Ολοκλήρωση της Αξιολόγησης: και τώρα τί θα γίνουμε χωρίς «βαρβάρους»…

Σκέψεις για την επαύριον της ολοκλήρωσης της 2ης Αξιολόγησης (επισκόπησης της προόδου) του ελληνικού Προγράμματος

Γράφει ο Νικήτας Καστής, Mind2Innovate

Η τελική διατύπωση της συμφωνηθείσης, με την ελληνική κυβέρνηση, δήλωσης του Eurogroup είναι αποκαλυπτική των συμβιβασμών που επιδιώχθηκαν, μέχρι την τελευταία στιγμή. Καταρχήν μεταξύ των ευρωπαϊκών θεσμών και του ΔΝΤ, ώστε να προχωρήσουμε στο – όποιο – επόμενο βήμα!

Ταυτόχρονα, η διατύπωση αυτή, όπως εμφανέστατα προκύπτει εάν αντιπαρατεθεί με το σχέδιο της δήλωσης που κυκλοφόρησε τρεις περίπου ώρες ενωρίτερα, φαίνεται ότι εξαντλεί όλες τις δυνατότητες για τη διάσωση της εικόνας της ελληνικής κυβέρνησης. Περιλαμβάνοντας αναφορές σε προ πολλού συμφωνημένες πτυχές του προγράμματος – περί ανάπτυξης κ.λπ. -, έτσι ώστε η ελληνική κυβέρνηση να μπορεί να επικαλεσθεί ερείσματα, που είναι ερμηνεύσιμα ως οιονεί επιτεύγματα μιας εντατικής “διαπραγμάτευσης”. Και ως δήθεν αντίβαρο της εκ της μακράς καθυστέρησης επιβάρυνσης της οικονομίας.

Δεν πρέπει κανείς να αμφιβάλλει ότι όλα ήταν – σχεδόν – προδιαγραμμένα, από το προηγούμενο Eurogroup. Ο χρόνος που μεσολάβησε βοήθησε στη «μάλαξη» της ελληνικής πλευράς, για να αποδεχθεί τη λύση που είχε ήδη διατυπωθεί – και απορριφθεί αρχικά από την ελληνική αντιπροσωπία -, αλλά και για τη (σχεδόν) ολοκλήρωση όλων των λεγόμενων προαπαιτούμενων (κυρίως νομοθετικών ρυθμίσεων). Ακόμη δε και στην περίπτωση που ο πρωθυπουργός σκέπτονταν να διακινδυνεύσει μιαν επιπλέον επίδειξη “γεναιότητας”, με τη δια μέσου της «Συνόδου Κορυφής» κατάληξη στο επόμενο Eurogroup, των αρχών του Ιουλίου, διαισθάνομαι ότι – εκ του αποτελέσματος κρίνοντας – οι βασικοί συνομιλητές του είχαν εγκαίρως δώσει σαφές μήνυμα «τελεσιγράφου». Ότι δηλαδή δεν θάπρεπε να γίνει άλλη μια «άσκηση νεύρων» με έναν δήθεν της τελευταίας στιγμής «γεναίο» συμβιβασμό.

Οι ως άνω λοιπόν συμβιβασμοί στην τελική δήλωση χρειάσθηκε να συγκεράσουν το ήδη συμβιβαστικό “σενάριο εξελίξεων”, επί του οποίου είχαν συμφωνήσει, πίσω στο Φθινόπωρο του 2016, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι ελληνικές αρχές. Υποτίθεται μετά από μιαν περίπου εξάμηνη “διαπραγμάτευση” κατά τη δεύτερη στη σειρά αξιολόγηση (επισκόπηση της πορείας) του 3ου Προγράμματος. Σενάριο, που ήταν και παραμένει υπερβολικά αισιόδοξο σε ό,τι αφορά την πρόοδο των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και εντέλει την ανάπτυξη. Όντας αρκετά μακριά από την πραγματικότητα ήδη κατά τον σχεδιασμό του, τον Αύγουστο του 2015. Και πάντως (πολύ) μακριά από τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, το οποίο είχε ήδη αποτιμήσει αρνητικά, και βέβαια αναγνωρίσει ως σχεδιαστικό σφάλμα, εκείνες τις εκτιμήσεις που είχαν υιοθετηθεί, τότε από όλους τους θεσμούς, πρωτοστατούντος του Ταμείου, κατά την έναρξη του ελληνικού Προγράμματος, την Άνοιξη του 2010 – αναφέρομαι στον (περίφημο) “πολλαπλασιαστή”!

Περίπου οκτώ μήνες πριν, τον Νοέμβριο του 2016, ο υπογράφων αποτιμούσε σε κείμενο (βλ. http://www.learnovation.gr/?p=97) τις δυσοίωνες, λόγω των αντικειμενικών συνθηκών, προοπτικές επίτευξης των προβλέψεων του φιλόδοξου “σεναρίου”, του συμφωνηθέντος με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος. Λαμβάνοντας υπόψη τη δυσκολία και πολυπλοκότητα των κρίσιμων μεταρρυθμίσεων και τη γενικότερη έλλειψη προετοιμασίας του πολιτικού προσωπικού της χώρας. Προοπτικές δυσοίωνες, ακόμη και εάν κανείς υποτιμήσει, όσον είναι δυνατόν, τις καθυστερήσεις εκείνες από την ex-ante επιφυλακτική έως και αρνητική στάση των νυν κυβερνώντων, απέναντι στις συμφωνηθείσες μεταρρυθμίσεις. Στην αγορά εργασίας και την παιδεία, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την απονομή της δικαιοσύνης. Μεταρρυθμίσεις οι οποίες, περίπου με τον ίδιον τρόπο, είχαν ήδη περιγραφεί στο 2ο και, στη συνέχεια, στο 3ο Μνημόνιο (Πρόγραμμα).

Αναφέρομαι σε όλες εκείνες τις αλλαγές, που απαιτούνται στο ρυθμιστικό πλαίσιο των αγορών, συμπεριλαμβανομένων αυτών της εργασίας, και, ακόμη δυσκολότερο, στην οργανωτική επάρκεια και λειτουργία του δημόσιου τομέα. Μια και ο τελευταίος, γνωρίζουμε καλά ότι, επηρεάζει καταλυτικά τις πολιτικές και την εφαρμογή τους στην παιδεία, υγεία και κοινωνική πρόνοια, αλλά και γιατί η διοίκηση τείνει να επαυξάνει απαγορευτικά τους παράγοντες συγκράτησης της βελτίωσης της παραγωγικότητας του ιδιωτικού τομέα και, εντέλει, της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.

Ανεξάρτητα, λοιπόν, από την εικόνα που θα καταφέρει να “διασώσει” η ελληνική κυβέρνηση ή από τον βαθμό που η αντιπολιτευτική τακτική αποδειχθεί ικανή να δημιουργήσει προβλήματα στην κυβερνητική σταθερότητα, το πραγματικό, ας μου επιτραπεί ο χαρακτηρισμός, πολιτικό ερώτημα παραμένει το ακόλουθο. Πώς είναι δυνατόν να επιτευχθούν οι ιδιαίτερα απαιτητικές αυτές αλλαγές, και μάλιστα στους χρόνους που χρειάζεται, έτσι ώστε να αυξηθεί η απασχόληση, αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα και το διακύβευμα της κοινωνικής συνοχής, και κατά συνέπεια και η ανάπτυξη. Και μάλιστα με ρυθμούς τέτοιους, όπως έχουν προβλεφθεί κατά την πρόσφατα συμφωνηθείσα αποτίμηση (αξιολόγηση); Έτσι ώστε να επιτευχθούν τα προβλεπόμενα πρωτογενή πλεονάσματα και η ικανότητα εξυπηρέτησης (“βιωσιμότητας”) του χρέους, χωρίς άλλα δημοσιονομικά μέτρα.

Οι ελληνικές αρχές και οι περισσότεροι των Ευρωπαίων επιδιώκουν να μη διαψευσθούν άμεσα σχετικά με αυτό το “φιλόδοξο σενάριο”. Και πάντως όχι προ των Γερμανικών και των Αυστριακών εκλογών ή και προ του τέλους του έτους. Και στη συνέχεια, βλέπουμε! Ειδικά άλλωστε στην Ελλάδα, όπου ο πολιτικός χρόνος είναι τόσον “γεμάτος”, που κάνει τον πολιτικό προγραμματισμό εξαμήνου αντίστοιχο πολιτικού ορίζοντα τριετίας! Να κάτι, στο οποίο έμαθαν οι λοιποί Ευρωπαίοι “συνοδοιπόροι” στην κρίση, να προσαρμόζονται. Δυστυχώς όμως γι’ αυτούς, μα και για το ελληνικό πολιτικό προσωπικό, στο σύνολό του, αυτή η επανειλημμένη παράταση της – μπορεί και απαραίτητης – “διάρκειας ωρίμανσης” των στάσεων της ελληνικής πλευράς, πολιτικού προσωπικού και κοινωνίας, αποδεικνύεται όλο και περισσότερο “ακριβή” εξαγορά χρόνου. Με το, ανά κύκλο παράτασης, επιπλέον κόστος να βαρύνει περισσότερο την ιδιωτική οικονομία και μάλιστα τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Τα οποία διογκώνονται, ανεβάζοντας ταυτόχρονα και το κόστος διασφάλισης της κοινωνικής προστασίας.

Γι’ αυτόν τον λόγο, το πολιτικό προσωπικό απαιτείται να “ωριμάσει” ταχέως για να οδηγήσει ανάλογα και την κοινωνία. Επιδιώκοντας η πολιτική πράξη να έχει συστηματική επαφή με την πραγματικότητα και να “επιμορφώνεται” στις σύγχρονες προσεγγίσεις άσκησης πολιτικής. Οι οποίες δεν εξαντλούνται πια – δυστυχώς για ορισμένους – σε ευφυείς επικοινωνιακές τεχνικές, αλλά περιλαμβάνουν όλο και πιο πολύ καλά τεκμηριωμένες μεθόδους σχεδιασμού και ταυτόχρονα εφαρμογής και αποτίμησης των αναλαμβανόμενων πολιτικών.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *