Τα δικά μας Οκτωβριανά

Γράφει ο Φώτης Κραλίδης, Φοιτητής Νομικής

 Είμαστε στα τέλη του Οκτωβρίου του 1931. 21 του μηνός. Σε μια λωρίδα γης, στο ανατολικότερο άκρο της Μεσογείου, με διαχρονική σημασία για τους μεγάλους, με αξία ανεκτίμητη για αυτούς που σκέφτονταν και επιμένουν να σκέφτονται ελληνικά και με μια βαριά ιστορική κληρονομιά να ξεδιπλώνεται μέσα στους αιώνες. 

Είμαστε σε μια πατρίδα που δεν είναι ελεύθερη, σε μια γη που οι Αυτοκράτορες της εποχής κρατάν ως αποικία, από κοινού με μια σειρά πατρίδων ανά την υφήλιο.  Την χρονική αυτή περίοδο η Πατρίδα αυτή βρίσκεται υπ’ ατμόν. Η «κυβέρνηση» ασκεί μια οικονομική πολιτική που εξοντώνει και εξαγριώνει. Δεν είναι όμως η αντιλαϊκή της στάση το αίτιο, παρά η αφορμή. Ο λαός της Κύπρου δεν θέλει λιγότερους φόρους και αύξηση της παραγωγής. Θέλει την ελευθερία του και την εθνική του ολοκλήρωση. Θέλει η πατρίδα του να ενωθεί με το φυσικό σύνολο στο οποίο ανήκει. Είχαν περάσει κοντά 7,5 αιώνες από όταν ο Άγγλος βασιλιάς και ο στόλος του πάτησαν το πόδι τους στο νησί. Από τότε ήρθαν Βενετοί, Λατίνοι, Οθωμανοί και ξανά Βρεττανοί να διοικήσουν, ποτέ αναίμακτα, το νησί που κάποτε είχε ελευθερωθεί από τις 200 συμμαχικές τριήρεις του Κίμωνος του Αθηναίου.  

 Κάποιοι τότε, και ήταν πολλοί, πίστεψαν στην Ελευθερία, πίστεψαν στο όνειρο τους και επιχείρησαν να το κάνουν πραγματικότητα. Τα γεγονότα εξελίσσονται αστραπιαία. Η παραίτηση του Νικόδημου Μυλωνά από το Νομοθετικό Συμβούλιο δίνει το έναυσμα. Οι υπόλοιποι βουλευτές ακολουθούν. Ο απλός λαός συσπειρώνεται και οργανώνεται. 

21 του μηνός, ημέρα Τετάρτη. Στην εμπορική λέσχη Λευκωσίας, στο τέρμα της οδού Λήδρας, μαζεύονται πάρα πολλοί Έλληνες. Τον λόγο παίρνει πρώτος ο δικηγόρος Κλυτίδης, που με τον πύρινο λόγο του αναλύει την κατάσταση. Μετά από μια σειρά θαρραλέων ομιλητών που εμψυχώνουν το πλήθος, τον λόγο λαμβάνει τελευταίος ο διάκονος Κυκκώτης, που υψώνει Ελληνική σημαία και καλεί τους συγκεντρωθέντες να ορκιστούν, στο όνομα της Αγίας Τριάδας, πειθαρχία και πίστη προς την πατρίδα. Έναν αιώνα μετά το επαναστατικό πνεύμα ενσαρκώνεται και σε αυτή την ελληνική πατρίδα. 

Ξεκινάει συντεταγμένη πορεία προς το αποικιακό κυβερνείο, μέσα σε μια μαγική ατμόσφαιρα. Υπό τον ήχο των καμπανών οι πορευόμενοι ψέλνουν επανειλημμένα τον εθνικό ύμνο. Φτάνοντας στο προαύλιο του συμβόλου της ξένης εξουσίας, η σημαία και το πάθος όλων πιο ψηλά από ποτέ. Εκπρόσωπος της άλλης πλευράς καλεί τρεις από αυτούς σε συνάντηση με τον «κυβερνήτη», και τους υπόλοιπους να διαλυθούν ήσυχα. Παράλληλα κάνουν την εμφάνιση τους προκλητικά οι πρώτοι ένοπλοι αστυνομικοί. Αρχίζουν οι συγκρούσεις και οι οδομαχίες. Ανάβουν οι πρώτές φωτιές σε παράπλευρα οχήματα και επιχειρείται να πυρποληθεί το ξύλινο τότε κυβερνείο. Εμφανίζεται ο Άγγλος διοικητής της πόλης, που καλεί για άλλη μια φορά τα πλήθη να διαλυθούν. Η άρνηση τους φέρνει την διαταγή του στους αστυνομικούς να ανοίξουν πυρ. Η διαδήλωση βάφεται με αίμα και 15 σοβαρά τραυματίες διακομίζονται στο Νοσοκομείο Λευκωσίας. Μεταξύ τους και ο 17χρόνος Ονούφριος Κληρίδης, που υποκύπτει όμως στα τραύματα του. Η κηδεία του την επομένη, παρουσία του Αρχιεπισκόπου Κυρίλλου και χιλιάδων Ελλήνων, μετατρέπεται σε παγκύπριο συλλαλητήριο με αίτημα την Ένωση, ενώ με το ίδιο αίτημα ξεσπάν αυθόρμητες διαδηλώσεις ενάντια στην αποικιοκρατική εξουσία σε κάθε γωνιά της νήσου. 

Στην κρίση αυτή το ξένο καθεστώς απαντά σκληρά. Κατ’ όπιν διαταγής του κυβερνήτη Στορς ενισχύονται αρχικά οι στρατιωτικές δυνάμεις και τα μέτρα ασφαλείας από άκρη σε άκρη. Κατ’ οίκον περιορισμός από την δύση ως την ανατολή του ηλίου, λογοκρισία, απαγόρευση συγκεντρώσεων, ίδρυσης και λειτουργίας κομμάτων και συντεχνιών και φυσικά απαγόρευση ύψωσης της Ελληνικής σημαίας και ανάκρουσης του Εθνικού ύμνου. Αλλά το καθεστώς δεν σταματά εκεί.  Καταργεί τις ελεύθερες εκλογές σε οποιαδήποτε δημόσια αρχή και προχωρά σε συλλήψεις των πρωταγωνιστών του ενωτικού αγώνα – 3000 περίπου συνολικά- πολλές εκ των οποίων μετατρέπονται σε βασανιστήρια, φυλακίσεις και αρκετές εξορίες. Και σαν να μην φτάνουν όλα αυτά επιλέγει, σε μια εποχή πρωτόγνωρης οικονομικής ανομβρίας για το νησί, να επιβάλλει ειδική φορολογία για να καλυφθούν οι ζημιές στο κυβερνείο. 

Έτσι εγκαινιάζεται η πιο σκληρή και αυταρχική περίοδος καταπίεσης των Κυπριών από την Βρετανική διοίκηση που θα μείνει γνωστή στην ιστορία ως «Παλμεροκρατία». Οι Έλληνες εκείνο το βράδυ του Οκτώβρη πίστεψαν πως με τις φωτιές που άναψαν στην Λευκωσία θα έκαιγαν την αποικιοκρατία. Και μπορεί αυτό να μην έγινε, οι φωτιές όμως άρχισαν να σιγοκαίνε στις ψυχές πολλών Ελλήνων του νησιού, φώτισαν τον δρόμο της αντίστασης και της αρετής στον Γρηγόρη, τον Ευαγόρα και σε μερικά ακόμη αμούστακα παιδιά λίγα χρόνια αργότερα, και συνεχίζουν να φωτίζουν σε όλους μας τον δρόμο που οδηγεί στην Ελευθερία. 

ΥΓ: Για τα γεγονότα αυτά ίσως τα παράπανω λόγια να είναι αχρείαστα. Και ίσως να αρκεί το ποίημα που είχε γράψει, επηρεασμένος, ο 12χρονος τότε Αντώνης Σαμαράκης, αργότερα ένας από τους πιο πολυδιαβασμένους μεταπολεμικούς συγγραφείς :

Χρόνια και χρόνια λαχταράς Κύπρο την ώρα της χαράς,
που κοντά μας θα σε φέρει της ελευθεριάς αγέρι.
Κύπρος μου όμορφο νησί έχεις ψυχή ελληνική
και μοσχοβολούν Ελλάδα τα βουνά σου, τα λαγκάδια.
Κύπρος μου, έρχετ’ η στιγμή που ο καθένας καρτερεί
να γιορτάσει πέρα ως πέρα τη μεγάλη την ημέρα:
Με την Ελλάδα τη γλυκιά να ’σαι μαζί παντοτινά
θα ’σαι μες στην αγκαλιά της σαν και τ’ άλλα τα παιδιά της.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.