Ποιος φοβάται τον κεϋνσιανισμό;

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος, Συγγραφέας

Κάθε φορά που προκύπτει μια οικονομική κρίση αρχίζουν κι οι διαξιφισμοί για το ποια είναι η πιο αποτελεσματική προσέγγιση, ποια εργαλεία αποδίδουν καλύτερα και πιο άμεσα, ποιο μοντέλο συνεισφέρει περισσότερο στην οικονομική ανάκαμψη. Έτσι κι αυτή τη φορά, βρέθηκαν φωνές που αντιδρούσαν για τα… ευμεγέθη πακέτα στήριξης και την τάση αμοιβαιοποίησης του χρέους.

Ακούγοντας τον Σόιμπλε να δηλώνει οπαδός του Κέυνς, θυμήθηκα ένα κείμενο που είχα γράψει πριν από επτά και πλέον χρόνια, μέσα στη δίνη της κρίσης με τίτλο Ο…”Έλληνας” Κέυνς. Εκεί ανέφερα, σε γενικές γραμμές, όσα αποδεικνύουν τις σημαντικές διαφορές ανάμεσα στην εποχή που αναπτύχθηκε η θεωρία του σημαντικού οικονομολόγου και στο σήμερα. Διαφορές που επέτρεπαν σε όλο το πολιτικό φάσμα, από τη Δεξιά μέχρι την Αριστερά, να διαβάζει και να ερμηνεύει τα λεγόμενα του με το δικό του μοναδικό και συχνά διαστρεβλωμένο τρόπο.

Οι αγορές δεν είναι πλέον περίκλειστες για να ενισχύσεις τη ζήτηση και την εσωτερική κατανάλωση με δημοσιονομικά πακέτα. Η Ελλάδα και άλλες χώρες, αλλά εμείς αποτελούμε ένα από τα κορυφαία παραδείγματα, “ξόδεψαν” τη δυνατότητα του δημοσίου να χρηματοδοτήσει εκσυγχρονισμένες υποδομές, την τεχνολογική αναβάθμιση, επενδύσεις που θα αποτελούσαν το υπόβαθρο μιας αειφόρου ανάπτυξης, για να επιδοθεί σε ένα ατελέσφορο παιχνίδι πρόσκαιρης παροχολογίας.

Κοινώς, κινηθήκαμε στην ακριβώς αντίθετη πορεία από αυτή που συνιστούσε ο Κέυνς, και εν πολλοίς δήλωσε εκπρόσωπος της κι ο Σόιμπλε. Την πορεία που ακολούθησε κι η Γερμανία την περίοδο της οικονομικής ευρωστίας συγκρατώντας τις άσκοπες δημόσιες δαπάνες. Βέβαια δεν αποδείχθηκε εξαιρετικά συνεπής στην ολότητα της θεωρίας. Γιατί η έναρξη της χρηματοοικονομικής κατρακύλας δεν συνέπεσε ούτε καν με γερμανικές, και άλλες βορειοευρωπαϊκές, παρεμβάσεις τόνωσης της εσωτερικής ζήτησης, ώστε να προκύψουν πολλαπλασιαστικά οφέλη για τις χώρες του Νότου.

Και τι γίνεται σήμερα; Σήμερα, αφού η Ελλάδα, επιχείρησε απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, που θα έπρεπε να είχαν ολοκληρωθεί πριν την είσοδο μας στην Ευρωζώνη, βρέθηκε σε δίνη μιας απρόσκλητης νέας κρίσης. Η πανδημία δημιουργεί νέα δεδομένα για όλους και ευτυχώς αυτή τη φορά η ευρωπαϊκή αντίδραση ήταν πιο συνεπής στην ουσία του κεϋνσιανισμού, που σε τίποτα δεν έχει να κάνει με την άσκοπη σπατάλη και τον υπερμεγέθη κρατικό μηχανισμό. 

Γιατί λοιπόν ορισμένοι δείχνουν αμηχανία απέναντι στην αποδοχή του προφανούς από εγχώριους φιλελεύθερους πολιτικούς; Αν έχουν στο μυαλό τους ότι ένας σύγχρονος κεϋνσιανισμός δεν αποτελεί κομμάτι ενός ευρύτερου φιλελεύθερου διαλόγου και χαρίζεται, σχεδόν ως απόβλητη σκέψη, στις ορέξεις της Αριστεράς, τότε ας ξανασκεφτούν λίγο σε τι ακριβώς πιστεύουν. Θα είναι μια καλή αρχή για να ξαναβρούν τις πραγματικές ρίζες των πεποιθήσεων τους σε σχέση με το τωρινό παραγωγικό και χρηματοπιστωτικό περιβάλλον.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.