Πότε θα έρθει η ανάπτυξη;

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος, Συγγραφέας

Το 2020 αναμένονταν να είναι μια χρόνια σημαντικής αναπτυξιακής στροφής. Αν και η αρχική πρόβλεψη για 2,8% φάνταζε φιλόδοξος στόχος, το σίγουρο είναι ότι με βάση την πολύ θετική προοπτική του τουρισμού και τη βελτίωση σε επενδυτικό και καταναλωτικό επίπεδο, τουλάχιστον ένα 1,5% θα έπρεπε να θεωρείται δεδομένο. Άλλωστε οι πρώτες 70 μέρες της χρονιάς, πριν την πρώτη καραντίνα, έδειξαν ότι η ανάπτυξη κινούνταν κοντά στο 1,5%.

Η αρχή της πανδημίας και οι αναμενόμενες αρνητικές επιπτώσεις σε όλα τα οικονομικό μεγέθη έθεσαν πολύ χαμηλά τον πήχη των προσδοκιών. Ανήκω σε αυτούς που, με βάση την εικόνα ασφαλούς προορισμού που δημιούργησε η επιτυχημένη αντιμετώπιση του πρώτου κύματος του κιρωνοϊού ήλπιζαν σε μια ύφεση που θα άγγιζε περίπου το 7%. Με τον τουρισμό στο 35% της περσικής περιόδου και τη διαβεβαίωση ότι δεν θα υπάρξει δεύτερο καθολικό lockdown, αυτός ο στόχος είχε σοβαρής πιθανότητες επιτυχίας.

Στην πράξη όμως, μετά το Μάιο υπήρξαν αστοχίες από όλες τις πλευρές που κατέστησαν ανέφικτο το συγκεκριμένο σενάριο. Η μη χρήση μάσκας σε κλειστούς και ανοιχτούς χώρους από την πρώτη στιγμή, η συνέχιση κάποιων περιορισμών για υπερήλικες και άτομα με υποκείμενα νοσήματα αλλά και η δική μας ανευθυνότητα με τις αθρόες συναθροίσεις, αρκούσαν για να φέρουν το δεύτερο κύμα πανδημίας και να αποτρέψουν στην οικονομία να αναπνεύσει.

Η χρονιά, λοιπόν, θα κλείσει με διψήφια ύφεση και το έλλειμμα σε μνημονιακά επίπεδα. Το μόνο παρήγορο είναι τα μηδενικά επιτόκια δανεισμού που επιτρέπουν στη χώρα να αναχρηματοδοτεί το δυσθεώρητο χρέος της, δίχως να πυροδοτεί ξανά το ύψος του.

Πώς θα κινηθεί, όμως, το 2021; Είναι κοντά η επάνοδος σε αναπτυξιακό έδαφος;

Το προσχέδιο του προϋπολογισμού προέβλεπε 5,5% αναπτυξιακούς ρυθμούς. Από ΜΜΕ παρουσιάστηκε κι ένας ανορθολογισμός – εφεύρημα, μάλλον του κ. Σκυλακάκη, που πρόσθετε κι ένα ακόμα 2% από την αξιοποίηση των επιπρόσθετων κοινοτικών πόρων.

Η αλήθεια είναι ότι και τα δυο νούμερα απείχαν από την πραγματικότητα. Οι κοινοτικοί πόροι δεν θα απορροφηθούν άμεσα. Ήδη έχουν προκύψει και λειτουργικά ζητήματα σχετικά με συγκεκριμένα προαπαιτούμενα για την εκταμίευση τους. Οπότε μοιάζει δύσκολο όχι μόνο να υπάρξει σημαντική θετική αναπτυξιακή συνεισφορά, η οποία θα διαμοιραστεί μέσα στα επόμενα χρόνια, αλλά έστω να έρθουν στη χώρα μας.

Από τον Οκτώβριο, επεσήμανα ότι στον προϋπολογισμό υπήρχαν παραδοχές για την πορεία του τουρισμού, των επενδύσεων και της κατανάλωσης που ξεπερνούσαν την πραγματική δυναμική. Πχ. η αναμονή ο τουρισμός να κινηθεί το 2021 στο 60% του κορυφαίου 2019, προϋποθέτει όχι μόνο ευρεία χρήση ενός αξιόπιστου εμβολίου αλλά και αλλαγή ψυχολογικής διάθεσης.

Από τη μια, οι τουριστικές κρατήσεις που συνήθως γίνονται νωρίς την Άνοιξη, δεν θα συμπέσουν με την αποτελεσματική χρήση του εμβολίου. Από την άλλη, δεν πρόκειται να υπάρξει αυτόματη βελτίωση στον οικογενειακό προϋπολογισμό, ούτε αντανακλαστική επαναφορά του αισθήματος ασφαλείας. Ο φόβος που θα μας έχει συντροφεύσει για έναν ολόκληρο χρόνο δεν πρόκειται να εξαλειφθεί ως δια μαγείας και θα συνεχίσει να επηρεάζει την κοινωνική και καταναλωτική συμπεριφορά μας.

Άρα η άνοδος του τουριστικού εισοδήματος από το φετινό περίπου 25% στο 40-45% είναι μια πιο λογική πρόβλεψη. Όπως αντίστοιχα, με αυτά τα επίπεδα ανεργίας και τα συμπιεσμένα εισοδήματα του ιδιωτικού τομέα είναι δεδομένο ότι η όποια βελτίωση το 2021 θα χρησιμοποιηθεί πρωτίστως για την τακτοποίηση των νέων χρεών των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών παρά, άμεσα, προς την κατανάλωση ή την επένδυση.

Πριν καν προκύψει το δεύτερο κύμα της πανδημίας το 4% φάνταζε ως ένας πιο εφικτός στόχος. Μετά τη δεύτερη καραντίνα, και με πολύ πιθανό ένα τρίτο κύμα τον Ιανουάριο και το Φεβρουάριο, η νέα πίεση στα οικονομικά μεγέθη θα περιορίσει την ανάπτυξη κοντά στο 3%, επιβεβαιώνοντας αυτό που έγραφα στην αρχή της χρονιάς, ότι για να καλυφθούν οι υφεσιακές συνέπειες της πανδημίας θα πρέπει να φτάσουμε στο 2023 και την ολοκλήρωση της κυβερνητικής θητείας.

Το 2021 θα είναι η αρχή μιας δύσκολης αλλά θετικής διαδρομής. Όσο πιο φειδωλοί είμαστε στις οικονομικές προβλέψεις τόσο καλύτερα θα ελεγχθούν οι δαπάνες του προϋπολογισμού, τόσο πιο τακτοποιημένοι θα είμαστε δημοσιονομικά ώστε να μην χρειαστεί το 2022 να βρεθούμε μπροστά σε Ευρωπαϊκές απαιτήσεις για περιοριστικά μέτρα.

Η κυβέρνηση έχει την ευθύνη των επιλογών και θα αξιοποιήσει κάθε μέσο για να αποφύγει μια τέτοια αρνητική εξέλιξη. Ας ελπίσουμε ότι κάτι διδαχτήκαμε ως κοινωνία και δεν θα πέσουμε και πάλι στην παγίδα του αντιπολιτευτικού λαϊκισμού συναινώντας, εν αγνοία μας, σε νέο εκτροχιασμό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.