Συνάντηση Μητσοτάκη-Τραμπ: Ένα θετικό νέο και μια αρνητική επιβεβαίωση

Γράφει ο Σπαρτιάτης

Να ξεκαθαρίσουμε καταρχάς το εξής: Η επίσκεψη του πρωθυπουργού στις ΗΠΑ δε θα μπορούσε να γίνει σε χειρότερο χρονικά σημείο. Λίγες μέρες μετά το θάνατο του στρατηγού Σολειμανί και λίγες μέρες πριν τη δίκη του Αμερικανού προέδρου. Τόσο ο Αμερικανός πρόεδρος προσωπικά όσο και τα ΜΜΕ είχαν πολύ σοβαρότερα ζητήματα να ασχοληθούν και να τον ρωτήσουν.

Η επίσκεψη αυτή υπό κανονικές συνθήκες θα είχε κατά βάση οικονομικό αντικείμενο. Θα επικεντρωνόταν στις προοπτικές της Ελλάδας τη μεταμνημονιακή εποχή και στην προσέλκυση αμερικανικών επενδύσεων. Θα έλεγαν οι δύο ηγέτες για την αλλαγή του επενδυτικού κλίματος και για τις συμφωνίες που εκκρεμούν να υλοποιηθούν.

Φυσικά, βασικό θέμα στη συνάντηση αυτή θα ήταν και οι εκκρεμείς υποθέσεις με την Τουρκία. Η συμφωνία με τη Λιβύη, οι απειλές στην Κύπρο, η επέμβαση στη Συρία. Θα ήταν δύσκολο βέβαια να λάβει ο Ντόναλντ Τραμπ θέση αντίθετη με του Ερντογάν, αλλά θα τίθεντο τα θέματά αυτά στο ανώτατο δυνατό επίπεδο.

Το κακό όμως με αυτές τις υπερατλαντικές συναντήσεις, που οργανώνονται μήνες πριν, είναι ότι η ατζέντα τους διαμορφώνεται από την επικαιρότητα, που μπορεί να μην ταιριάζει στον καλεσμένο. Σίγουρα ο Αμερικανός πρόεδρος θα προτιμούσε αυτή την ημέρα να έχει απέναντί του μια χώρα με μεγαλύτερο στρατηγικό ενδιαφέρον, και περισσότερο σχετική με τις εξελίξεις στο Ιράν.

Ακόμα ωστόσο και με τις ανωτέρω παραδοχές, ακόμα και με το δεδομένο ότι η επίσκεψη δεν έγινε υπό καλές συνθήκες, δε μπορούμε να κλείνουμε τα μάτια στα διπλωματικά μηνύματα που στάλθηκαν. Ο πρωθυπουργός έφερε στο τραπέζι την τουρκική προκλητικότητα των τελευταίων μηνών και το μνημόνιο με τη Λιβύη. Ο Αμερικανός πρόεδρος είπε τα λιγότερα δυνατά που μπορούσε για το ζήτημα. Απέφυγε να καταφερθεί εναντίον του Ερντογάν, απέφυγε να χαρακτηρίσει το μνημόνιο παράνομο. Και γενικότερα τήρησε τη γνωστή εξισορροπημένη στάση της χώρας του όταν εγείρονται ζητήματα μεταξύ συμμάχων του ΝΑΤΟ.

Η στάση αυτή ήταν η αναμενόμενη. Όχι μόνο λόγω της γνωστής προσωπικής σχέσης Τραμπ-Ερντογαν. Ανέκαθεν οι ΗΠΑ απέφευγαν να πάρουν θέση υπέρ ημών ή της Τουρκίας στα διμερή μας ζητήματα. Λογική στάση, συνεπής με την επιθυμία τους να παραμείνουν σύμμαχος και των δύο κρατών. Και στα προηγούμενα χρόνια, όταν και η συμπεριφορά της Τουρκίας ήταν διαφορετική, η στάση αυτή ήταν ευνοϊκή για εμάς. Πλέον όμως δεν είναι αρκετή.

Η απροθυμία των ΗΠΑ, δια στόματος Τραμπ, να προσαρμόσουν την πολιτική τους στην προκλητική και επικίνδυνη στάση της Τουρκίας, επιβεβαιώνει απλά την κρισιμότητα της κατάστασης που επικρατεί στο Αιγαίο. Δε μπορούμε πλέον να βασιζόμαστε στις ΗΠΑ να μεσολαβούν όποτε η Τουρκία ανεβάζει τους τόνους. Η αποτροπή είναι καθαρά στη δική μας πλευρά.

Στο πλαίσιο αυτό, το βασικότερο θετικό της επίσκεψης Μητσοτάκη στις ΗΠΑ ήταν η θέση, στο ανώτατο δυνατό επίπεδο, του ζητήματος της συμμετοχής της Ελλάδας στο πρόγραμμα των F-35. Δυστυχώς η εθνική άμυνα δε γίνεται αντιληπτή ως άμεση προτεραιότητα στην ελληνική ατζέντα. Οι εξοπλισμοί στην κοινή συνείδηση ακόμα συνδέονται με μίζες, συμφέροντα, δωροδοκίες κοκ, και θεωρούνται σε μεγάλο βαθμό περιττοί καθότι δεν καλύπτουν μια παρούσα ανάγκη, όπως πχ τα επιδόματα προνοίας, αλλά μια ενδεχόμενη, που μάλιστα φαντάζει μακρινή. Η κατάσταση όμως στην περιοχή, με την αυξανόμενη προκλητικότητα της Τουρκίας, είναι πλέον πιο επικίνδυνη παρά ποτέ. Η κρίση εστίασε αλλού το ενδιαφέρον μας και άφησε πίσω την εθνική άμυνα.

Η απομάκρυνση της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F 35 ήταν ανέλπιστο δώρο για εμάς. Μακάρι να ήταν αποτέλεσμα διπλωματικών ελιγμών δικών μας, και όχι των δικών της παιχνιδιών με τη Ρωσία, το αποτέλεσμα όμως είναι ίδιο. Δεν έχει περάσει πολύς καιρός απ’ όταν προσπαθούσαμε να απαντήσουμε στα F 35 με αναβάθμιση των δικών μας F 16, καθώς δε μπορούσαμε να ανταποκριθούμε οικονομικά στα F 35. Τώρα, εν έτει 2020 φαίνεται πως όχι μόνο η Τουρκία χάνει ένα ισχυρό όπλο για την αεροπορία της, αλλά το ίδιο αυτό όπλο το παίρνουμε εμείς.

Η αεροπορική υπεροχή στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο θα είναι εξαιρετικά κρίσιμος παράγοντας τα επόμενα χρόνια. Οι συνεχείς εξαγγελίες της Τουρκίας για σεισμικές έρευνες και εξορύξεις στην ΑΟΖ Ελλάδας και Κύπρου είναι μια διακήρυξη κενή περιεχομένου χωρίς την κυριαρχία των αιθέρων. Ο συνδυασμός των αναβαθμισμένων F-16 με τα F-35 μπορεί να εξασφαλίσει την κυριαρχία αυτή σε ορίζοντα δεκαετίας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.