Ουδείς μωρότερος των ιατρών

Γράφει ο Σωτήρης Παστάκας, λογοτέχνης, ποιητής, πρώην ψυχίατρος

Ο πατέρας μου είχε υπηρετήσει διδάσκαλος στη Βροντού Σερρών και επιτέλους το καλοκαίρι του 1985, μετά από σαράντα πέντε ολόκληρα χρόνια κατάφερα να εκπληρώσω την επιθυμία του. Τώρα καθόμασταν στο καφενείο του χωριού, το απαστράπτον ασημί Άλφα33 είχε στο πίσω και το μπρος τζάμι το σήμα του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών κι ο πατέρας μου κτυπούσε παλαμάκια. Όχι επειδή μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια του έφερα το πολυπόθητο πτυχίο, αλλά για να φωνάξει το γκαρσόν όπως το είχε συνήθειο από παλιά. Είχε βρεθεί εδώ πάνω χάρη σε ένα νόμο που επέτρεπε να διοριστούν σαν δάσκαλοι όσοι είχαν απολυτήριο οκτατάξιου Γυμνασίου.

Το 1939 είχε γραφτεί πρωτοετής στη νομική Θεσσαλονίκης και με την κήρυξη του πολέμου και το θάνατο του πατέρα του, επωφελήθηκε των διατάξεων του νόμου και διορίστηκε στη Βροντού. Οι μαθήτριες στο Δημοτικό δεν πατούσαν στην τάξη τις πρώτες εβδομάδες: κάτι ψωμωμένα κορίτσια 15 και 18 χρονών ντρεπόταν να έχουν δάσκαλο έναν εικοσάχρονο. Εκεί στην πλατεία της Βροντού ήξερα πως ζούσα την κορύφωση της σχέσης μου με τον πατέρα. Ήταν η στιγμή της απόλυτης ευτυχίας ανάμεσα στους δυο μας, το ήξερα όπως ξέρουμε πάντα όταν γράφουμε ένα καλό ποίημα. Μια στιγμή που μας έκανε άτρωτους και τους δυο. Εκείνη η στιγμή που αισθάνεσαι πως κερδίζεις την αθανασία και βλέπεις το θάνατο σαν μια απλή διαδικασία. «Ουδείς μωρότερος των Ιατρών εάν δεν υπήρχαν οι διδάσκαλοι», επανέλαβε την αγαπημένη του φράση καθώς τσουγκρίζαμε μόλις κατέφτασαν τα ούζα, δείχνοντας μια την Άλφα Ρομέο και μια τον εαυτό του.

Στους δρόμους  των Αθηνών μια-δυο μέρες αργότερα με υποδέχτηκαν με φάσκελα και βρισιές. Το «μαλάκα γιατρέ» έπεφτε σύννεφο. Μούντζες απ’ τα ανοιχτά παράθυρα. Κανένας δεν μου έδινε προτεραιότητα, τα κορναρίσματα ακολουθούσαν την αστραφτερή Άλφα και το φρεσκοβαμμένο μου ιατρικό σήμα.

Κάποια ερημικά ταβερνάκια στην παραλιακή προς τη Βάρκιζα και το Σούνιο, μόλις με έβλεπαν να σκάω με κάνα γκομενάκι, μου χρέωναν τα ψαράκια τρεις φορές και πάνω το κιλό. Το 1996 πέθανε ο πατέρας μου. Είχε εκλείψει πλέον η ανάγκη να τον κάνω περήφανο παρκάροντας το αυτοκίνητο στην Οδό Ψυχάρη. Λίγο αργότερα αντικατέστησα και την Άλφα33 με μια Άλφα146. Άλλαξα χρώμα: βαθύ μπλε. Δεν ξαναέβαλα ιατρικό σήμα. Το τελευταίο το έδωσα σε μια φίλη νοσοκόμα που ήθελε να κάνει μόστρα και να το παίζει γιατρίνα. Τα επόμενα μόλις μου τα έδιναν με την ετήσια συνδρομή τα πετούσα στον κάδο απορριμμάτων επί τόπου. Βιάστηκα να παρατήσω και την εξάσκηση του επαγγέλματος.

Απ’ το κελί μου στη Λάρισα που αποτραβήχτηκα πολύ πριν το σωτήριον έτος 2020, λόγω προσωπικών προβλημάτων υγείας είπα κι εγώ με τη σειρά μου «μαλάκα γιατρέ» σε κάποιους επίορκους συναδέλφους και δεν κρύβω πως τους μούτζωσα βγαίνοντας από το Ιατρείο τους. Το ιατρικό σήμα έχει εξαφανιστεί πλέον από τα γιώτα χι των Ιατρών. Έπαψαν να καπνίζουν πούρα και ν’ ανοίγουν σαμπάνιες. Τρώνε αθόρυβα δίπλα σου στο εστιατόριο και δεν παίρνεις χαμπάρι την ιδιότητά τους. Με καλυμμένα τα πρόσωπα καταστρατηγούν τα ωράρια εργασίας. Πηγαίνουν στο πόστο τους σαν το φίλο μου το Γιώργο με το πόδι στο γύψο. Κοιμούνται μακριά από την οικογένειά τους σαν τη ξαδερφούλα μου τη Βιβή. Πεθαίνουν μαζί με τους ασθενείς τους.

Σάββατο του Λαζάρου εκατόν εννέα (109) οι νεκροί «μωροί» Ιταλοί συνάδελφοι. Ο κατάλογος συνεχίζει να ενημερώνεται λεπτό προς λεπτό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.