τότε τον κλεφτοπόλεμο. Δηλαδή να παρενοχλεί συνεχώς το στρατό του Ιμπραήμ, για να μη μπορεί να πει ότι υποδούλωσε την Πελοπόννησο. Προέκυψε όμως και άλλο πρόβλημα. Ο Ιμπραήμ εξαπέστειλε συγχωροχάρτια. Δηλαδή, όποιος δήλωνε υποταγή, θα ήταν ελεύθερος να ζει χωρίς να τον ενοχλεί κανείς.

Παρουσιάστηκαν τότε κάποιοι πρόθυμοι. Τότε ο Κολοκοτρώνης βροντοφώναξε: «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους». Εκείνος που προπαγάνδιζε, όσα έλεγε ο Ιμπραήμ, λεγόταν Νενέκος και γι’ αυτό οι προσκυνημένοι ονομάστηκαν Νενέκοι. Τον Νενέκο τον επικήρυξε ο Κολοκοτρώνης και κάποιος από τους πιστούς του τον εφόνευσε. Από τότε σταμάτησε το «προσκύνημα».

Έτσι, ο Γέρος του Μοριά έσωσε για Τρίτη φορά την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Αμφιβάλλει κανείς ότι αυτός είναι ο κύριος Ελευθερωτής της Ελλάδας…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.