Η ψυχογραφία ενός «πατέρα – τέρατος»

Γράφει η Αναστασία-Μαρία Δημοπούλου, Νομικός

Συγκλονισμένη είναι η κοινή γνώμη μετά την εξιχνίαση της υποτιθέμενης όπως αποδείχτηκε εξαφάνισης της μικρής Στέλλας. Για ακόμα μια φορά διαπιστώσαμε τη ζωώδη και φρικιαστική πτυχή της ανθρώπινης φύσης καθώς και ότι το εγκληματείν είναι στοιχείο που βρίσκεται στο DNA κάθε ανθρώπου.

Το τραγικό και εξωφρενικό της υπόθεσης είναι το θράσος του πα-τέρα να υποστηρίζει ότι κατά τη στιγμή που διέπραξε το έγκλημα είχε μειωμένο καταλογισμό δηλαδή με απλά λόγια δεν είχε συναίσθηση της πράξης του. Ο ισχυρισμός του αυτός κάνει ακόμα πιο ειδεχθές το έγκλημά του.

Στην απολογία του υποστήριξε ότι « Εκείνο το βράδυ μόλις φτάσαμε σπίτι της είπα ότι πρέπει να την κάνω μπάνιο. Πήρα τα χάπια μου και ήπια ποτήρι κρασί (…) Παρακάλεσα πάλι την Στέλλα να την κάνω μπάνιο. Εκείνη εξακολουθούσε να μην θέλει, γιατί ήθελε τη μαμά της. Άρχισε να με χτυπάει με τα χέρια της στην κοιλιά. Όπως με χτυπούσε και το κεφάλι της βρισκόταν στο ύψος του στήθους μου, την έσφιξα με το δεξί μου χέρι για να σταματήσει να με χτυπάει, μέχρι που κατάλαβα ότι είχε χάσει τις αισθήσεις της.[ …]».

Αυτή του η δήλωση το μόνο που αποκαλύπτει είναι το βίαιο του χαρακτήρα του και την ακαταλληλότητά του στο ρόλο του πατέρα. Το συγκεκριμένο παιδί μάλιστα έχριζε περαιτέρω ευαισθησίας και αγάπης εξαιτίας κάποιων προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε. Η πράξη του αυτή δεν ευσταθεί ούτε λογικά, ούτε ηθικά και πόσο δε μάλλον νομικά αφού ακόμα κι αν η μικρή Στέλλα τον χτυπούσε με υπερβολική δύναμη, η πράξη της βρίσκεται στο πλαίσιο του ακαταλόγιστου κι απολύτως ποινικά ανεύθυνου και προφανώς αυτό σημαίνει ότι απέναντι σε τέτοιες συμπεριφορές μικρών παιδιών και δη (κάτω των 8 ετών) ένας ενήλικος το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να το νουθετεί με ορθό παιδαγωγικό τρόπο.

Η απόλυτη όμως συνείδηση του δράστη φαίνεται προδήλως στο ότι είχε την απόλυτη ψυχραιμία να δημιουργήσει άλλοθι αφού κατασκεύασε ολόκληρο σκηνικό σκηνοθετημένης ληστείας. Όπως ο ίδιος ομολόγησε: “Τα έχασα, τρομοκρατήθηκα και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα να κάνω ήταν να βγάλω την Στέλλα έξω από το σπίτι. Πήγα στο αποθηκάκι και πήρα τρεις μεγάλες μαύρες σακούλες σκουπιδιών. Όπως ήταν πεσμένη στο πάτωμα, έβαλα την Στέλλα σε μία από τις σακούλες ξεκινώντας από το κεφάλι προς τα πόδια. Το ίδιο έκανα με τις άλλες δύο σακούλες. Μέσα στις σακούλες έβαλα και μία κόκκινη κουβερτούλα που πήρα από το κρεβάτι της Στέλλας. Με αυτή κοιμόταν. Μη με ρωτάτε γιατί το έκανα, δεν ξέρω να σας απαντήσω.”

Και συνεχίσει: «Μόλις έβαλα την Στέλλα στις σακούλες, σκέφτηκα να σκηνοθετήσω το χώρο για να φαίνεται ότι κάποιος μπήκε για να κάνει ληστεία. Άνοιξα κάποια συρτάρια και κάποιες ντουλάπες στην κρεβατοκάμαρα και αφαίρεσα από την μπιζουτιέρα της γυναίκας μου διάφορα κοσμήματα. Για να μην αφήσω δακτυλικά αποτυπώματα, τα άνοιξα με μία φανέλα που κρατούσα στα χέρια μου. Πήρα τις σακούλες με την Στέλλα που τις κρατούσα με τα δυο μου χέρια στην αγκαλιά μου και τη σακούλα του σούπερ μάρκετ που έβαλα τα κοσμήματα, κατέβηκα στο δρόμο και με τα πόδια πήγα σε έναν κάδο στη συμβολή των οδών Πραξιτέλους και Αιόλου, περίπου 300 μέτρα από το σπίτι μου και εκεί άφησα την Στέλλα. Σε ένα κάδο εκεί κοντά πέταξα τα κοσμήματα της γυναίκας μου. Γύρισα στο σπίτι του διαμερίσματός μας αλλά όταν μπήκα, τα κλειδιά τα άφησα στην κλειδαριά από την έξω μεριά. Το έκανα για να μπορέσω να ισχυριστώ το πρωί στους αστυνομικούς ότι επειδή ήμουν αφηρημένος ξέχασα τα κλειδιά, κάποιοι μπήκαν μέσα, με λήστεψαν και φεύγοντας πήραν και την Στέλλα. Μετά πήγα στο κρεβάτι μου, όπου λόγω του κρασιού και των χαπιών, με πήρε ο ύπνος. Το πρωί ξύπνημα με το ξυπνητήρι και τηλεφώνησα στην αστυνομία για να πω την ιστορία που είχα φτιάξει στο μυαλό μου.»

O πατροκτόνος είχε απόλυτη ψυχραιμία και φαίνεται ότι σχεδίασε προσεκτικά την εξαφάνιση-απαγωγή του άτυχου παιδιού. Αυτό φανερώνει ένα αδίστακτο πρόσωπο…. Δε λύγισε ούτε μπροστά στο άψυχο σώμα ενός παιδιού, του δικού του παιδιού. Ούτε την ύστατη στιγμή δε έδειξε μετάνοια. Το μόνο που θέλησε είναι να εξασφαλιστεί ο ίδιος, να αποφύγει την τιμωρία του. Πίστευε ότι κάποια στιγμή το θέμα θα κουκουλωνόταν και όλα θα κυλούσαν όπως πρώτα. Αυτή του η στάση παρουσιάζει ένα ψυχικά άρρωστο και διεστραμμένο μυαλό χωρίς ίχνος ανθρωπιάς και συμπόνιας για ένα πλασματάκι. Κατά τη διάκριση του Freud το id (οι ψυχικές ενορμήσεις του ανθρώπου) πρέπει να βρίσκεται σε ισορροπία με το Υπερ-Εγώ δηλαδή με τη συνειδητή προσωπικότητα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αρρωστημένες ενστικτώδεις παρορμήσεις του δράστη έχουν να αντιμετωπίσουν και ένα διαστρεβλωμένο Υπερ-Εγώ το οποίο δε λαμβάνει υπόψη τις επιταγές και τις ηθικές αξίες της κοινωνίας.

Όσο για το άλλο σενάριο ότι έπασχε από κατάθλιψη– κάτι που δεν έχει επιβεβαιωθεί- λόγω του προβλήματος υγείας του παιδιού, δε δικαιολογεί ούτε αυτό την επαχθέστατη πράξη του. Η μεταμόρφωση του ασυνειδήτου εξαιτίας οποιουδήποτε νευρωτικού συμπτώματος, δεν εξηγεί την απόλυτη λογική και ψύχραιμη αντίδραση που επέδειξε στο να δημιουργήσει το άλλοθί του. Αντιθέτως, οι πράξεις του υποδηλώνουν έναν άνθρωπο που είχε πλήρη επίγνωση της πράξης του.

Άραγε το επάγγελμά του έπαιξε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση του βίαιου χαρακτήρα του; Αν και γενικά επιθυμώ να αποφεύγω τις γενικεύσεις, η επιλογή του επαγγέλματος πολλές φορές αντικατοπτρίζει και στοιχεία του χαρακτήρα ενός ανθρώπου. Η δουλειά του αστυνομικού φυσικά ενισχύει τη ροπή που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος εκ του φυσικού του στη βία αφού καλλιεργεί τον σπόρο της εξουσίας της δύναμης και της σκληρότητας.

Δυστυχώς, σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά το φρικιαστικό έγκλημα με την Άννυ, η ελληνική κοινωνία τραντάχτηκε από ένα πανομοιότυπο έγκλημα. Όλοι σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις-όσο σκληρό ή ανούσιο κι αν ακούγεται-σκεφτόμαστε γιατί επιτρέπει ο Θεός να κάνουν παιδιά λάθος άνθρωποι …..

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *