Προσοχή στο «κενό» μεταξύ γενιών και γενιών

Γράφει η Ελένη-Ρεβέκκα Στάιου

Αυτό που είναι λογικό είναι να βρεθούμε στη μέση της απόστασης.

Η χαρά που έχουμε που γυρίσαμε μέσα στις πανεπιστημιακές αίθουσες δεν μπορεί να περιγραφεί. Και δεν είναι μόνο η δική μας χαρά, σαν εκπαιδευτικοί. Βλέπουμε την ίδια χαρά και στα μάτια των παιδιών που πλέον μπορούν να μας δουν από κοντά, να μας μιλήσουν, να μας εκφράσουν τις ανησυχίες τους, να μας «κόψουν» και να δουν τελικά αν μας συμπαθούν ή όχι.

Η αντίδρασή τους αυτή, ενώ ήταν αναμενόμενη νομίζω από όλους, δεν σας κρύβω ότι μου έφερε ανακούφιση όταν είδα ότι επιβεβαιώθηκε. Γιατί, για εμένα, είναι εξαιρετικά μεγάλο σχολείο να μιλώ και να αλληλεπιδρώ μαζί τους, να τους ακούω, να τους παρατηρώ. Είναι μεγάλη πηγή πληροφοριών και για το μάθημά μου, για τα παραδείγματα που πρέπει να τους πω, για τις αναφορές που πρέπει να κάνω αλλά και για τη δουλειά μου γενικότερα. Φυσικά είναι εξαιρετικά σημαντικό για να μπορώ να συνυπάρχω κοινωνικά μαζί τους, θα έπρεπε όλοι μας άλλωστε να προσπαθούμε να κατανοούμε όσους είναι διαφορετικοί από εμάς για να δούμε πώς μπορούμε να συνυπάρχουμε αρμονικά.

Πρακτικά εγώ ρίχνω περίπου 20 χρόνια στους πρωτοετείς, λίγο λιγότερο. Θεωρητικά λοιπόν ανήκουμε σε διαφορετική πλέον γενιά, αφού εγώ θα μπορούσα να είναι μάνα τους (ΧΑΧΑΧΑ, εξαιρετικά αστείο!). Είναι απίστευτο προφανώς το πόσο διαφορετικοί είμαστε. Και δεν αναφέρομαι στο τι μουσική ακούμε ή στο τι φοράμε (αν και αυτό δεν διαφέρει στη δική μου περίπτωση) ή στο τι ταινίες βλέπουμε, γενικά στο πώς περνάμε τον ελεύθερο χρόνο μας και πώς διασκεδάζουμε.

Αναφέρομαι στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την κοινωνία, τις υποχρεώσεις, τα δικαιώματα, τις ελευθερίες. Αναφέρομαι στον τρόπο που εκφραζόμαστε, στον τρόπο που ζητάμε και αναζητάμε, στον τρόπο που αντιδρούμε τελικά σε οτιδήποτε πέσει στον δρόμο μας, καλό ή κακό.

Μεγάλο ρόλο σε όλα αυτά παίζουν οι γονείς μας και οι οικογένειές μας. Όχι τόσο η οικονομική/κοινωνική μας κατάσταση, αλλά το περιβάλλον μέσα στο οποίο γίναμε κοινωνικά όντα. Και μετά λύπης μου διαπιστώνω ότι η γενιά μου (που είναι οι γονείς τους) είναι σχετικά κακή στο να μεγαλώνει άλλους ανθρώπους. Το πιθανότερο είναι ότι βγάζουμε τα απωθημένα από τους δικούς μας γονείς, που ίσως ήταν πιο αυστηροί ή πιο άδικοι ή πιο άκαμπτοι και προσπαθούμε να μη γίνουμε οι ίδιοι με τα δικά μας παιδιά. Αυτή όμως είναι μια αλυσίδα που συνεχίζεται, και δεν σπάει, δεν μπορεί να σπάσει. Μπορώ δηλαδή να «κράζω» αιωνίως τη γενιά μου για τα παιδιά που μεγαλώνει αλλά δεν θα βγω πουθενά, ούτε κάποιο άλλο αποτέλεσμα θα βγει. Το θέμα μας, ο στόχος μας θα πρέπει να είναι να βρούμε έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας για να φτάσουμε στο κοινό σημείο που θέλουμε.

Αν μείνουμε καρφωμένοι στα κενά επαφής ανάμεσα στις γενιές, που πάντα θα υπάρχουν-δεν είναι λογικό να μην υπάρχουν, θα χάσουμε το νόημα που είναι ότι, ανεξαρτήτως του τρόπου έκφρασης, όλοι αποζητούμε τα ίδια πράγματα: Κοινωνικοποίηση, επαφή, έρωτα, φιλία, αγάπη, γέλιο κοκ. Γι’ αυτό χαρήκαμε όλοι που γυρίσαμε στα μαθήματα. Γιατί είναι κοινή μας ανάγκη να κοινωνικοποιηθούμε δια ζώσης, ανεξαρτήτως γενιάς. Αν όμως ήμασταν κολλημένοι στις «διαφορετικές γενιές», θα βλέπαμε το δέντρο και θα χάναμε το δάσος.

Ναι, μπορεί ο τρόπος που «ζουν» τα νέα παιδιά να μη μας γουστάρει, να μη μας αρέσει ο τρόπος που μιλούν. Αυτό το κενό όμως δεν είναι δυνατόν να κλείσει εντελώς. Ούτε εγώ μπορώ να μιλάω σαν 18χρονο ούτε το 18χρονο μπορεί να μιλάει σαν 38χρονο. Δεν είναι λογικό.

Αυτό που είναι λογικό είναι να βρεθούμε στη μέση της απόστασης. Να μάθουν κάτι από εμάς, να μάθουμε κάτι από αυτούς αλλά να διατηρήσουμε τις διαφορές μας που μας ξεχωρίζουν. Γιατί έτσι είναι το λογικό, να ξεχωρίζουμε.

neolaia

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.