Περί Ακαδημαϊκής Ασφάλειας

Γράφει ο Οδυσσέας Ματζιούνης 

Τυγχάνει τοις πάσι γνωστόν ότι στην Χώρα μας τα επιμορφωτικά ιδρύματα, και ιδίως της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, χαίρουν ασύλου. Αυτό σημαίνει ότι τα όργανα του νόμου αδυνατούν να εισέλθουν εντός της περιουσίας των εκπαιδευτικών εγκαταστάσεων ακόμα και αν διαπραχθεί έγκλημα. Τουτέστιν, δημιουργείται περιβάλλον προστασίας για κακοπιά στοιχεία τα οποία μπορούν να συμπεριφέρονται σαν να μην ανοίκει ο χώρος (πιο συχνά αυτός είναι το Πανεπιστήμιο) στην Ελληνική επικράτεια. Το πρόβλημα εντείνεται με την παρουσία οργανώσεων, ακραίες πολιτικές θέσεις, οι οποίες προκαλούν επεισόδια τα οποία συνεπάγουν φθορές στην περιουσία δημοσίου και ιδιωτών, αλλά και ενδεχόμενες απειλές στην σωματική ακεραιότητα των φοιτητών.

Οι ευθύνες πέφτουν κυρίως στην Πολιτεία. Η τελευταία αδιαφόρησε τις περασμένες δεκαετίες για αυτό το ζήτημα ενώ ταυτόχρονα θέσπισε τον κύριο λόγο της κατάστασης αυτής: το πανεπιστημιακό άσυλο που οδήγησε σε όλες τις παραπάνω συνέπειες. Δεν δύναται ένα κράτος να αυτοπυρπολείται με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή να μην θωρακίζει την ανώτατη εκπαίδευση, από όπου θα βγει το μελλοντικό επιστημονικό δυναμικό της, και να την αφήνει έρμαιο αυτής της καταστροφικής νοοτροπίας.

Σήμερα μάλιστα, βλέπουμε την τελευταία όχι μόνο να μην καταπολεμάται από το κράτος αλλά να ενθαρρύνεται. Συγκεκριμένα θεσπίζεται η συνδιαχείριση του Πανεπιστημίου με τους φοιτητές (!), ενώ είναι η ίδια κυβέρνηση που επαναφέρει το άσυλο της ανομίας (άρθρα 15 και 3 του νόμου Γαβρόγλου αντίστοιχα). Συνεπάγεται ότι ακολουθείται πολιτική ανοχής η οποία οδήγησε σε επιδείνωση της κατάστασης με αποκορύφωμα τον τραυματισμό δικηγόρου στα καθιερωμένα πλέον επεισόδια για την επέτειο του Πολυτεχνίου από άτομα που, λόγω της ατιμωρησίας που επικρατεί, έφτασαν να θεωρούν τον ακαδημαϊκό χώρο τσιφλίκι τους. Παρ όλο που δεν έγινε η επίθεση μέσα στον τελευταίο, το περιστατικό δείχνει ότι όταν η βία επιτραπεί σε ένα χώρο είναι θέμα χρόνου να επεκταθεί και εκτός αυτού.

Εν όψει των παραπάνω δεδομένων, η κατάργηση του ασύλου θα έπρεπε να θεωρείται δεδομένη. Αλλά δεν υπάρχει ούτε η πολιτική ούτε η ιδεολογική βούληση από το υπουργείο για κάτι τέτοιο. Την ίδια στιγμή στα Ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια, ο διάλογος δεν είναι για το αν θα πρέπει να υπάρχει ή όχι νόμος και τάξη στους χώρους αυτών, αλλά για τις έρευνες που θα ακολουθήσουν στα επόμενα χρόνια. Με λίγα λόγια, η δικιά μας τριτοβάθμια εκπαίδευση έχει πολύ δρόμο να καλύψει για να αφήνει τα ακαδημαϊκά της κέντρα να γίνονται έρμαια κακοποιών και αντικοινωνικών στοιχείων. Πιστεύω επομένως ότι ήρθε η ώρα εκτός από τα περί ασύλου να μιλήσουμε και περί ακαδημαϊκής ασφάλειας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *