Τα κόκκαλα δεν είναι ρόπαλα ούτε δεκανίκια

Γράφει ο Χρήστος Χωμενίδης*

«Το παιδί των δεκαεπτά ετών που θα ψηφίσει για πρώτη φορά στις προσεχείς εκλογές, πρέπει να το ενδιαφέρει πώς θα είναι η Ελλάδα το 2030 ή τί συνέβη το 1963;» αναρωτήθηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε χθεσινή τηλεοπτική του εμφάνιση.

Πολλοί και διάφοροι διέρρηξαν, ακούγοντάς τον, τα ιμάτιά τους. Δημοσιογράφοι και δημοσιολόγοι έγκριτοι, με ευρύτητα πνεύματος και με ανεξαρτησία γνώμης, όπως οι κκ Κώστας Βαξεβάνης και Νίκος Μπογιόπουλος. Πολιτικοί που διακρίνονται για την ικανότητά τους να υπερβαίνουν τη στενή κομματική γραμμή επιδιώκοντας ευρύτερες συναινέσεις, όπως ο ευρωβουλευτής κύριος Δημήτρης Παπαδημούλης και ο υπουργός Επικρατείας κύριος Χριστόφορος Βερναρδάκης. Τα κομματικά δημοσιογραφικά όργανα του Σύριζα αλλά και ένα πλήθος χρηστών του τουίτερ με ψευδώνυμα όπως «Μπολσεφίκος» και «Όρθιο Κλαρίνο».

Άριστα έπραξαν. Ένας σημερινός δεκαεπτάχρονος θα έπρεπε -πριν πάει για παρθενική φορά στις κάλπες- να έχει ενημερωθεί σχετικά με το παρελθόν της Ελλάδας, το πρόσφατο αλλά και το σχετικά μακρινό. Εφόσον -φευ!- η Ιστορία στα σχολεία διδάσκεται τουλάχιστον πλημμελώς, θα όφειλε ο ίδιος, μετά ή άνευ προτροπής των γονέων του, να εγκύψει στα γεγονότα, να προστρέξει στα σχετικά συγγράμματα, τα οποία βρίσκονται -ευτυχώς- σε αφθονία σε βιβλιοθήκες και σε βιβλιοπωλεία.

Διαβάζοντας θα ανακάλυπτε ότι εκείνος που ζημιώθηκε πολιτικά περισσότερο από τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη ήταν ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής. Το παρακράτος, η οργάνωση «Καρφίτσα», που δρούσε εγκληματικά στη Βόρεια κυρίως Ελλάδα δεν ελεγχόταν από τον ίδιο ως επικεφαλής της δεξιάς ΕΡΕ αλλά από ένα πλέγμα πρώην δωσιλόγων που διατηρούσε προνομιακές σχέσεις με το Παλάτι. Στο Παλάτι, ιδίως δε στη βασιλομήτορα Φρειδερική, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε γίνει αντιπαθέστατος, όσο και ο Γρηγόρης Λαμπράκης. Δολοφονώντας τον δεύτερο, έκαναν τον πρώτο να αναφωνήσει το περίφημο «ποιός κυβερνά αυτόν τον τόπο;» και να υποβάλει την παραίτησή του.

«Ποιοί ήταν όμως εκείνοι οι δωσίλογοι και γιατί -αντί να τιμωρηθούν για τα κατοχικά εγκλήματά τους- συνέχιζαν να βυσσοδομούν ανενόχλητοι είκοσι χρόνια μετά την Απελευθέρωση;» θα αναρωτιόταν ο δεκαεπτάχρονος. Θα άρχιζε έτσι να ενημερώνεται για όσα συνέβησαν κατά τη δεκαετία του 1940.

Θα μάθαινε ότι η Αριστερά, η οποία πρωτοστάτησε στην Εθνική Αντίσταση, μοιράζεται με τη Δεξιά την ευθύνη για τον Εμφύλιο Πόλεμο. Θα διάβαζε ότι και στις δύο παρατάξεις το πάνω χέρι πήραν τα πιό μισαλλόδοξα στοιχεία, δυνάμεις κρούσης στην αδελφοκτόνο σύγκρουση έγιναν οι τυχοδιώκτες και οι καθ’έξιν φονιάδες. Θα συναντούσε στις γραμμές των βιβλίων την Οργάνωση Χι, τα Τάγματα Ασφαλείας αλλά και την ΟΠΛΑ. Το κολαστήριο της Μακρονήσου αλλά και την Πηγάδα του Μελιγαλά. Θα έπεφτε σε ονόματα όπως της Ηλέκτρας Αποστόλου και του Ναπολέοντα Σουκατζίδη αλλά και της Ελένης Παπαδάκη και του Κίτσου Μαλτέζου- Μακρυγιάννη. Θα πληροφορούνταν -έκπληκτος ίσως- ότι το ίδιο το ΚΚΕ κατήγγειλε και εξόντωσε όχι μόνο τους τροτσκιστές αλλά και ηγετικά στελέχη του, όπως ο Κώστας Καραγιώργης και ο Νίκος Πλουμπίδης. Η τραγική κατάληξη του Άρη Βελουχιώτη θα τον έβαζε σε βαθιές σκέψεις. Η δήλωση του αρχηγού του Κόμματος Νίκου Ζαχαριάδη μετά τη συντριβή στον Γράμμο «μένουμε με το όπλο παρά πόδας» επίσης..

Εμβαθύνοντας στο παρελθόν, ο δεκαεπτάχρονος θα έφτανε στη Μικρασιατική Εκστρατεία και Καταστροφή. Θα μάθαινε για τον πρώτο Εθνικό Διχασμό και για τις εκλογές του 1920, όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος -ο πρωθυπουργός της Μεγάλης Ελλάδας, «των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών»- ηττήθηκε από τους Βασιλόφρονες που έταζαν στους Έλληνες αποστράτευση, ειρήνη, επιστροφή στα χωριά και στις πόλεις τους. Και ότι μόλις ανέλαβαν οι Βασιλόφρονες τις τύχες του έθνους, αντί να εκπληρώσουν την υπόσχεσή τους, κλιμάκωσαν τον πόλεμο με την Τουρκία. Πίστεψαν -κόντρα σε κάθε λογική, περιφρονώντας τη διεθνή συγκυρία- ότι θα έμπαιναν νικητές και τροπαιοφόροι στην Άγκυρα. Με αποτέλεσμα να καεί η Σμύρνη και να ξεριζωθεί ο Ελληνισμός της Ιωνίας.

Πηγαίνοντας ακόμα πιό πίσω, ο δεκαεπτάχρονος θα διάβαζε για το «μαύρο 1897», τότε που η πολιτειακή και πολιτική ηγεσία μας φούσκωσε τα μυαλά του λαού και τον έστειλε σε έναν άκαιρο, βλακώδη, απολύτως καταδικασμένο πόλεμο με τους Οθωμανούς, που λίγο έλειψε να καταλύσει το ελληνικό κράτος.

Θα μάθαινε για τους δύο μεγάλους αντιπάλους του ύστερου 19ου αιώνα, τον Χαρίλαο Τρικούπη και τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη. Ο μεν επεδίωκε άοκνα τον εκσυγχρονισμό του κράτους και της κοινωνίας, ο δε πολιτευόταν τάζοντας στους πάντες τα πάντα, συμμαχώντας και με τον διάολο για να κερδίσει ψήφους, στηριζόμενος σε κομματάρχες και σε βλαχοδήμαρχους. Ο μεν ηττήθηκε -«ανθ’ημών Γουλιμής»- και εγκατέλειψε την πολιτική κονίστρα. Ο δε κρίθηκε από την Ιστορία…

Θα έφτανε ο δεκαεπτάχρονος μέχρι τον Καποδίστρια, ο οποίος δολοφονήθηκε από τα καπετανάτα επειδή εννοούσε να εγκαθιδρύσει ένα κράτος στοιχειώδους δικαιοσύνης και χρηστότητας – δεν ανεχόταν, μεταξύ των άλλων, τη λειτουργία ιδιωτικών τελωνείων…

Θα αντιλαμβανόταν ο δεκαεπτάχρονος νέος πολίτης ότι στην Ελλάδα, από την ίδρυσή της τουλάχιστον μέχρι και σήμερα, συγκρούονται με διαφορετικό κάθε φορά ιδεολογικό πρόσημο, δύο αντιλήψεις. Δυό νοοτροπίες.

Η πρώτη ομνύει σε μια πατρίδα με σύγχρονες και αποδοτικές δομές, με οικονομία ισχυρή, συμμαχίες επωφελείς, κοινωνία ανοιχτή, πολίτες που να έχουν συναίσθηση της ατομικής και συλλογικής τους ευθύνης.

Τη δεύτερη την ενδιαφέρει μόνο η κατάληψη του κράτους και το μοίρασμα των λαφύρων του στα «δικά της παιδιά». Στην επιδίωξή της δεν ορρωδεί προ ουδενός. Καπηλεύεται αγώνες ηρώων. Εκμεταλλεύεται το πατριωτικό και το θρησκευτικό αίσθημα του λαού. Πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Πότε υπόσχεται ότι θα φτάσουμε στην Κόκκινη Μηλιά και θα ξεμαρμαρώσουμε τον Μαρμαρωμένο Βασιλιά και πότε ότι θα σκίσουμε τα Μνημόνια, θα βαράμε το νταούλι και θα χορεύουν οι αγορές…

Δεν υπάρχει προφανώς ένα βαθύ αυλάκι που να χωρίζει τους αγγέλους από τους διαβόλους – στους Βασιλόφρονες του πρώτου Διχασμού συγκαταλέγεται ο αν μη τι άλλο φωτεινός και μαρτυρικός Ίων Δραγούμης. Στους εκσυγχρονιστές του 19ου και του 20ου αιώνα παρεισέφρησαν ουκ ολίγα μπουμπούκια και λαμόγια… Η αδρή όμως εικόνα είναι η παραπάνω.

Θα μάθαινε πάρα πολλά ο δεκαεπτάχρονος εάν ενέκυπτε πριν πάει να ψηφίσει στην Ιστορία. 

Θα μάθαινε -μεταξύ των άλλων- να περιφρονεί, να φτύνει στα μούτρα τους τυμβωρύχους. Εκείνους που -για να καλύψουν την ανεπάρκειά τους- ξεθάβουν κόκκαλα και τα μεταχειρίζονται ανενδοίαστα σαν ρόπαλα και σαν δεκανίκια.

Τα κόκκαλα του Παύλου Μελά. Τα κόκκαλα του Γρηγόρη Λαμπράκη. Τα κόκκαλα του Σωτήρη Πέτρουλα ο οποίος -επιμελώς αποσιωπάται- πριν δολοφονηθεί από την αστυνομία το καλοκαίρι του 1965, είχε έρθει σχεδόν σε ρήξη με την επίσημη Αριστερά, ήταν στα μαύρα της κατάστιχα σαν μαοϊκός, γκεβαρικός, ίσως ακόμα και τροτσκιστής…

* Ο κ. Χρήστος  Χωμενίδης είναι συγγραφέας  

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.