Πέντε αστέρων

Γράφει ο Ρίζος – Θεόδωρος Χαδούλης, Φοιτητής Φυσικού

Ό,τι βλέπουμε δεν είναι παρά ένα όνειρο μέσα σε όνειρο.
Έντγκαρ Άλλαν Πόε, 1809-1849, Αμερικανός συγγραφέας

Το μεσημέρι της 21ης Μαίου, με βρήκε ακουμπισμένο στον κόκκινο, βελούδινο καναπέ μου∙ να μοιράζω τηλεφωνικές ευχές σε Κωνσταντίνους και Ελένες και συγχρόνως να παρακολουθώ στον πιο έγκριτο τηλεοπτικό δίαυλο, την πιο αντικειμενική εκπομπή, της πιο αδέκαστης δημοσιογράφου. Για τους λίγους που δεν κατάλαβαν (ή μάλλον κάνουν πως δεν κατάλαβαν!), αναφέρομαι στη «Δεύτερη ματιά» της Κ. Ακριβοπούλου που κοσμεί την πρώτη συχνότητα της κρατικής τηλεόρασης, με τον τρόπο που κοσμούν τα σπάνια μαργαριτάρια τους λαιμούς των ευκατάστατων κυριών της καλής Αθήνας. Εκείνων ντε, που κατοικοεδρεύουν στα Βόρεια Προάστια, πίνουν τον καφέ τους στο Κολωνάκι και αμολάνε τους μπόμπιρές τους στον πολύχρωμο παιδότοπο των Εξαρχείων.

Η δημοσιογράφος και οι εκλεκτοί της προσκεκλημένοι, είχαν βαλθεί κατά πως φαίνεται να τελειοποιήσουν τη σκοτεινή τέχνη του να σχολιάζεις με ύφος περισπούδαστο το επιστητό. Ανέλυαν ταπεινά και μετρημένα τις περήφανες κι αμέτρητες νίκες του ικανότερου πρωθυπουργού από συστάσεως… τριετίας και για πρώτη φορά αριστερού μας ηγέτη – μετά τον Ανδρέα βεβαίως βεβαίως. Μιλούσαν με στόμφο για τους ηθικούς αυτουργούς του προπηλακισμού Μπουτάρη και τις αιτίες της ολοένα κλιμακούμενης βίας, πάει να πει: διεθνής σιωνισμός, καπιταλισμός, τρόικα, μαύρο μέτωπο, μαύρος ακέφαλος καβαλάρης και από αέρος ψεκασμοί. Από την ημερήσια διάταξη ασφαλώς και δε θα μπορούσε να λείπει ο σχηματισμός της νέας ιταλικής κυβέρνησης με τη στήριξη του ριζοσπαστικού Κινήματος των Πέντε Αστέρων και της λίγο ακραίας, πλην όμως συγκυριακά συμπαθέστατης, Λέγκας του Βορρά.

Αποκαμωμένος να ανταλλάζω ευχές και σχεδόν υπνωτισμένος από τη μελωδικά μονότονη φωνή της παρουσιάστριας έκλεισα τα μάτια μου για μια στιγμή. Κι ήρθαν γλυκά κι ανακατεύτηκαν μνήμες, διαβάσματα, ακούσματα και όνειρα. Και τότε… τους είδα. Τους πέντε συναρχηγούς, αγέρωχους τον ένα δίπλα στον άλλον. Να χαιρετούν από το μπαλκόνι του Ηλέκτρα Παλάς τα πλήθη που είχαν πλημμυρίσει την Πλατεία Αριστοτέλους και τους επευφημούσαν. Μπουτάρης εν ευθυμία, Μπέος με ανασκουμπωμένα τα μανίκια, Γκλέτσος με στολή παραλλαγής στυλ Καμένου, Ψινάκης με την λαμπερή, ανεμίζουσα χαίτη του να υποδεικνύει τη διεύθυνση του Βαρδάρη και Ψωμιάδης, αυτή τη φορά με κοστούμι (και όχι αποκριάτικο!).

Είχαν γίνει, λέει, εκλογές. Τις είχαν κερδίσει με τα τσαρούχια οι πέντε τους. Κι ετοιμάζονταν να σχηματίσουν κυβέρνηση. Την κυβέρνηση των πέντε (αυτοδιοικητικών) αστέρων. Ο λαός είχε απηυδήσει πια με τους αλήτες, προδότες πολιτικούς, που τον κορόιδεψαν επανηλειμμένα πως τάχα μου και ντε θα του εξασφάλιζαν εκείνη την πολυπόθητη τζάμπα ευημερία. Και η γνωστή πια επωδός τους, ότι αυταπατήθηκαν αυτή τη φορά δεν είχε πείσει κανέναν. Είχε βλέπεις καταντήσει καραμέλα. Κι οι καραμέλες κάποια στιγμή λιώνουν. Πόσο μάλλον η συγκεκριμένη καραμέλα που έλιωσε ακόμη πιο γρήγορα για έναν επιπλέον λόγο. Οι ψηφοφόροι θεωρούσαν ανέκαθεν ότι μόνοι αυτοί έχουν το ιερό δικαίωμα να τρέφουν αυταπάτες. Ο ρόλος των πολιτικών είναι να εξαπατούν. Γκεγκε;

Γκέγκε. Vox populi, vox dei – που λένε και στα χωριά του θεσσαλικού κάμπου. Άδεια άνευ αποδοχών λοιπόν, για τους ανεπάγγελτους χαρτογιακάδες που μεσουρανούσαν τόσα χρόνια στην πολιτική ζωή του τόπου. Ο κυρίαρχος λαός ήθελε κάτι ριζικά καινούριο. Και μπράβο του, που πήρε τη γενναία ετούτη απόφαση! Και πάλι καλά δηλαδή… Φαντάζεστε να είχε επικρατήσει η θλιβερή συνωμοταξία των «ε ρε Παπαδόπουλος που σας χρειάζεται»; Ευτυχώς ο λαός είχε ακόμη αρνητικές θύμισες από την δικτατορία των συνταγματαρχών που εκτός της διακυβέρνησης της χώρας είχαν κάποτε καταλάβει και την εξουσία. Άσε που πια δεν έβρισκες εύκολα μόνιμο λοχία παρά μόνο πενταετούς θητείας. Τι είχε απομείνει επομένως στο σοφό (που λέει ο λόγος!) λαό; Μα φυσικά να εναποθέσει τις ελπίδες του σε επιτυχημένους αυτοδιοικητικούς και μάλιστα όχι σε όποιους να ναι, αλλά στον αφρό του κλάδου!

Πρώτη εξαγγελία της νέας κινηματικής διακυβέρνησης, η εναλλαγή των πέντε στην Πρωθυπουργία ανά εξάμηνο, με πρώτο τον Πανίκα που είχε καιρό να ασκήσει εξουσία κι είχε αρχισει να εκδηλώνει στερητικό σύνδρομο. Με τη λήξη του τέρμινου, που θα του ‘χε φύγει και το μεράκι θα αναλάμβανε ο επόμενος. Και μετά ο επόμενος. Και πάει λέγοντας. Τελευταίος από τους πέντε, ο κυρ-Γιάννης, που μετά την προσωπική διαβεβαίωση του θεού Διόνυσου ότι θα είναι Δήμαρχος μέχρι να συμπληρώσει έναν αιώνα στη Γη, δεν είχε κανένα λόγο να βιάζεται. Ο χρόνος ήταν με το μέρος του.

Ακολούθησαν κι άλλες εξαγγελίες που τροφοδότησαν τον ενθουσιασμό ακόμη και των λιγότερο διψασμένων για «θα». Οι πύρηνοι λόγοι των πέντε, για ακόμη καλύτερες μέρες χωρίς θυσίες, διαδέχονταν ο ένας τον άλλον. Τα προγράμματα της κάθε συνιστώσας κονταροχτυπιούνταν αναμεταξύ τους. Όλα αναδεύονταν κι όλα αλληλοαναιρούνταν. Τα χειροκροτήματα, οι ζητωκραυγές και οι επευφημίες για τους πέντε ταγούς ολοένα και εντείνονταν. Μάλλον γιατί εντεινόταν κι ο καυγάς στην ΕΤ1 που έχασκε ακόμη ανοιχτή. Ο όχλος πια παραληρούσε γύρω μου, δοσμένος σε μια πρωτόγονη έκσταση που όμοιά της δεν είχα ξαναδει. Με έπιασε μια ακατάσχετη επιθυμία να φύγω. Να γλιτώσω! Έσπρωχνα με δύναμη να ανοίξω δρόμο ανάμεσα στα αλαφιασμένα κορμιά που λαμποκοπούσαν από τον ιδρώτα και προχωρούσα. Μα όσο προχωρούσα τόσο πιο βαθιά στον όχλο βυθιζόμουνα. Μέχρι που όλα γύρω μου σκοτείνιασαν.

Άνοιξα μισοζαλισμένος από τη ραστώνη τα μάτια μου. Ήταν η στιγμή που αντιδραστικός πανελίστας έτρωγε την κατσάδα του επειδή είχε τολμήσει να αμφισβητήσει τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις περί καθαρής εξόδου από τα μνημόνια. Ήμουν καταιδρωμένος. Τα αυτιά μου βούιζαν. Χαμήλωσα την τηλεόραση και σηκώθηκα να βάλω ένα ποτήρι παγωμένο νερό για να συνέλθω. Τι όνειρο ήταν κι αυτό; Τον μόνο που δεν είχα προλαβει να συναντήσω στην αλλόκοτη δυστοπία μου, ίσως γιατί ακόμη θα κρυβόταν από τις αρχές, ήταν ο Αρτέμης με την τεχνολογία του θεού Απόλλωνα και εκείνα τα πολυθρήλητα 600 δις. Τι να ‘χε απογίνει αυτή η ψυχή; Δε θα μάθω ποτέ. Ας όψεται η κυρία Ακριβοπούλου που, με τον κρατικοδίαιτο αυταρχισμό της, με ξύπνησε κόβοντας το όνειρο στη μέση και αφήνοντάς με γεμάτο αναπάντητα ερωτήματα. Αλλα τι τα θετε; Κάποιος σε αυτή τη χώρα πρέπει να μένει ξύπνιος.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.