Πως θα μπορούσε η Ελλάδα να αναδειχθεί σε soft power έρευνας και τεχνολογίας;

Γράφει ο Χαρίτος Αναστασίου, Φοιτητής Χημικών Μηχανικών ΕΜΠ

Κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει πως πρωταρχικός σκοπός της εθνικής πολιτικής δεν μπορεί παρά να είναι η έξοδος της από την φάση της ύφεσης, μέσω των απαιτούμενων εσωτερικών μεταρρυθμίσεων καθώς και την ικανή διαπραγμάτευση με τους εταίρους και δανειστές μας. Το ερώτημα όμως που συνοδεύει αυτή την προσπάθεια είναι πως θέλουμε να δούμε την πατρίδα μας στο μέλλον: Την διαιώνιση των μεταπολιτευτικών συνθηκών και ως εκ τούτου την ανακύκλωση της μιζέριας και την επανάληψη των κρίσεων, ή το πώς η Ελλάδα, αξιοποιώντας τις νέες συνθήκες που φαίνονται στον ορίζοντα να αποκτήσει δυναμικό ρόλο στις ευρωπαϊκές και όχι μόνο εξελίξεις.

Η ιδέα της ισχύος δεν μεταφράζεται αποκλειστικά σε όρους βίαιου παρεμβατισμού και επιβολής. Ένα έθνος δύναται να αποκτήσει δυναμικό ρόλο στις διεθνείς συνθήκες τόσο αξιοποιώντας την θέση και το δυναμικό της γης και των κατοίκων του, όσο και μέσα από την πολιτισμική του ακτινοβολία. Κράτη όπως η Νότια Κορέα, η Γαλλία, η Ολλανδία και η Ιταλία πέτυχαν να αναδειχθούν διεθνώς αξιοποιώντας το εμπορικό δαιμόνιο των κατοίκων τους, το υψηλό τους επιστημονικό δυναμικό και τον πλούσιο πολιτισμό τους.

Τα προϊόντα της Νότιας Κορέας είναι πλέον παγκοσμίως γνωστά, προωθώντας παράλληλα την νοτιοκορεάτικη κουλτούρα και τεχνογνωσία σε κάθε άκρη του κόσμου. Η Γαλλία και η Ιταλία πέραν της (φθίνουσας) βιομηχανικής τους δύναμης αποτελούν πόλους έλξης δισεκατομμυρίων ανθρώπων, ο πολιτισμός, η μουσική, η μαγειρική και η γλώσσα τους έχουν διεισδύσει εντός όλων των άλλων λαών, καθιστώντας τις ουσιαστικά έτσι πολιτισμικές υπερδυνάμεις. Οι Ολλανδοί από πολύ νωρίς αξιοποίησαν τις εμπορικές τους ικανότητες ώστε να μετατρέψουν την τεχνητή τους πατρίδα σε παγκόσμιο κέντρο εμπορίου, μόνο οι οικουμενικά εξαπλωμένες δραστηριότητες του ασφαλιστικού ομίλου ING και της πετρελαϊκής Shell αρκούν για να πείσουν και τον πλέον δύσπιστο.

Ζούμε σε μια συγκλονιστική εποχή όπου οι αλλαγές έρχονται στο παγκόσμιο τοπίο με ταχύτητες που δεν δίνουν άνεση χρόνου προσαρμογής. Στον δυτικό κόσμο είναι εμφανέστατη πλέον η διαρκής υποχώρηση του αριθμού των απασχολούμενων στον παραγωγικό και βιομηχανικό τομέα, χάριν του τριτογενούς τομέα των υπηρεσιών ο οποίος και αποτελεί την κυρίαρχη δύναμη στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Δεν έχει να κάνει τόσο με την μείωση της παραγωγής, η ίδια η παραγωγή ή και μεγαλύτερη ακόμη μπορεί να πραγματοποιηθεί πλέον με πολύ λιγότερα εργατικά χέρια από ότι κάποτε, αρκετά περισσότεροι άνθρωποι καλούνται πλέον να διαχειριστούν την μετακίνηση, την διάθεση και την πώληση των αγαθών, καθώς και τις απαιτούμενες ροές χρήματος και κεφαλαίου.

Ο Δυτικός κόσμος φαίνεται να μεταβαίνει πλέον από την κοινωνία της παραγωγής στην κοινωνία της γνώσης. Ένας τεταρτογενής τομέας παραγωγής αναπτύσσεται ταχύτατα, περιλαμβάνει τους τομείς έρευνας και ανάπτυξης (R&D), τεχνολογίας των επικοινωνιών και της ενημέρωσης (ICT) και των συμβουλευτικών υπηρεσιών (consultancy) και προσφέρει στην παραγωγική αλυσίδα αυτό που έχει πλέον ανάγκη όσο τίποτε άλλο: την γνώση και κυρίως τις δυνατότητες εφαρμογής στην παραγωγή και στις υπηρεσίες.

Ζούμε αυτό που ο Αυστριακός γκουρού του management Peter Drucker προφήτευσε προ δεκαετιών: στις «μετακαπιταλιστικές» κοινωνίες του μέλλοντος το σημαντικότερο κεφάλαιο δεν θα είναι τόσο ο εξοπλισμός ή η εμπειρία του προσωπικού, όσο η γνώση και η ικανότητα χειρισμού της. Η αγορά εργασίας δεν αρκείται πια στην εμπειρία ή στις ικανότητες (soft skills) του εργαζόμενου όσο στην γνώση που ο ίδιος μεταφέρει. Όσο πιο πλούσια και πολυεπίπεδη είναι αυτή τόσο το καλύτερο, απαιτείται δε η ικανότητα εφαρμογής της. Ο Drucker προέβλεψε τον «εργάτη της γνώσης» ως τον Προμηθέα αυτής της νέας εποχής, μέσα από άτομα ικανά να προσφέρουν, να συνδυάζουν και κυρίως να εφαρμόζουν τις τεχνικές και θεωρητικές τους γνώσεις στις εκάστοτε ανάγκες. Η παραγωγή και κυρίως η διάθεση γνώσης κοστίζει πολύ παραπάνω από το καλύτερο μηχάνημα και αποδίδει περισσότερο και από τον πιο έμπειρο εργαζόμενο. Για αυτό και όποιος καλύπτει τις παραπάνω ανάγκες καταλαμβάνει ηγεμονικό ρόλο στην οικονομία.

Ποια θα μπορούσε να είναι η θέση της Ελλάδας σε αυτή την νέα πραγματικότητα; Η πατρίδα μας παράγει μέσα από τα πανεπιστήμια της εξαιρετικής ποιότητας ανθρώπινο δυναμικό το οποίο και ειδικότερα σήμερα δραπετεύει από την εδώ μετριοκρατία και προσφέρει την γνώση του στις οργανωμένες κοινωνίες. Εξαιρετικός ποιοτικά και ποσοτικά, αναλογικά με το εθνικό μας μέγεθος, αριθμός Ελλήνων διδάσκει και παρέχει υπηρεσίες γνώσης σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου. Η δημιουργία επιχειρήσεων τεταρτογενούς τομέα, δημιουργίας γνώσης μέσα από την έρευνα, διάθεση αυτής μέσα από συμβουλευτικές υπηρεσίες, αποτελεί έναν τομέα που θα έδινε στην Ελλάδα τόσο την δυνατότητα να δώσει κίνητρο σε μεγάλο πλήθος απόδημων επιστημόνων να γυρίσουν πίσω, όσο και να μπορεί να εξάγει υπηρεσίες ανώτερης ποιότητας και υψηλής ζήτησης στον υπόλοιπο κόσμο. Στον πλανήτη της παγκοσμιοποιημένης επικοινωνίας και πληροφόρησης δεν παίζει ρόλο τόσο η απόσταση της βιομηχανίας από τον προμηθευτή της τεχνογνωσίας όσο η αξιοπιστία της τελευταίας.

Τι πρέπει να κάνει η Ελλάδα για να αναπτύξει τον τομέα της έρευνας και της ανάπτυξης της τεχνολογίας στο έδαφος της; Πρώτα από όλα να ανοίξει επιτέλους, έστω και αργά, τον δρόμο διασύνδεσης των πανεπιστημίων με την αγορά και την παραγωγή. Είναι αδιανόητο χάριν των αριστερίστικων εμμονών τα ελληνικά πανεπιστήμια να αδυνατούν να προσφέρουν το ερευνητικό τους δυναμικό στην βιομηχανία και στις υπηρεσίες. Έτσι τα πανεπιστήμια θα έβρισκαν μια παραπάνω πηγή εσόδων για την οικονομική τους αυτονομία, ενώ θα προσέφεραν στους φοιτητές και στο ακαδημαϊκό προσωπικό την άμεση εικόνα των αναγκών της αγοράς. Ο ίδιος ο εθνικός αλλά και ο διεθνής παραγωγικός κόσμος θα αποκτούσε έναν ακόμη εξαιρετικά ανταγωνιστικό σύμμαχο για την κάλυψη των αναγκών του. Παράλληλα απαιτούμενη είναι η απελευθέρωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης από το κρατικό μονοπώλιο, κάτι που θα έδινε την ικανότητα ύπαρξης πολλών και ανταγωνιστικών πόλων ερευνητικού έργου στην Ελλάδα καθώς και προώθηση των ευρωπαϊκών και διεθνών συνεργειών.

Τρίτον να προσφέρει στις εταιρείες του τεταρτογενούς τομέα το κατάλληλο περιβάλλον ώστε να αναπτυχθούν. Πρόκειται για επιχειρήσεις χαμηλού αρχικού κεφαλαίου- εν αντιθέσει με τις εταιρείες που συνιστούν ΑΕ- οι οποίες όμως καλό είναι να κατέχουν τα προνόμια των ΑΕ: περιορισμένη ευθύνη των μετόχων ως προς τις οικονομικές οφειλές της εταιρείας, αύξηση μετοχικού κεφαλαίου.

Μια εξαιρετική λύση είναι η νέα νομική μορφή της περιορισμένου χρόνου Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας (ΙΚΕ), γνωστής και ως η εταιρεία του 1 ευρώ. Η μορφή αυτή μπορεί να ιδρυθεί σε μια μέρα, με ελάχιστο απαιτούμενο κεφάλαιο 1 ευρώ, σε περίπτωση δε απουσίας παγίων περουσιακών στοιχείων συστήνεται απλά με ιδιωτικό έγγραφο δίχως να απαιτείται η παρουσία συμβολαιογράφου. Η ευελιξία της ενισχύεται από το ότι δίνεται νομικά η δυνατότητα στους εταίρους να λάβουν αποφάσεις τόσο εντός όσο και εκτός συνέλευσης. Η διανομή των κερδών πάλι στους συμμετέχοντες έπεται της δημιουργίας αποθεματικού, ενώ η εταιρική συμμετοχή και τα μερίδια αποσυνδέονται από το κεφάλαιο. Το κράτος θα μπορούσε να ενισχύσει τις εταιρείες παροχής υπηρεσιών τεταρτογενούς τομέα ανακουφίζοντας τις φορολογικά τα πρώτα έτη, όσο και προχωρώντας σε ελάφρυνση των ασφαλιστικών τους υποχρεώσεων, μέσω ενός κεφαλαιοποιητικού ασφαλιστικού συστήματος.

Παράλληλα δε απαιτείται να αλλάξει και η κακή ως τώρα εγχώρια νοοτροπία, που πολλές εταιρείας απέφευγαν να δημιουργήσουν ικανά τμήματα R&D ή ακόμη και να προσαρμοστούν στις νέες τεχνολογίες και απαιτήσεις. Αλλαγή νοοτροπίας που μπορεί να έλθει τόσο από τον επαναπατρισμό ανθρώπων με σημαντικές διεθνείς εμπειρίες, όσο και με το άνοιγμά τους στις διεθνείς απαιτήσεις χάριν της ίδιας τους της επιβίωσης.

Στην Ελλάδα όπου η τουριστική βιομηχανία, καθώς και η παραγωγή υψηλής ποιότητας τροφίμων, συνιστούν το μεγαλύτερο μερίδιο των εσόδων της, η υποβάθμιση του φυσικού της περιβάλλοντος από μια μεγάλης έκτασης βαριά βιομηχανία θα έβλαπτε μάλλον παραπάνω από όσο θα ωφελούσε. Όπως κάθε σοβαρή κοινωνία η Ελλάδα οφείλει να επιλέξει τον δρόμο που της αναλογεί ώστε να κερδοφορεί ασχέτως αν η ίδια είναι αυτάρκης ή όχι. Διότι όπως δείχνει και η διεθνής εμπειρία όσο και αν η Κίνα ή η Ινδία συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος του βιομηχανικού δευτερογενούς τομέα, βρίσκονται παρά πόδας της ισχυρής Δύσης που συνεχίζει να κατέχει το μεγαλύτερο μέρος της ερευνητικής παραγωγής, της δημιουργίας γνώσης που τόσο χρειάζονται οι πρώτοι. Μια χώρα με ισχυρό επιστημονικό δυναμικό δεν έχει δε να φοβηθεί τίποτα από μια βαριά βιομηχανική δύναμη.

Όλα τα προαναφερόμενα στηρίζονται σε δύο θεμελιακούς παράγοντες: χρήμα και αξιοπιστία, μεταφραζόμενα σε ροές επενδυτικού κεφαλαίου και σταθερότητα της εθνικής νομοθεσίας πάνω στην φορολογία, στις επενδύσεις και στις καταθέσεις. Αυτό που πρώτα χρειάζεται η πατρίδα μας είναι επενδύσεις, μικρές και μεγάλες, από τράπεζες, ομίλους ή επενδυτικούς οργανισμούς, ώστε να ξεκινήσει ξανά η ροή ζεστού χρήματος στην αγορά. Χρειάζεται απλοποίηση της νομοθεσίας και μείωση της φορολογίας ώστε να ανασάνει η αγορά. Απαιτεί διάλυση κάθε κρατικού μονοπωλίου στην ενέργεια, αφού και μόνο το τιμολόγιο της ΔΕΗ απαγορεύει σε αρκετές βιομηχανικές μονάδες να ξεκινήσουν τις παραγωγικές τους δραστηριότητες.

Η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, η κατάκτηση θετικού ισοζυγίου ροής χρήματος στο εσωτερικό της χώρας και κυρίως η σταδιακή της μετατροπή σε κέντρο υψηλής τεχνολογίας με ηγετικό ρόλο στις παγκόσμιες προκλήσεις θα αναβαθμίσουν διεθνώς τον ρόλο της. Χώρια η εσωτερική συνεισφορά του τομέα της γνώσης στην εγχώρια παραγωγή καθώς και στην μετατροπή της πατρίδας μας σε κόμβο εμπορίου, ναυτιλίας, παροχής υπηρεσιών υγείας και τουρισμού, καθώς και διακίνησης φυσικού αερίου και λοιπών ενεργειακών πόρων πέριξ και διεθνώς.

Η Ελλάδα έχει τόσο το δυναμικό, ως έθνος, όσο και τους πόρους, ως πατρίδα, ώστε να αναδειχθεί ως μια υπολογίσιμη δύναμη υψηλής έρευνας και τεχνολογίας. Οφείλει όμως να μεταρρυθμίσει τον κρατικό της χαρακτήρα, να απαλλαγεί από τις ντόπιες αρνητικές νοοτροπίες και να προχωρήσει μπροστά. Όταν κυρίως η κατοχή γνώσης και η αξιοποίησή της, η έννοια του άριστου σταματήσει να ενοχοποιείται σε αυτήν την χώρα, όταν δε η παραγωγική εργασία αρχίσει να επιβραβεύεται και όχι να αποφεύγεται ή να υπερφορολογείται. Όταν το «αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων» του Ομήρου συνδυαστεί με το «εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι μηδὲ ἐσθιέτω» του Απόστολου Παύλου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *