Σοσιαλιστικοί αφορισμοί, νεοφιλελεύθερες συνταγές και το Ελληνικό παράδοξο της κρίσης

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος (αναρτημένο στο μπλογκ Μαχητικοί Πολίτες στις 16 Ιανουαρίου 2010)

Η οικονομική κρίση περνάει στην πιο ώριμη της φάση και σε πολλές χώρες, μετά τις προσπάθειες στήριξης των αγορών τους, έχουν εμφανισθεί αρχικά, ελπιδοφόρα σημάδια ανάκαμψης που δεν σηματοδοτούν υποχρεωτικά και την άμεση έξοδο από τη στενωπό, πόσο δε μάλλον που η έστω και σχετική επαναφορά στη προγενέστερη κατάσταση θα αργήσει να πραγματοποιηθεί και θα συνοδευτεί από αναπόφευκτες, επώδυνες συνέπειες όπως η δραματική αύξηση της ανεργίας και η μείωση της κατανάλωσης. Με την άνεση της σχετικής απόστασης από την αρχική περίοδο της δημιουργίας του φαινομένου, θα θέλαμε να προσεγγίσουμε τις σχολές σκέψεις πάνω την ανάλυση των αιτιών της κρίσης και του τρόπου αντιμετώπισης της, κρίνοντας κι από τα αποτελέσματα της καθεμιάς, εκεί που χρησιμοποιήθηκαν, αλλά και τους περιορισμούς στην πρακτική άσκηση τους. Το κυριότερο όμως είναι να δούμε την συμβατότητα αυτών των προτύπων με την Ελληνική πραγματικότητα και κατά πόσο οι λύσεις που συζητούμε έχουν ουσιαστικές αναφορές σε αυτά τα μοντέλα.

Είναι εμφανές ότι στην πλειοψηφία των αναλύσεων έως τώρα κυριαρχούν δυο εξαιρετικά αντίρροπες τάσεις που με συμβατικούς όρους χαρακτηρίζουμε ως «σοσιαλιστική» και «νεοφιλελεύθερη». Καθεμιά από αυτές αναζητεί τη γενεσιουργό αιτία του προβλήματος σε διαφορετικό σημείο της οικονομικής δραστηριότητας. Ενώ οι πάντες συμφωνούν ότι η απληστία για το αέναο, πρόσκαιρο κέρδος των παραγόντων της αγοράς, ιδιαίτερα του χρηματοπιστωτικού τομέα, συνετέλεσε καίρια στη διαμόρφωση συνθηκών κατάρρευσης, εφόσον η τάση τους για ανάληψη όλο και μεγαλύτερου, άνευ αξιολόγησης ρίσκου νομοτελειακά θα οδηγούσε κάποια στιγμή στην αποδιοργάνωση των αγορών και την απαξίωση των χρηματοοικονομικών προϊόντων, διαφωνούν στους παράγοντες που επέτρεψαν, εξέθρεψαν και καθοδήγησαν αυτή την απληστία, καθώς και στο βαθμό ευθύνης του κάθε πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού παράγοντα.

Οι πιο κρατιστές αντιλαμβάνονται ως πρωτογενή παράγοντα της κρίσης την χωρίς ρυθμίσεις και κανόνες λειτουργία της αγοράς που επιτρέπει τις ανορθολογικές επιλογές στους συμμετέχοντες σε αυτή, και προτρέπουν σε μεγαλύτερο ρυθμιστικό κρατικό παρεμβατισμό, κι ανάλογα με το βαθμό δογματικότητα τους, προσβλέπουν σε μεγαλύτερη κρατική επιχειρηματικότητα και πακέτα στήριξης της αγοράς, ενώ κάποιοι «πανηγύριζαν» ακόμα και το τέλος του καπιταλισμού αποζητώντας τη ρεβάνς από την αποτυχία του υπαρκτού σοσιαλισμού. Αδυνατούν να κατανοήσουν ότι υπάρχουν δομικές δυσκολίες στην εξεύρεση ενός κοινού παγκόσμιου ρυθμιστικού πλαισίου, λόγω των διαφορετικών δομών και στόχων των εθνικών οικονομιών, κι ότι η υπερβολική, ποσοτικά και χρονικά, ροπή στην αύξηση των δημοσίων δαπανών στραγγαλίζει τον υγιή ανταγωνισμό και μακροπρόθεσμα οδηγεί σε ανακύκλωση της ύφεσης και ανεργία.

Από την άλλη οι πιο «νεοφιλελεύθερες» συνταγές προωθούν προσεγγίσεις που τονίζουν την κρατική στήριξη που υπήρχε στους χρηματοπιστωτικούς γίγαντες, εκχωρώντας τους ουσιαστικά τη δυνατότητα νομικά και οικονομικά (κρατικές επιχορηγήσεις) να διαχειρίζονται εν λευκώ, τα χρήματα και τις επιθυμίες των πολιτών, στην προσπάθεια των κυβερνήσεων να αυξήσουν την εσωτερική κατανάλωση και να δημιουργήσουν ένα επίπλαστο κλίμα ευμάρειας. Ουσιαστικά δηλαδή κατηγορούν τις κυβερνήσεις ότι χρησιμοποίησαν κάποιους τραπεζίτες για να εξυπηρετήσουν τα μικροκομματικά τους συμφέροντα, πουλώντας ψεύτικα όνειρα στους πολίτες, στρεβλώνοντας όμως τον υγιή ανταγωνισμό. Εμμένουν λοιπόν στο ότι η λύση είναι στην περαιτέρω απελευθέρωση των αγορών και τον περιορισμό της κρατικής παρέμβασης.

Με μονεταριστική διάθεση εμμένουν στη λογιστική, δημοσιονομική διαχείριση αγνοώντας τις κοινωνικές ανάγκες και την ένταση της ύφεσης. Υποστηρίζουν ακόμα και την αύξηση του ΦΠΑ με τη λογική ότι μια πρόσκαιρη μείωση της κατανάλωσης, με άμεση συνέπεια την αύξηση της ανεργίας, μπορεί λόγω αύξησης της αποταμίευσης να φέρει τη δημιουργική ανάπτυξη στην αγορά μέσω τραπεζικής χρηματοδότησης. Παραβλέπουν βέβαια, ως συνήθως, ότι οι τεχνικές περιγραφές σπάνια συμβαδίζουν με την κοινωνική ψυχολογία και τις τελικές επιλογές των πολιτών, όπως επίσης κι ότι, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, κανείς δεν μπορεί να εξασφαλίσει ότι οι τράπεζες θα χρησιμοποιήσουν τα κατατεθειμένα κεφάλαια παραγωγικά επ’ ωφελεία της εθνικής οικονομίας και δεν θα επιχειρήσουν τη λογιστική τακτοποίηση των ισολογισμών τους (πχ. υποκαταστήματα στην Αν.Ευρώπη).

Μέρος της αλήθειας υπάρχει και στις δυο λογικές, απλά όπως πάντοτε συμβαίνει σε όποιον προσπαθεί να υπερασπιστεί θέσεις του προγενέστερες των μεγάλων ανατροπών δυσκολεύονται να δουν πλήρη την εικόνα και να παραδεχτούν τα λάθη από όπου κι αν προέρχονται. Είναι γεγονός ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ στήριξε με κάθε τρόπο τη δημιουργία και την υπερβολική ανάπτυξη τραπεζών που χειρίζονταν στεγαστικά δάνεια υψηλού ρίσκου. Κανείς λογικός επιχειρηματίας δεν σχεδιάζει τον ουσιαστικό, μελλοντικό του αφανισμό, με την προώθηση θνησιγενών προϊόντων αν δεν έχει εξασφαλίσει την κρατική στήριξη για μια μακρά περίοδο κερδοφορίας και την προσωπική του διαφύλαξη για μια σχετικά αναίμακτη έξοδο από την κατάρρευση (τα μπόνους των μεγάλων τραπεζιτών καταβλήθηκαν σχεδόν εξ’ ολοκλήρου και μετά την έναρξη της κρίσης).

Αυτό το γεγονός βέβαια δεν απαλλάσσει το χρηματοπιστωτικό τομέα από τις ευθύνες του απέναντι στην κοινωνία, αλλά και δεν έρχεται σε αντίθεση με το αίτημα για ρύθμιση των αγορών. Οι αγορές πρέπει να λειτουργούν κάτω από κανόνες που δεν θα επιτρέπουν ούτε στρεβλώσεις επιχειρηματικής κρατικής παρέμβασης, ούτε όμως και μονοπωλιακών λογικών και καρτέλ που θα καθοδηγούν την αγορά εις βάρος των πολιτών. Η Κεϊνσιανή παρεμβατικότητα αναθέρμανσης των αγορών είναι χρήσιμη όταν είναι πρόσκαιρη και στοχευμένη σε εξαιρετικά σημαντικούς παραγωγικά και αποδοτικά τομείς, αλλιώς απλά μετατρέπει τις οικονομίες σε γραφειοκρατικά κατεστημένα με συνέπεια την ακόμα μεγαλύτερη ύφεση και την ανεργία.

Αυτό που διαφεύγει συνήθως από όλες τις αναλύσεις είναι ο βαθμός ευθύνης του κάθε πολίτη ξεχωριστά στη δημιουργία αυτής της εικονικής πραγματικότητας που έμελλε να σβήσει τόσο άδοξα. Οι αγορές και οι πολυεθνικές επιβιώνουν διαχρονικά μέσα από την προσπάθεια δημιουργίας ενός ομογενοποιημένου καταναλωτικού προτύπου που συντηρείται από την άνω των πραγματικών οικονομικών δυνατοτήτων και ουσιαστικών αναγκών, συνεχή αναθέρμανση των πρόσκαιρων επιθυμιών που δημιουργούν στον καταναλωτή την ψευδαίσθηση της ανάδειξης μιας πλαστά αναβαθμισμένης κοινωνικής εικόνας που όμως ψυχολογικά λειτουργεί μέσα από την απρόσωπη κοινωνικότητα μας ως πρόσκαιρο συνώνυμο της κοινωνικής ανέλιξης και καταξίωσης. Στο κυνήγι αυτό του ονείρου οι επιλογές μας γίνονται θολές, επικίνδυνες χωρίς ουσιαστική αντίληψη των μακροπρόθεσμων συνεπειών. Η προσωπική παιδεία, οι αξίες, οι προτεραιότητες μας μπορούν να μετριάσουν αυτή τη ροπή αλλά το συναίσθημα και η κοινωνική πίεση είναι συχνά ισχυρότερα «ναρκωτικά». Από την άλλη το κράτος εξυπηρετείτε από αυτή την αποχαύνωση και ελάχιστα επενδύει στην μετεξέλιξη της εκπαίδευσης ως χώρου κοινωνικής παιδείας, ώστε οι νέοι να αποκτούν αίσθησης της «νέας ταξικότητας» μακριά από αριστερούς αφορισμούς του παρελθόντος, με την έννοια της προετοιμασίας του νέου για τον υπεύθυνο ρόλο του ως πολίτη και καταναλωτή και θα τον παιδεύει πάνω στην αξιολόγηση και τη διαχείριση και την προστασία των ορίων των θεμιτών επιδιώξεων του.

Το Ελληνικό παράδοξο έγκειται στο ότι η σημερινή δημοσιονομική και αναπτυξιακή μας κρίση δεν οφείλεται στον ίδιο καίριο βαθμό στην έκθεση σε παράγωγα υψηλού κινδύνου, αφού οι τράπεζες μας είχαν κυρίως στόχο την ανάπτυξη στην Α.Ευρώπη και εκεί επένδυσαν. Το άφθονο χρήμα που έρεε μετά το ’80 στην Ελλάδα ήταν κρατικό και κυρίως προερχόμενο από την Ε.Ε. και το συνεχή ακριβό δανεισμό, το οποίο ελάχιστα αξιοποιήθηκε για διαρθρωτικές αλλαγές, εκσυγχρονισμό και αναπτυξιακά σχέδια, αλλά πέρασε κυρίως στην κατανάλωση μέσω κοινωνικών παροχών και αμφίβολων επιδοτήσεων, για μικροκομματικούς λόγους, συντελώντας ουσιαστικά στη δημιουργία ενός στρεβλού προτύπου ανάπτυξης αλλά και στη σφυρηλάτηση μιας ελαστικής συνείδησης και ανεύθυνης νοοτροπίας σε μεγάλη μερίδα των πολιτών, που σήμερα εκφράζεται με μια γενικευμένη αντίσταση σε οτιδήποτε καινοτόμο και νεωτεριστικό.

Η κυβέρνηση μας από την άλλη παρά το φαινομενικά σύγχρονο περίβλημα προσεγγίζει την οικονομία με τις γνωστές λαϊκίστικες, αντιαναπτυξιακές λογικές, σε αντίθεση με τα λεγόμενα ακόμα και του φίλου και συμβούλου του κ.Παπανδρέου, του καθηγητή Στίγκλιτζ, τον οποίο μάλλον δεν παρακολουθεί αρκετά, που αναφέρει «Η παλιά ορθοδοξία έλεγε ότι θα έπρεπε να περικοπούν τα ελλείμματα – δηλαδή να αυξηθούν οι φόροι και να μειωθούν οι δαπάνες – για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη. Αλλά οι πολιτικές αυτές σχεδόν πάντα μειώνουν τη συνολική ζήτηση σπρώχνοντας την οικονομία σε βαθύτερη κρίση και υποσκάπτοντας περαιτέρω την εμπιστοσύνη ….». Μήπως αυτή η περιγραφή μας θυμίζει κάτι από τις εξαγγελίες της κυβέρνησης;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *