Πόσο «επικίνδυνες» είναι οι εκλογές;

Γράφει ο Άγγελος Κωβαίος

Η συζήτηση για τις (πιθανές) πρόωρες εκλογές του 2022 έχει πρωτόγνωρα χαρακτηριστικά. Γίνεται και φουντώνει σε όλους τους πολιτικούς χώρους, ενώ η εύφλεκτη ύλη που την πυροδοτεί συνεχώς είναι οι επίμονες διαψεύσεις του Πρωθυπουργού για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Για πόσο ακόμη θα συνεχιστούν αυτές οι διαψεύσεις μένει να φανεί. Και πάντως, σε αυτό το ιδιότυπο παιχνίδι της πολιτικής κολοκυθιάς, μπορεί κανείς να πει ότι αν φτάσουμε στη ΔΕΘ στις αρχές Σεπτεμβρίου και δεν έχουν προκηρυχθεί εκλογές, τότε μάλλον πάμε για το τέλος της τετραετίας.

Μιλώντας με βουλευτές και πολιτικά στελέχη της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης, καταλαβαίνει κανείς αυτήν την περίοδο ότι δεν παίρνουν και πολύ τοις μετρητοίς αυτά που λέει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όταν επαναλαμβάνει ότι θα εξαντλήσει την τετραετία. Όλοι κινούνται σε προεκλογικούς ρυθμούς, με μία βεβαιότητα ότι ο Πρωθυπουργός θα «πατήσει το κουμπί» κάποια στιγμή μετά τον Δεκαπενταύγουστο. Αν θέλει να αιφνιδιάσει, κάπου τότε θα το κάνει, με μία σύντομη προεκλογική περίοδο τριών εβδομάδων και τους περισσότερους απροετοίμαστους και ξεχασμένους σε κάποιες διακοπές.

Όλα αυτά βέβαια τελούν υπό την αίρεση των διαθέσεων του Ερντογάν, των πυρκαγιών και του… στρατηγού ανέμου.

Μιλάμε πάντως για σενάρια, τα οποία δεν διαφέρουν πολύ από τις συζητήσεις που γίνονται στα καφενεία, τις ταβέρνες και στα μπαρ.

Η πρωτιά δεν αρκεί για τη νίκη

Μόνο ο Μητσοτάκης ξέρει αν, πότε και γιατί θα κάνει εκλογές και -το σημαντικότερο σε αυτές τις περιπτώσεις-, μόνο εκείνος είναι σε θέση να αξιολογήσει παραμέτρους και να λάβει αποφάσεις, με βάση ένα θεμελιώδες αξίωμα: Όταν πας σε πρόωρες εκλογές, πρέπει να έχεις σχεδόν βέβαιη τη νίκη.

Εν προκειμένω όμως, νίκη δεν είναι η πρωτιά. Με τα σημερινά και δύσκολα αναστρέψιμα δεδομένα, αυτό είναι ένα στοίχημα με μικρή απόδοση.

Η νίκη του Μητσοτάκη σε αυτή τη συγκυρία, κρίνεται από μία δεύτερη «λεπτομέρεια». Και αυτή έχει σπονδυλωτά χαρακτηριστικά. Εφόσον λάβει την απόφαση να στήσει πρόωρες κάλπες, θα πρέπει α) να έχει ένα καλό αποτέλεσμα στην πρώτη αναμέτρηση της απλής αναλογικής ώστε β) να πάει στη δεύτερη εκλογή με την ενισχυμένη, δίχως να χρειάζεται να πείσει για πολλά και να πετύχει το αναγκαίο ποσοστό για την διασφάλιση της αυτοδυναμίας.

Με όρους καθαρά αριθμητικούς, αυτή η εκλογική μηχανική σημαίνει ότι στην πρώτη κάλπη η ΝΔ θα πρέπει να έχει ένα ποσοστό σε κάθε περίπτωση πάνω από 30% και ιδανικά 33-34%. Αυτό τουλάχιστον σημειώνουν κομματικά στελέχη, τα οποία δεν θεωρούν τίποτε δεδομένο και σίγουρο. Με μία τέτοια επίδοση, το 37-38% στην επόμενη αναμέτρηση και εφόσον λογικά θα συμπιεστούν τα μικρότερα κόμματα από το μονοθεματικό δίλημμα της κυβερνησιμότητας, δεν φαντάζει εξωπραγματικό.

Το ζήτημα ωστόσο σε ό,τι αφορά την επόμενη εκλογική αναμέτρηση έχει ευρύτερα χαρακτηριστικά και κρυφά σημεία.

Νέα διλήμματα

Όποτε και αν στηθούν οι κάλπες, τα διλήμματα θα είναι πολύ διαφορετικά από την προηγούμενη φορά. Το 2019, το θέμα ήταν λίγο πολύ η «απαλλαγή» από την περιπετειώδη, αλλοπρόσαλλη και εξοντωτική διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και η επιστροφή σε κάποιου είδους ηρεμία και κανονικότητα.

Και οι δύο έννοιες αυτή την περίοδο και με τα όσα μεσολάβησαν, μοιάζουν κενές περιεχομένου.

Τίποτε από τα δύο δεν είναι σήμερα ρεαλιστικό ζητούμενο, κανείς δεν έχει τέτοιες προσδοκίες και παρά την διαχειριστική επάρκεια της κυβέρνησης σε διάφορα πεδία, η απαισιοδοξία και η αγωνία για το εγγύς μέλλον είναι το κυρίαρχο στοιχείο.

Οι χαμηλές προσδοκίες είναι ίσως το πιο σκοτεινό σημείο του πολιτικού σκηνικού και υπό μία έννοια η μεγαλύτερη απειλή για τη στοιχειώδη σταθερότητα της χώρας.

Ορισμένα πολιτικά στελέχη και αναλυτές παρακολουθούν τη συνθήκη που διαμορφώνεται στην Ελλάδα και διεθνώς και δεν κρύβουν τις ανησυχίες τους. Με κάποιες αναλογίες, βλέπουν έναν κίνδυνο που θα θυμίζει τις πρώτες εκλογές του 2012, με άλλους όρους και πιθανότητες περιπλοκών.

Μπορεί να είναι αδιανόητο αυτή τη στιγμή το ενδεχόμενο να υποχωρήσουν τα μεγάλα κόμματα κάτω από το 20%, όπως τότε. Όμως η περίπτωση να προκύψει περιπέτεια λόγω απλής αναλογικής δεν μπορεί να αποκλειστεί. Για μία τέτοια περιπέτεια αρκεί ένα ποσοστό της ΝΔ χαμηλότερο του 30% και μερικοί ακραίοι στη Βουλή. Κάτι τέτοιο θα αλλάξει τα δεδομένα, θα ενισχύσει τη ρευστότητα και θα κάνει πολύ δύσκολη την δεύτερη αναμέτρηση, όπου στην ουσία το πρώτο κόμμα θα πρέπει να κάνει ένα άλμα σχεδόν 10 μονάδων, προκειμένου να πετύχει την αυτοδυναμία.

Υπό αυτό το πρίσμα, οι αποφάσεις για τις εκλογές, οι συνθήκες υπό τις οποίες αυτές θα διεξαχθούν και οι στρατηγικές επιλογές, είναι κρισιμότερες από ποτέ.

Η αχρείαστη πολιτική κρίση

Σε όλα αυτά εντάσσεται το πλέγμα των υποσχέσεων και δεσμεύσεων του καθενός. Το «Μητσοτάκης ή Τσίπρας» θα είναι ένα αιωρούμενο ή και διατυπωμένο δίλημμα, όμως δεν θα είναι επαρκές. Όποτε και όπως και αν γίνουν οι εκλογές, το 2023 είναι έτος αναταράξεων, ενδεχομένως μεγαλύτερων από εκείνες του 2008-2012 και οι αποφάσεις για τη χώρα κρισιμότερες από ποτέ. Ας μην λησμονούμε και την τουρκική απειλή.

Στην κυβέρνηση κυριαρχεί η αίσθηση της βέβαιης νίκης, όμως θα πρέπει να εξηγηθεί τι θα κάνει με αυτήν ο Μητσοτάκης, αν πετύχει το στόχο του. Σχέδιο έχει, το αν αυτό είναι προσαρμοσμένο στη συγκυρία, είναι ένα ζητούμενο.

Σχέδιο λέει ότι έχει και ο Τσίπρας, όμως δεν είναι προσαρμοσμένο πουθενά. Αν θα παρουσιάσει και ένα νέο πρόγραμμα Θεσσαλονίκης, είναι μία εκκρεμότητα και το ποιος θα το «χάψει» θα έχει ένα ενδιαφέρον.

Ανάμεσα στους δύο θεωρούμενους ως διεκδικητές της εξουσίας καλείται να σταθεί ο Ανδρουλάκης. Φυσικά και προφανώς δεν θα πει πριν από τις εκλογές αν θα συνεργαστεί με κάποιον. Όμως οφείλει να παρουσιάσει αναλυτικές προτάσεις, ώστε να είναι σε θέση να λύσει τη σιωπή του μετά τις εκλογικές αναμετρήσεις. Το «κυβερνητικό» του πρόγραμμα θα είναι κάτι σαν διαπραγματευτικός όρος μετά την κάλπη και αν θέλει να διαπραγματευτεί για κάτι, θα πρέπει να παρουσιάσει κάτι σοβαρό, μετρημένο και εφαρμόσιμο. Ακόμη κι αν δεν θέλει να κυβερνήσει.

Αυτό που μέχρι στιγμής δεν έχει εντάξει στη ρητορική του, είναι ότι η χώρα και η Ευρώπη βρίσκονται στα πρόθυρα μίας βαθιάς κρίσης, η οποία δεν θα σταματήσει ακόμη και αν ο πόλεμος στην Ουκρανία τερματιζόταν αύριο.

Συνεπώς, το μόνο που δεν χρειάζεται η Ελλάδα, είναι μία πολιτική κρίση και μία περιδίνηση σε περιπέτειες, οι οποίες θα μπορούσαν να αποδειχθούν ολέθριες. Οι πολιτικοί διαχειριστές της οφείλουν να μην το κρύβουν και οι πολίτες της να κρίνουν γνωρίζοντας «αλήθεια και μόνο την αλήθεια, χωρίς φόβο και χωρίς πάθος».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.