Πρέσπες: Το στερνό συνειδησιακό κόσκινο της Μεταπολίτευσης

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος, Συγγραφέας

Κάθε σημαντική ιστορική καμπή στην πολιτική πορεία τής χώρας, συνδυάζονταν με μια σημαντική κοινωνική αλλαγή. Μεταπολιτευτικά περάσαμε από την επάνοδο στην δημοκρατική σταθερότητα στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Αυτός ο κύκλος, με άλλους σημαντικούς ενδιάμεσους σταθμούς, κατέληξε στην οικονομική κρίση, την μνημονιακή εμπλοκή και την πρώτη φορά αριστερά ως ύστατη θυμική απόδραση από την πραγματικότητα και τις συνέπειες της.

Στην προεκλογική περίοδο του Ιανουαρίου του 2015 επεσήμανα στο άρθρο «Οι παράπλευρες απώλειες από μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ» την επίθεση που θα εξαπέλυε η αριστερή κατάληψη της εξουσίας σε αρχές και ιδανικά που αποτελούν τον πυρήνα των αστικών και εθνικών αξιών με πρώτο στόχο την διεθνιστική προσέγγιση των ανοιχτών ζητημάτων με τους γείτονες μας.

Η Συμφωνία των Πρεσπών αποτελεί εργαλείο εθνικής ταπείνωσης που αφήνει ακάλυπτες τις διόδους τού αλυτρωτισμού και μετά από έναν αιώνα ανοίγει ακόμη περισσότερο τη διεκδικητική όρεξη πέρα από τους Σκοπιανούς, σε Αλβανούς και Τούρκους. Μια εθνική καταστροφή χωρίς αναστροφή, αναμενόμενη με βάση τις διαχρονικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, έμελε να αποτελέσει το ύστατο συνειδησιακό κόσκινο της Μεταπολιτευτικής περιόδου.

Ένα κόσκινο που αξιολογεί πολιτικές διαδρομές, φιλοδοξίες, στάσεις και αντιστάσεις. Ένα φίλτρο που ξεκαθαρίζει θέσεις, προτεραιότητες και εκκρεμότητες. Η Νέα Μεταπολίτευση που στριμώχτηκε, για χρόνια, στα στενά μνημονικά παπούτσια βρίσκει το απόλυτο στοιχείο καθορισμού της σε ένα κορυφαίο εθνικό ζήτημα. Όχι για να χωρίσει αλλά για να ενώσει τους Έλληνες γύρω  από την προάσπιση της δημοκρατίας και της διεθνούς μας αξιοπρέπειας, όπως περίπου έγινε και το 1974. Για να θέσει τα όρια του σύγχρονου πατριωτισμού, να αναδείξει διαχρονικές ιδέες, να αποβάλει φοβικά σύνδρομα, να προσδιορίσει τους νέους εθνικούς στόχους σε όλα τα επίπεδα.

Κάτι τέτοιες στιγμές θυμάμαι το ορόσημο του 2021 στο οποίο επανειλλημένα είχε αναφερθεί επί της πρωθυπουργίας του ο Αντώνης Σαμαράς.

Τα 200 χρόνια από την Εθνική Παλιγγενεσία θα συμπέσουν με τον οριστικό, ή όχι, μνημονικό απεγκλωβισμό εφόσον κατορθώσουμε να επανέλθουμε μόνιμα στις αγορές δημοσίου χρέους, κάτι που δεν μοιάζει τόσο απλό όσο νομίζουμε, λόγω διεθνών οικονομικών και γεωπολιτικών παραγόντων, του εύθραυστου τραπεζικού συστήματος και της πιθανότητας συνεχούς πολιτικής αστάθειας.

Η Ελλάδα θα χρειάζεται μια ολιστική επανεκκίνηση. Ειδικά μετά από εθνικές ήττες είναι επιτακτική η ανάταση του φρονήματος και η αίσθηση συνειδησιακής κάθαρσης. Το υπόλειμμα του «κόσκινου» θα είναι μικρό και σε αυτό σίγουρα δεν θα περιλαμβάνονται οι ταξικοί διεθνιστές κι όσοι, άμεσα ή έμμεσα, τους στήριξαν ή τους ανέχτηκαν.

Ο Σαμαράς είναι από τους ελάχιστους που ενεπλάκησαν στη διαχείριση της κρίσης και δικαιούνται να περάσουν στην άλλη μεριά του «κόσκινου». Ακόμη κι οι σφοδρότεροι επικριτές του αναγνωρίζουν πλέον την ακριβή αντίληψη του για τις σχεδιαστικές μνημονιακές αστοχίες, τις άοκνες προσπάθειες του για την ταχύτερη επιστροφή στην ανάκαμψη και κυρίως τη σταθερότητα του στην υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων.

Μετά την υπερψήφιση της συμφωνίας των Πρεσπών, όλα θα είναι διαφορετικά. Το τετελεσμένο έγκλημα θα αφήσει πίσω του ένα πόνο, μια ένταση που αν δεν απορροφηθεί θεσμικά με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο θα καταλήξει θανατηφόρα γάγγραινα. Κι οι μαυρόψυχοι «χειρουργοί» που θα επιχειρήσουν να εμφανιστούν ως δεξιοτέχνες ανανήπτες δεν αποκλείεται να είναι αυτοί που θα δώσουν το θανατηφόρο χτύπημα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.