Τα όρια της ελληνικής αλληλεγγύης

Γράφει ο Ιωάννης Δημ. Κονομόδης, Δικηγόρος

Η ηθική κρίση, η κρίση, δηλαδή, περί του σωστού και του λάθους, του καλού και του κακού, πρέπει να γίνεται κατά περίπτωση, ad hoc. Κι αυτό γιατί η ίδια πράξη ή γενικότερη πρακτική, αναλόγως των συνθηκών υπό τις οποίες λαμβάνει χώρα, μπορεί να χαρακτηριστεί άλλοτε ως καλή και άλλοτε ως κακή. Ποτέ η ίδια πράξη δεν είναι πάντοτε σωστή ή πάντοτε λάθος.

Συνακόλουθα, ο πράττων μια συγκεκριμένη πράξη είναι, αναλόγως των συνθηκών υπό τις οποίες δρα, άλλοτε σωστός και άλλοτε λάθος. Ποτέ μόνο το ένα ή μόνο το άλλο. Αυτό συμβαίνει επειδή, ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες, είτε η προστατευτέα ηθική αξία έχει ήδη πληγεί ανεπανόρθωτα, οπότε αφενός η τέλεση μιας πράξης με σκοπό την διαφύλαξή της δεν θα φέρει αποτέλεσμα και αφετέρου η τέλεση πράξεων που αντίκεινται σε αυτήν έχει απωλέσει την ηθική απαξία της, είτε υπάρχουν και άλλες αξίες οι οποίες χρήζουν προστασίας.

Έτσι, λόγου χάριν, αυτός που δεν φοροδιαφεύγει ενώ μπορεί να το πράξει είναι κατ’ αρχάς σωστός. Αν, όμως, γνωρίζει ότι είναι από τους ελάχιστους πολίτες του κράτους του που δεν φοροδιαφεύγουν και εξακολουθεί να πράττει έτσι, συνεχίζει μεν να είναι σωστός, αφού συνεχίζει να προστατεύει το οικονομικό συμφέρον του δημοσίου, αλλά ταυτόχρονα η ηθικότητα της συμπεριφοράς του μειώνεται, γιατί το ανωτέρω δημόσιο συμφέρον έχει ήδη πληγεί τόσο σημαντικά, ώστε αφενός δεν μπορεί να διαφυλαχθεί με μεμονωμένες καταβολές φόρων και αφετέρου η μη καταβολή φόρων εν προκειμένω έχει απωλέσει σχεδόν όλη την ηθική απαξία της. Τέλος, εάν ο ίδιος πολίτης γνωρίζει ότι είναι από τους ελάχιστους που δεν φοροδιαφεύγουν, αλλά εξακολουθεί να πράττει έτσι και γι’ αυτόν τον λόγο θέτει σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση των παιδιών του, συμπεριφέρεται λανθασμένα, αφού στην ζυγαριά έχει πλέον υπεισέλθει και η αξία της αξιοπρεπούς ανθρώπινης διαβίωσης, η οποία πρέπει να προστατευθεί και υπερτερεί.

Με τον ίδιο τρόπο, για να έρθουμε στην πολιτική επικαιρότητα, ένα κράτος το οποίο δέχεται και ενσωματώνει έναν μεγάλο αριθμό μεταναστών και προσφύγων είναι κατ’ αρχάς ένα κράτος σωστό, αλληλέγγυο προς αυτούς τους ανθρώπους. Αν, όμως, γνωρίζει αυτό το κράτος ότι είναι το μόνο που δέχεται και ενσωματώνει μεγάλο αριθμό μεταναστών και προσφύγων, την ώρα που τα υπόλοιπα κράτη δεν τους δέχονται, και εξακολουθεί να εφαρμόζει αυτή την πολιτική, συνεχίζει μεν να είναι ένα κράτος αλληλέγγυο, ταυτόχρονα, όμως, η ηθικότητα αυτής της πρακτικής του κάμπτεται.

Αυτό συμβαίνει διότι η αλληλεγγύη προς τους αλλοδαπούς έχει ήδη πληγεί τόσο ανεπανόρθωτα ως αξία, ώστε αφενός δεν μπορεί να διαφυλαχθεί από την πρακτική ενός μεμονωμένου κράτους, ενός κράτους που έχει τον ρόλο του «κορόιδου» της διεθνούς κοινότητας, αλλά απαιτείται προς τούτο ο συντονισμός των δράσεων και των υπολοίπων χωρών, και αφετέρου η ηθική απαξία της πρακτικής της απαγόρευσης εισόδου των αλλοδαπών έχει εν προκειμένω απωλέσει μεγάλο μέρος της.

Τέλος, εάν γνωρίζει το ανωτέρω κράτος ότι είναι το μόνο που δέχεται και ενσωματώνει μεγάλο αριθμό μεταναστών και προσφύγων, οι οποίοι μάλιστα κατευθύνονται και ενισχύονται από έναν εξουσιομανή και εθνικιστή ξένο ηγέτη με σκοπό να δημιουργήσουν προβλήματα στο κράτος υποδοχής τους, αλλά το κράτος εξακολουθεί να τους δέχεται και να τους ενσωματώνει, τότε πράττει κακώς, αφού καθίσταται έτσι αυτοκαταστροφικό. Πλέον έχουν υπεισέλθει στην ζυγαριά, εκτός από την αλληλεγγύη προς τους αλλοδαπούς, και οι αξίες της εθνικής κυριαρχίας, της κοινωνικής συνοχής και της οικονομικής σταθερότητας του κράτους, οι οποίες είναι επίσης προστατευτέες και υπερτερούν.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.