Όλα όσα δεν γνωρίζουμε για τη σημερινή Τουρκία

Από «τα σύνορα της καρδιάς μας», την ποντιακή λύρα, την παράνομη οπλοφορία έως την αλλοίωση δημογραφικών ισορροπιών, η Τουρκία του Ερντογάν αλλάζει βίαια. Ο διδάκτορας Ανθρωπολογίας στο Πρίνστον, Νίκος Μιχαηλίδης χαρτογραφεί την αλλαγή.

περιοχή Κασίμπασα είναι μια εργατική συνοικία της Κωνσταντινούπολης. Στους μαχαλάδες αυτής της γειτονιάς γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Τούρκος Πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν. Έπαιζε ποδόσφαιρο σε αλάνες, πήγε σε θρησκευτικό σχολείο, ενώ στους δρόμους αυτής της συνοικίας πουλούσε λεμονάδες και κουλούρια για να ενισχύσει το οικογενειακό εισόδημα.

Κανείς τότε δεν προέβλεπε ότι αυτό το παιδί θα εξελισσόταν στον νέο Σουλτάνο που έχει ως απώτερο στόχο την παλινόρθωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στη διάρκεια των ετών της διακυβέρνησής του, οι μεταμορφώσεις του είναι αναρίθμητες. Σταδιακά και με στρατηγικά βήματα προσπαθεί να κάνει πράξη την αποκατάσταση της παλιάς ισλαμικής αυτοκρατορικής κληρονομιάς.

Πολλοί αναλυτές δηλώνουν ότι η Τουρκία του Ερντογάν βρίσκεται κυρίως σε πόλεμο με τον εαυτό της. Προκειμένου να κατανοήσουμε το περιεχόμενο της ερντογανικής Τουρκίας ζητήσαμε τη βοήθεια του διδάκτορα Ανθρωπολογίας στο Πρίνστον, Νίκου Μιχαηλίδη, ο οποίος έχει διεξαγάγει επιτόπια έρευνα στην Τουρκία και φωτίζει πτυχές της χώρας που δεν είναι ευρέως γνωστές.

Πρέπει να τονίσουμε ότι τέτοιες διώξεις και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως αυτές που συμβαίνουν στην Τουρκία σήμερα, δεν έγιναν ούτε επί δικτατορίας του στρατηγού Εβρέν τη δεκαετία του 1980. Η ηγεσία και χιλιάδες στελέχη της αντισυστημικής αντιπολίτευσης του φιλελεύθερου και φιλοκουρδικού κοινοβουλευτικού Δημοκρατικού Κόμματος των Λαών (HDP) είναι στη φυλακή.

Ερώτηση— Ποια είναι η κατάσταση που επικρατεί σήμερα μέσα στην Τουρκία;

Αυτήν τη στιγμή η γειτονική χώρα βιώνει ένα τρομερό παράδοξο. Υπάρχει ένα καθεστώς το οποίο εφαρμόζει δικτατορικού τύπου πολιτικές στο όνομα της υπεράσπισης της δημοκρατίας. Πρόκειται για ιστορική ειρωνεία που δεν νομίζω να έχουμε συναντήσει αλλού.

Το καθεστώς, προσπαθώντας να αποκτήσει ερείσματα στη Δύση και να νομιμοποιηθεί, προπαγανδίζει τον εαυτό του ως προστάτη της δημοκρατίας, ενώ κυβερνά δικτατορικά. Και βέβαια δεν πείθει κανέναν εξειδικευμένο αναλυτή και βαθύ γνώστη της εσωτερικής κατάστασης της χώρας αλλά ούτε και τους μηχανισμούς της Ε.Ε.

Εδώ και περίπου δύο χρόνια το καθεστώς Ερντογάν έχει κηρύξει τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αναστέλλοντας την εφαρμογή του ούτως ή άλλως αντιδημοκρατικού τουρκικού Συντάγματος. Έτσι, προβαίνει σε εκτεταμένες διώξεις κατά πολιτικών αντιπάλων και οργανώσεων.

Η παραμονή του καθεστώτος και του ίδιου του Ερντογάν στην εξουσία αυτήν τη στιγμή δεν στηρίζεται στην πειθώ και στην πολιτική νομιμοποίηση αλλά στην άσκηση μαζικής βίας και καταστολής.

Επιπλέον, τα κεντρικά ΜΜΕ, που έχουν τεράστια επιρροή, βρίσκονται σχεδόν ολοκληρωτικά στα χέρια του καθεστώτος Ερντογάν και αναπαράγουν την προπαγάνδα του.

Πρέπει να τονίσουμε ότι τέτοιες διώξεις και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως αυτές που συμβαίνουν στην Τουρκία σήμερα, δεν έγιναν ούτε επί δικτατορίας του στρατηγού Εβρέν τη δεκαετία του 1980. Η ηγεσία και χιλιάδες στελέχη της αντισυστημικής αντιπολίτευσης του φιλελεύθερου και φιλοκουρδικού κοινοβουλευτικού Δημοκρατικού Κόμματος των Λαών (HDP) είναι στη φυλακή.

Κουρδικές πόλεις στα νοτιοανατολικά έχουν ισοπεδωθεί τους τελευταίους μήνες από τις συγκρούσεις, ενώ περισσότεροι νέοι Κούρδοι ριζοσπαστικοποιούνται και συστρατεύονται στο ένοπλο ΡΚΚ.

Ο τουρκικός στρατός, από την άλλη, δεν έχει συνέλθει από το σοκ που υπέστη λόγω της περίεργης απόπειρας πραξικοπήματος το 2016. Οι διώξεις στο εσωτερικό του συνεχίζονται και τα κενά στην ιεραρχία είναι έντονα και ορατά. Η γραφειοκρατία της χώρας είναι άνω-κάτω. Μετά τις μαζικές εκδιώξεις γίνονται εξίσου μαζικές προσλήψεις από προσκείμενες στον Ερντογάν ισλαμικές οργανώσεις.

Οι αντιδυτικοί παλαιοκεμαλιστές έχουν συνάψει συμμαχία με το εθνικιστικό Ισλάμ του Ταγίπ Ερντογάν και επανέρχονται σε θέσεις-κλειδιά στον κρατικό μηχανισμό. Άλλωστε δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε τέτοιες φαινομενικά περίεργες συμμαχίες.

Να μην ξεχνάμε ότι στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου ο κεμαλικός τουρκικός στρατός χρησιμοποίησε το Ισλάμ ως ανάχωμα στην ιδεολογική επιρροή του μαρξισμού στην κοινωνία της Τουρκίας και στην απειλή σοβιετικής διείσδυσης και επιρροής στη χώρα.

Επίσης, το Ισλάμ χρησιμοποιήθηκε από το τουρκικό κράτος και ως ιδεολογικό εργαλείο καταπολέμησης των εθνοτικών μειονοτικών κινημάτων και ενσωμάτωσής τους. Τα περισσότερα τζαμιά στη γειτονική χώρα χτίστηκαν επί δικτατορίας του στρατηγούν Εβρέν το 1980, όταν το κουρδικό κίνημα άρχισε να κάνει πιο έντονη την παρουσία και τη δράση του.

Μια γυναίκα κυματιζει την Τουρκική σημαία με το πορτρέτο του Κεμάλ Ατατούρκ. Bulent Kilic/AFP/Getty Images

Στην πολιτική σκηνή της Τουρκίας αυτήν τη στιγμή κυριαρχεί ό,τι πιο ακραίο και αυταρχικό διαθέτει η χώρα, ένα μείγμα κεμαλιστών εθνικιστών με ισλαμιστές εθνικιστές και μέλη της ναζιστικού τύπου ακροδεξιάς του Ντεβλέτ Μπαχτσελί.

Η κατάσταση θυμίζει έντονα τις αρχές του 20ού αιώνα και το γνωστό κομιτάτο Ένωση και Πρόοδος των Νεότουρκων, το οποίο διέπραξε το έγκλημα της γενοκτονίας εναντίον των Αρμενίων και των άλλων χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας.

Σήμερα, αυτό το κρατικό και κοινωνικοπολιτικό μπλοκ εξουσίας έχει ξεκινήσει ολοκληρωτικό πόλεμο όχι μόνο εναντίον των φιλελεύθερων δυνάμεων της χώρας (Κούρδων και Τούρκων) αλλά και εναντίον μιας πτέρυγας του ισλαμικού κινήματος, αυτής που ηγείται ο εξόριστος στις ΗΠΑ Φετουλάχ Γκιουλέν.

Επίσης, το ισλαμικό κίνημα στην Τουρκία δεν είναι ενιαίο και συμπαγές αλλά αποτελείται από διαφορετικές πτέρυγες και τάσεις που άλλοτε μπορεί να συνεργάζονται και άλλοτε να ανταγωνίζονται η μία την άλλη. Η πτέρυγα του Φετουλάχ Γκιουλέν είναι ίσως από τις πιο μετριοπαθείς και φιλοδυτικές. Αυτή η εκδοχή του πολιτικού Ισλάμ διώκεται στην Τουρκία σήμερα.

Πρέπει να τονίσουμε ότι τέτοιες διώξεις και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως αυτές που συμβαίνουν στην Τουρκία σήμερα, δεν έγιναν ούτε επί δικτατορίας του στρατηγού Εβρέν τη δεκαετία του 1980. Φωτο: EPA/CEM TURKEL

 

Ερώτηση. — Μπορούμε δηλαδή να μιλήσουμε για ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών;

Φυσικά, όχι μόνο στον τομέα της γραφειοκρατίας αλλά και στους θεσμούς γενικότερα. Το κράτος φαίνεται πως αλλάζει ξανά χέρια. Γίνεται ένα format στους κρατικούς θεσμούς πολύ ακαριαίο και βίαιο.

Οι κεμαλιστές παίρνουν τη ρεβάνς από το κίνημα Γκιουλέν, το οποίο στο παρελθόν είχε βοηθήσει τον Ερντογάν να ξηλώσει τμήματα του κεμαλικού βαθέος κράτους και να αλλάξει τη φυσιογνωμία της κρατικής γραφειοκρατίας και σε κάποιον βαθμό του στρατού. Αυτό έχει πλέον ανατραπεί.

Οι παραδοσιακοί κεμαλιστές, σε συνεργασία με την εθνικιστική πτέρυγα του ερντογανικού πολιτικού Ισλάμ, εκκαθαρίζουν τα γκιουλενικά δίκτυα από τη γραφειοκρατία, την οικονομία και την κοινωνία, ενώ επιπλέον μπλοκάρουν κάθε εκσυγχρονιστικό αίτημα της κοινωνίας και υπονομεύουν κάθε προοπτική ειρηνικής επίλυσης του κουρδικού προβλήματος.   2.4.2018 Αυτά είναι τα βαθύτερα κίνητρα του Ερντογάν: συζήτηση με έναν κορυφαίο Έλληνα τουρκολόγο

Αυτή η «νέα» μιλιταριστική και σοβινιστική συμμαχία αποτελεί σοβαρή τροχοπέδη στον ουσιαστικό εκδημοκρατισμό της χώρας αλλά και απειλή για την ειρήνη και την σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή.

Μέσα σε όλα αυτά, η βουτιά της τουρκικής λίρας είναι πρωτοφανής, ενώ και άλλες εξελίξεις στην οικονομία δεν αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας. Και βέβαια οι τιμές των καυσίμων συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία, στριμώχνοντας πολίτες και εταιρείες. Η τουρκική οικονομία έχει σοβαρότατα προβλήματα.

Μετά από μια δεκαετία περιορισμένης, ελεγχόμενης φιλελευθεροποίησης και προσπάθειας επίλυσης του κουρδικού μέσω διαλόγου, κατά κάποιον τρόπο η Τουρκία επιστρέφει στις εργοστασιακές της ρυθμίσεις, δηλαδή στις αυταρχικές κεμαλικές πρακτικές της βίαιης καταστολής και του πολέμου.

Αυτά δεν είναι καθόλου καλά νέα. Η κατάσταση αυτή θα οδηγήσει σε αύξηση της βίας στο εσωτερικό και περαιτέρω αποσταθεροποίηση. Ο κεμαλισμός, και πρέπει να τονιστεί αυτό, δεν είναι δημοκρατική ιδεολογία και η επιστροφή σε αυτόν δεν αποτελεί λύση για την κοινωνία της Τουρκίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί παραδοσιακοί κεμαλιστές ακόμα και σήμερα ονομάζουν τα στρατιωτικά πραξικοπήματα στη χώρα τους επαναστάσεις. Κάτι μας θυμίζει αυτό…

Η κοινωνία είναι εγκλωβισμένη μεταξύ της Σκύλλας του πολιτικού Ισλάμ και της Χάρυβδης του κεμαλισμού. Δυστυχώς για τη χώρα και για την ευρύτερη περιοχή, οι δυνάμεις στην Τουρκία που επιθυμούν αληθινό, σε βάθος εκδημοκρατισμό, φιλελευθεροποίηση και ειρήνη τελούν υπό διωγμό. Βρίσκονται στη φυλακή, στην εξορία ή στο χώμα.

Εδώ και περίπου δύο χρόνια το καθεστώς Ερντογάν έχει κηρύξει τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αναστέλλοντας την εφαρμογή του ούτως ή άλλως αντιδημοκρατικού τουρκικού Συντάγματος.

 

Ερώτηση Μπορούμε να πούμε ότι η Τουρκία είναι μια χώρα ιδεολογικά και κοινωνικά διαμελισμένη;

Ναι, αυτή είναι η πραγματικότητα. Πάντα ήταν έτσι αυτή η χώρα, από την ίδρυσή της το 1923 πάνω στα ερείπια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είναι μια πολυεθνική κοινωνία η οποία για περίπου ογδόντα χρόνια ζούσε υπό τον κεμαλικό αυταρχισμό που προσπαθούσε, ας το πούμε απλά, να τσιμεντάρει, διά της βίας και της καταστολής, αυτές τις διαφορές με μονοκομματικό κράτος μέχρι το 1950 και απολύτως ελεγχόμενο δικομματισμό και διαρκείς ανοιχτές στρατιωτικές παρεμβάσεις και πραξικοπήματα.

Ο τουρκισμός, ως κυρίαρχη ταυτότητα και ιδεολογία, επιβαλλόταν για δεκαετίες από το κεμαλικό στράτευμα διά της ωμής βίας. Όμως δεν κατάφερε να σβήσει πλήρως αυτό το πολυεθνικό μωσαϊκό του μικρασιατικού χώρου, το οποίο αναδεικνύεται με περισσότερη ορμή τα τελευταία χρόνια.

Στην Τουρκία υπάρχουν τέσσερα πολύ μεγάλα, αλληλοεπικαλυπτόμενα και θα έλεγα σχεδόν αγεφύρωτα κοινωνικά, πολιτισμικά και ιδεολογικά ρήγματα τα οποία ενσωματώνουν εκατομμύρια πολιτών. Σουνιτικό ισλάμ εναντίον αλεβιτισμού. Τουρκικός εθνικισμός εναντίον κουρδικού. Εκκοσμικευμένοι, δυτικότροποι πολίτες εναντίον ισλαμιστών. Και, βέβαια, υπάρχει το μεγάλο σχίσμα μεταξύ κράτους και κοινωνίας.

Το κράτος είναι μια αυτόνομη δομή στην Τουρκία. Και υπάρχουν και οι διαφορετικές εθνοτικές μειονοτικές ταυτότητες που επίσης επανέρχονται στη δημόσια σφαίρα.

Θεωρώ ότι το κλασικό, ευρωπαϊκής έμπνευσης σχήμα αριστερά-δεξιά δεν επαρκεί για να ερμηνεύσουμε και να κατανοήσουμε τι συμβαίνει στην κοινωνία της Τουρκίας. Η ερμηνεία και κατανόηση του κεμαλισμού ως «προόδου» και του Ισλάμ ως «καθυστέρησης» είναι ένας παραπλανητικός ιδεολογικός φακός. Τα πράγματα είναι πιο ρευστά και περίπλοκα. Ένας προσεκτικός παρατηρητής των τουρκικών πολιτικών πραγμάτων μπορεί εύκολα να διακρίνει τις νέες κοινωνικές συσπειρώσεις.

Στην Τουρκία υπάρχουν τέσσερα πολύ μεγάλα, αλληλοεπικαλυπτόμενα και θα έλεγα σχεδόν αγεφύρωτα κοινωνικά, πολιτισμικά και ιδεολογικά ρήγματα τα οποία ενσωματώνουν εκατομμύρια πολιτών.

 

Ερώτηση.—Υπάρχει κάποιο ενδεικτικό παράδειγμα;

Για πολλές δεκαετίες, η κοινότητα των αλεβιτών στήριζε τα κεμαλικά κόμματα γιατί έτσι πίστευε πως θα προστατευόταν από τους σουνίτες μουσουλμάνους και το τουρκικό πολιτικό Ισλάμ. Αυτές οι βεβαιότητες έχουν καταρρεύσει και πλέον βλέπουμε στην κοινότητα των αλεβιτών, που αριθμεί περί τα είκοσι εκατομμύρια μέλη, ενδιαφέρουσες ζυμώσεις. Υπάρχουν, ας πούμε, και φωνές που ζητούν ενιαία πολιτική εκπροσώπηση των αλεβιτών από ένα νέο κόμμα.

Δημιουργούνται πολιτικές συσπειρώσεις γύρω από τις ανα-νοηματοδοτημένες εθνοτικές και θρησκευτικές ταυτότητες. Αυτό αποδομεί την παλιά κρατικιστική κεμαλική πολιτική κουλτούρα και δημιουργεί μια νέα, περισσότερο φιλελεύθερη.

Το παλιό πολιτικό σύστημα, κεμαλιστές και ισλαμιστές και η κρατική γραφειοκρατία που ενσωμάτωναν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, δύσκολα θα καταφέρει, χωρίς άσκηση βίας, να διατηρήσει το μονοπώλιο της εξουσίας. Έχουν αναδειχτεί νέοι αντισυστημικοί δρώντες.

Το υπό διωγμό ΗDP, για παράδειγμα, αποτέλεσε συνέπεια και πολιτική έκφραση αυτής της ανάδυσης των εθνοτικών και θρησκευτικών ταυτοτήτων και αιτημάτων στη σημερινή Ανατολία. Γι’ αυτό και διώκεται από το κράτος.

Η άσκηση βίας και εκτεταμένης κρατικής καταστολής είναι δυστυχώς θεμελιώδες και διαχρονικό συστατικό στοιχείο της τουρκικής πολιτικής ζωής, το οποίο συνέβαλε καθοριστικά στην ενίσχυση των πολιτισμικών και ιδεολογικο-πολιτικών ρηγμάτων που σας ανέφερα παραπάνω.

Η Τουρκία ποτέ δεν υπήρξε κράτος δικαίου, ούτε επί κεμαλιστών, ούτε επί ισλαμιστών. Η παράνομη και παράλογη κρατική βία εξακολουθεί να τροφοδοτεί νέες μορφές πολιτικού ριζοσπαστισμού μέσα στην κοινωνία και ιδιαίτερα στις νέες γενιές που είναι πολιτικά πιο ενεργές.

Στις μεγαλύτερες γενιές, στους Τούρκους, Κούρδους και άλλους αριστερούς που έχουν διωχθεί και βασανιστεί στο παρελθόν, η μνήμη της βίας έχει χαραχτεί ανεξίτηλα στο σώμα τους και συνεχίζει να τροφοδοτεί τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τη χώρα και τις δυσλειτουργίες της.

Επίσης, η δημιουργία νέων, μεσαίων στρωμάτων με περισσότερο κοσμοπολίτικες αναφορές αποτελεί μια ακόμα πρόκληση για το παλιό τουρκικό πολιτικό σύστημα.

Ακόμα, ας μην ξεχνάμε και τις αλλαγές που έγιναν στο πεδίο της παραγωγής γνώσης και ιδεολογίας. Έχει δημιουργηθεί μια νέα γενιά φιλελεύθερων διανοουμένων και κοινωνικών επιστημόνων στην Τουρκία, κομμάτι των μεσαίων στρωμάτων, οι οποίοι απέκτησαν διδακτορικά σε πανεπιστήμια των ΗΠΑ, της Αγγλίας και της Γαλλίας και τα τελευταία χρόνια έχουν αποδομήσει το ιστορικό και πολιτικό αφήγημα του κεμαλισμού το οποίο για δεκαετίες νομιμοποιούσε στρατιωτικές παρεμβάσεις και την άσκηση εκτεταμένης βίας και καταστολής στην κοινωνία.

Δυστυχώς, βέβαια, αυτό το νέο επιστημονικό δυναμικό της χώρας έχει σε σημαντικό βαθμό εκδιωχθεί από τα τουρκικά πανεπιστήμια τα τελευταία δύο χρόνια ή έχει αυτολογοκριθεί για να επιβιώσει. Είναι όμως υπαρκτό και δραστήριο στο εξωτερικό, σε βιβλία, άρθρα, ομιλίες και άλλες δράσεις.

Η κοινωνία της Τουρκίας αλλάζει, αλλά το παλιό πολιτικό σύστημα, κεμαλιστές και ισλαμιστές, αρνούνται να το αποδεχτούν και επιχειρούν να μπλοκάρουν αυτές τις αλλαγές. Για να το πούμε απλά, το παλιό πολιτικό κοστούμι δεν αρκεί για να χωρέσει το νέο, υπό διαμόρφωση πλουραλιστικό κοινωνικό σώμα.

Χρειάζεται, λοιπόν, ένα νέο πολιτικό κοστούμι. Αυτό είναι το κεντρικό πρόβλημα που θα συνεχίσει να απασχολεί αυτήν τη χώρα και να προβληματίζει τους γείτονές της αλλά και τη διεθνή κοινότητα.

 

Η συνθήκη της Λωζάννης του 1923 είναι η ληξιαρχική πράξη γέννησης της σημερινής Τουρκίας.

 

Ερώτηση— Ακούμε συνεχώς τον Ερντογάν να επικαλείται «τα σύνορα της καρδιάς του». Ιστορικά, πώς διαμορφώθηκαν σήμερα τα σύνορα της Τουρκίας;

Η συνθήκη της Λωζάννης του 1923 είναι η ληξιαρχική πράξη γέννησης της σημερινής Τουρκίας, που καθόρισε σε σημαντικό βαθμό και τα σύνορα του «νέου» κράτους. Τη δεκαετία του ᾽30 το τουρκικό κράτος, ακολουθώντας μια οπορτουνιστική πολιτική και εκμεταλλευόμενο το διεθνές κλίμα της περιόδου, ενσωμάτωσε και την περιφέρεια της Αλεξανδρέττας, η οποία κατοικούνταν κυρίως από αλεβίτες Άραβες και βρισκόταν υπό γαλλικό έλεγχο.

Στη συνέχεια, βέβαια, αλλοίωσε τις δημογραφικές ισορροπίες της περιοχής, μεταφέροντας σουνίτες μουσουλμάνους και τουρκμένιους, φίλα προσκείμενους στο κράτος.

Το ότι μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ᾽50 η Τουρκία ακολούθησε μια πολιτική μη αμφισβήτησης των συνόρων, ιδιαίτερα με την Ελλάδα και την Κύπρο, δεν σημαίνει ότι έπαψε να έχει εδαφικές διεκδικήσεις. Όλη εκείνη την περίοδο το κράτος επιχειρούσε να απορροφήσει το σοκ της κατάρρευσης της αυτοκρατορίας και ήταν απασχολημένο με τη δημιουργία και επιβολή της τουρκικής εθνικής συνείδησης στον ετερογενή πληθυσμό του εντός της επικράτειας. Προσπαθούσαν, με λίγα λόγια, να φτιάξουν εθνικό κράτος.

Επιπλέον, οι διεθνείς συγκυρίες δεν ήταν ευνοϊκές για την ανάπτυξη συνοριακών αμφισβητήσεων. Ποτέ όμως οι πολιτικές ελίτ και η τουρκική γραφειοκρατία δεν κατάφεραν να απαλλαγούν από την αυτοκρατορική νοσταλγία και τις μνήμες του οθωμανικού κράτους, που ήταν και παραμένουν άλλωστε εξαιρετικά νωπές.

Αυτές οι μνήμες, οι οποίες διαρκώς αναπαράγονται και ανανοηματοδοτούνται, διαμορφώνουν σε σημαντικό βαθμό τη σημερινή τουρκική πολιτική κουλτούρα, την αυτοεικόνα και αντίληψη για τον ρόλο και την αποστολή του κράτους τους.

Αν και αυτές οι μνήμες του αυτοκρατορικού μεγαλείου και οι σχετικές αναφορές είναι πιο σαφείς και έντονες στον χώρο του πολιτικού Ισλάμ, όπως άλλωστε ακούμε από τις παράλογες δηλώσεις Ερντογάν, οι κεμαλιστές δεν πάνε πίσω σε επεκτατική πλειοδοσία και μιλιταρισμό.   Η επικίνδυνη τουρκική προπαγάνδα περί «ελληνικής κατοχής τουρκικών νησιών» στο Αιγαίο είναι κεμαλικής έμπνευσης και μάλιστα προέρχεται από τα έγκατα των δεξαμενών σκέψης των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων. Επιπλέον, κατά την εισβολή στην Κύπρο, στην Τουρκία υπήρχε κυβέρνηση συνασπισμού μεταξύ του λάτρη της ελληνικής ποίησης, κεμαλιστή και ψευδοαριστερού Μπουλέντ Ετσεβίτ και του ιστορικού ηγέτη του αντιδυτικού πολιτικού Ισλάμ Νετζμετίν Ερμπακάν.

Η αμφισβήτηση των συνόρων δεν είναι συγκυριακή και ούτε είναι απλώς για εσωτερική κατανάλωση. Πρόκειται, δυστυχώς, για δομικό στοιχείο της κρατικής ιδεολογίας και στρατηγική επιδίωξη των κρατικών θεσμών της Τουρκίας.

Η δήλωση Ερντογάν ότι η Τουρκία την παρούσα συγκυρία είτε θα χάσει είτε θα κερδίσει εδάφη δεν είναι μια μεμονωμένη εθνικιστική κραυγή ενός, υποτίθεται, απρόβλεπτου και μεγαλοϊδεάτη ηγέτη. Πρόκειται για τους βρυχηθμούς του «συστήματος Τουρκία», το οποίο βλέπει ότι τα σύνορα στα νότια της χώρας ρευστοποιούνται και επιχειρεί να επωφεληθεί, κατακτώντας εδάφη και μετακινώντας πληθυσμούς.

Η κοινωνία στην Τουρκία είναι εξοπλισμένη σαν αστακός και το χειρότερο είναι πως είναι πρόθυμη να χρησιμοποιήσει αυτά τα όπλα προκειμένου να προστατέψει τον εαυτό της από εσωτερικούς αντιπάλους και απειλές.

 

Ερ— Έχετε πει ότι γίνεται μεγάλη διακίνηση όπλων στην Τουρκία. Τι ακριβώς εννοείται;

Ο σπουδαίος κοινωνιολόγος και θεωρητικός Μαξ Βέμπερ έγραψε ότι αυτό που χαρακτηρίζει το κράτος είναι το μονοπώλιο στην άσκηση νόμιμης βίας για τη διασφάλιση της τάξης και του νόμου. Στη γειτονική χώρα αυτό το κρατικό μονοπώλιο αμφισβητείται. Έχουμε σημαντική «ιδιωτικοποίηση» της ένοπλης βίας και «μαφιοποίηση» της κοινωνίας.

Με βάση επίσημα στατιστικά στοιχεία, το 2012 στην Τουρκία 17.000.000 όπλα βρίσκονταν στην κατοχή πολιτών. Από αυτά, μόνο το 15% ήταν νόμιμο, αδειοδοτημένο. Το 85% διακινείται και κατέχεται παράνομα. Υπολογίζεται πως το 2016 ο αριθμός αυτός έφτασε τα 22.000.000.

Σύμφωνα με στοιχεία ενός τουρκικού ιδρύματος που κάνει εκστρατεία κατά της οπλοφορίας, στην Τουρκία κάθε χρόνο δολοφονούνται κατά μέσο όρο περίπου πέντε χιλιάδες άνθρωποι με τη χρήση αυτών των όπλων.

Πολιτικοί από διαφορετικούς χώρους στην Τουρκία έχουν προειδοποιήσει πως αυτή η ευρεία, μαζική διακίνηση παράνομων όπλων στην κοινωνία, συνδυαζόμενη με την τρομακτική ιδεολογική, κοινωνική και θρησκευτική πόλωση, μπορεί να οδηγήσει σε εκτεταμένα φαινόμενα ένοπλης βίας και «εμφύλιο» πόλεμο. Αυτό ήδη συμβαίνει με τους Κούρδους.

Επιπλέον, μετά την απόπειρα πραξικοπήματος το 2016, αρκετοί πολιτικοί καλούσαν δημόσια τους πολίτες να οπλιστούν, ενώ οι στατιστικές μάς λένε ότι η οπλοφορία αυξήθηκε κατακόρυφα μετά από εκείνο το γεγονός.

Επίσης, γίνεται πολύ μεγάλη συζήτηση για τα χιλιάδες όπλα της αστυνομίας, τα οποία, μετά την πραξικοπηματική απόπειρα, λέγεται πως διανεμήθηκαν σε διάφορες φιλοερντογανικές πολιτοφυλακές και η τύχη τους αγνοείται μέχρι αυτήν τη στιγμή που μιλάμε. Είναι μια αμφιλεγόμενη, σκοτεινή υπόθεση που χρήζει περαιτέρω μελέτης και ανάλυσης.

Αν λάβουμε υπόψη μας τα εκτεταμένα δίκτυα της τουρκικής μαφίας, η οποία συνεχίζει να δρα αλλά και να συνεργάζεται με το κράτος, την ύπαρξη ιδιωτικών εταιρειών στρατιωτικών συμβούλων αλλά και εταιρειών σεκιούριτι, καταλαβαίνουμε πως έχουμε να κάνουμε με ένα εξαιρετικά περίπλοκο και επικίνδυνο φαινόμενο.

Η κοινωνία στην Τουρκία είναι εξοπλισμένη σαν αστακός και το χειρότερο είναι πως είναι πρόθυμη να χρησιμοποιήσει αυτά τα όπλα προκειμένου να προστατέψει τον εαυτό της από εσωτερικούς αντιπάλους και απειλές. Σχετικές στατιστικές έρευνες αποκαλύπτουν τα τρομερά επίπεδα πόλωσης μεταξύ διαφορετικών ιδεολογικών, εθνοτικών και θρησκευτικών ομάδων.

Εγώ ο ίδιος προσωπικά, κατά τη διάρκεια της επιτόπιας έρευνάς μου στην Τουρκία για το διδακτορικό μου, διαπίστωσα την κυρίαρχη παρουσία των όπλων στην τουρκική κοινωνία. Υπάρχουν παράνομα εργαστήρια κατασκευής περιστρόφων σε χωριά και κωμοπόλεις, ενώ είδα Τούρκους πολίτες να κρύβουν τα όπλα τους μέχρι και στα ντουλάπια της κουζίνας του σπιτιού τους.

Τα επίπεδα οπλοκατοχής και οπλοχρησίας στην Τουρκία είναι μια σημαντική ένδειξη ότι οι πολίτες δεν εμπιστεύονται το κράτος για την ασφάλειά τους. Η κουλτούρα της οπλοφορίας και οπλοχρησίας στην Τουρκία πιστεύω πως έχει τις ρίζες της στις μνήμες των βίαιων γεγονότων και στην ανομία των αρχών του 20ού αιώνα, καθώς και στη διαχρονική ανυπαρξία κράτους δικαίου στην Τουρκία.

Όπως σας είπα ήδη, η βία είναι δομικό και διαχρονικό στοιχείο της τουρκικής πολιτικής ζωής και της κυρίαρχης πολιτικής κουλτούρας και εμπειρίας.

Επιπλέον, οι τρομακτικές οικονομικές ανισότητες και ταξικές διαφοροποιήσεις ενισχύουν το περιβάλλον ανασφάλειας και φόβου και συμβάλλουν στην άνοδο της κατοχής και χρήσης όπλων. Πρόκειται για ένα κοινωνικοπολιτικό φαινόμενο στην Τουρκία που πρέπει να αναλύσουμε και να κατανοήσουμε περισσότερο εμείς εδώ στην Ελλάδα.

 

Ερ.— Πιστεύετε ότι ο Τούρκος Πρόεδρος στοχεύει στην αλλοίωση δημογραφικών ισορροπιών, π.χ. με την πολιτογράφηση Σύριων ως Τούρκων πολιτών και την κατάργηση της βίζας για όσους Τούρκους θέλουν να πάνε στην Ευρώπη;

Δεν είναι μόνο ο Τούρκος Πρόεδρος. Οι διαμορφωτές στρατηγικής στη σημερινή Τουρκία θεωρούν πως η ασφάλεια της χώρας θα επιτευχθεί μόνο διά της άσκησης εκτεταμένης βίας και αλλαγής των δημογραφικών ισορροπιών και πιθανώς και των συνόρων. Οι Τούρκοι ιθύνοντες έχουν στον νου τους μια νέου τύπου «ανταλλαγή πληθυσμών», όσο και αν αυτό ακούγεται παράδοξο σήμερα.

Οι αναλύσεις και ερμηνείες τους βασίζονται στη ναζιστικού τύπου αντίληψη περί τουρκικού ζωτικού χώρου. Επιδιώκουν στρατιωτική συντριβή του ένοπλου κουρδικού κινήματος ΡΚΚ και την ενσωμάτωση εδαφών κατά μήκος των νότιων συνόρων της Τουρκίας, στα οποία θέλουν να εγκαταστήσουν σουνίτες Σύριους πρόσφυγες και άλλους μουσουλμάνους από το Αφγανιστάν και χώρες της ανατολικής Ασίας.

Η Τουρκία δεν θα απέκλειε ίσως την ίδρυση ενός μικρού, απομονωμένου και ελεγχόμενου από την ίδια κουρδικού ψευδοκρατιδίου-προτεκτοράτου στο βόρειο Ιράκ, στο οποίο θα εξεδίωκε και θα εγκλώβιζε όλους τους Κούρδους υποστηρικτές του ΡΚΚ και το οποίο θα λειτουργούσε ως βαλβίδα αποσυμφόρησης της εσωτερικής κουρδικής πίεσης.

Βέβαια, η επιθυμία για έλεγχο αυτών των εδαφών και αλλαγή των δημογραφικών ισορροπιών από την Τουρκία δεν αφορά μόνο το κουρδικό ζήτημα αλλά και την επιδίωξή της να καταστεί παγκόσμιο κέντρο μεταφοράς ενέργειας προς τη Δύση.

Είναι ξεκάθαρο πως η Άγκυρα θα επιδιώξει να εφαρμόσει μια δημογραφική μηχανική, όπως έκανε και στις αρχές του 20ού αιώνα, προκειμένου να ελέγξει εδάφη από τα οποία περνούν ή θα περάσουν αγωγοί πετρελαίου και φυσικού αερίου προς τη Δύση.

Θεωρώ πως η παρούσα εμμονή της τουρκικής κυβέρνησης με την άρση της βίζας εκ μέρους της Ε.Ε. για τους Τούρκους πολίτες είναι κομμάτι της ίδιας δημογραφικής και πολιτικής στρατηγικής. Σε περίπτωση άρσης της βίζας, οι πρώτοι που θα φύγουν στη δυτική Ευρώπη είναι οι φιλελεύθεροι πολίτες, Τούρκοι, Κούρδοι και άλλοι, που επιθυμούν εκδημοκρατισμό της χώρας.

Η πίεση που αισθάνονται από το καθεστώς είναι τεράστια και η φυγή προς τη Δύση θα ήταν μεγάλη ανακούφιση για τους ίδιους αλλά και για το καθεστώς Ερντογάν, το οποίο έτσι θα ξεφορτωθεί μια κοινωνική ομάδα που τον αντιπολιτεύεται. Προτιμά να τους έχει ως μετανάστες στην Ευρώπη παρά στο εσωτερικό της χώρας.

Ο Ερντογάν δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να τους αντικαταστήσει με τζιχαντιστές από διάφορα μέρη του κόσμου, στους οποίους θα δώσει τουρκική υπηκοότητα. Άλλωστε, σε πολύ πρόσφατη δημόσια ομιλία του δήλωσε πως όσοι Τούρκοι πολίτες λένε πως δεν μπορούν πια να ζήσουν στην Τουρκία γιατί αισθάνονται καταπίεση θα ήταν καλό να τους κάνει η κυβέρνηση τα εισιτήρια για να φύγουν και να πάνε να ζήσουν αλλού! Δυστυχώς, αυτή η ανατριχιαστική δήλωση πέρασε απαρατήρητη από πολλά ΜΜΕ του δυτικού κόσμου, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης.

Το φαινόμενο εξόδου φιλελεύθερων πολιτών από την Τουρκία το βλέπουμε άλλωστε και στη χώρα μας, όπου έρχονται και αγοράζουν ακριβά σπίτια. Δεν ξέρω πώς θα μπορέσει η πατρίδα μας να διαχειριστεί αυτό το φαινόμενο, αν λάβει μαζικότερες διαστάσεις!

Η πολιτογράφηση και εγκατάσταση πολλών χιλιάδων σουνιτών Συρίων προσφύγων στις κουρδικές και αλεβιτικές επαρχίες εντός της σημερινής τουρκικής επικράτειας, η προσπάθεια κατάκτησης και ελέγχου ξένων εδαφών κατά μήκος των νότιων συνόρων σε Συρία και Ιράκ και αλλοίωσης της δημογραφίας τους, καθώς και η έμμεση εκδίωξη φιλελεύθερων πολιτών στη δυτική Ευρώπη μέσω άρσης της βίζας, θα οδηγήσει στη δημιουργία μιας πιο σουνιτικής και συντηρητικής κοινωνίας, πιστής στο κράτος και στο καθεστώς.

Η επιτυχία του περίπλοκου αυτού εγχειρήματος είναι αμφισβητούμενη και μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ κατά των σχεδιαστών του. Μένει να δούμε τις εξελίξεις τους επόμενους μήνες. Πάντως, γνωρίζοντας τι έχει συμβεί καθ᾽ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα στην Ανατολία και πώς εξελίσσονται τα πράγματα σήμερα στην περιοχή, είμαι εξαιρετικά ανήσυχος.

Οι διαμορφωτές στρατηγικής στη σημερινή Τουρκία θεωρούν πως η ασφάλεια της χώρας θα επιτευχθεί μόνο διά της άσκησης εκτεταμένης βίας και αλλαγής των δημογραφικών ισορροπιών και πιθανώς και των συνόρων.

 

Ερ.— Ποιος είναι ο ρόλος της μουσικής στις κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες στην Τουρκία σήμερα; Και τι συμβαίνει με την ποντιακή λύρα;

Η μουσική στην Τουρκία είναι ένα εξαιρετικά πολιτικοποιημένο πεδίο ανθρώπινης δράσης και εμπειρίας ακόμα και σήμερα. Για το τουρκικό κράτος η μουσική υπήρξε ένα βασικό εργαλείο αφομοίωσης και ενσωμάτωσης των διαφορετικών εθνοτικών ομάδων της σημερινής Ανατολίας.

Είναι χαρακτηριστική η επιθυμία και η εμπλοκή του ίδιου του Μουσταφά Κεμάλ (Ατατούρκ) στην επινόηση και επιβολή μιας ενιαίας «τουρκικής δημοτικής μουσικής» στον ετερογενή πληθυσμό της χώρας. Η πολιτική τουρκοποίησης των τραγουδιών όλων των διαφορετικών εθνοτήτων της Μικράς Ασίας μετά το 1923 απετέλεσε κεντρικό στοιχείο της κρατικής πολιτικής συγκρότησης τουρκικής εθνικής μνήμης και συνείδησης.

Κουρδικά, αραβικά, αρμενικά, λαζικά, γεωργανικά, τσερκέζικα, βουλγαρικά, αλβανικά και άλλα τραγούδια των κατοίκων της σημερινής Ανατολίας άλλαξαν στίχους σε μερικούς μήνες και άρχισαν, πολλά από αυτά, να τραγουδιούνται στα τουρκικά από τους κρατικούς καλλιτέχνες στα κρατικά ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά δίκτυα.

Όμως τα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια η ακρόαση τραγουδιών στις μητρικές τους γλώσσες άρχισε να κερδίζει έδαφος, ξεκινώντας με την κουρδική μουσική. Πολλοί αριστεροί μουσικοί ακτιβιστές αλλά και ερασιτέχνες μουσικοί, φοιτητές πανεπιστημίων στην Κωνσταντινούπολη, άρχισαν συμβολικά να διεκδικούν τα τραγούδια και τις γλώσσες τους στο δημόσιο πεδίο, τραγουδώντας στη μητρική γλώσσα.

Έτσι δημιουργήθηκε το ρεύμα της σύγχρονης έθνικ μουσικής στην Τουρκία, το οποίο είναι βαθύτατα πολιτικό και συνδέεται με την αμφισβήτηση των ιστορικών αφηγημάτων του κεμαλικού εθνικισμού και της τουρκικής εθνικής ταυτότητας.

Γι’ αυτό σήμερα συνυπάρχουν οι ίδιες μελωδίες με στίχο στα τουρκικά και στα κουρδικά, στα τουρκικά και στα αραβικά, στα τουρκικά και στα αρμενικά, στα τουρκικά και στα λαζικά κ.λπ.

Κάτι ανάλογο συνέβη και με τα ποντιακά τραγούδια της Τραπεζούντας, στην οποία μετά το 1923 εξακολουθούσαν να διαβιούν συμπαγείς ελληνόφωνοι μουσουλμανικοί πληθυσμοί, απόγονοι εξισλαμισμένων ελληνικών πληθυσμών, οι οποίοι εξαιρέθηκαν από την ανταλλαγή πληθυσμών.

Η ποντιακή λύρα είναι ένα μουσικό όργανο το οποίο παίζεται και ακούγεται από χιλιάδες πολίτες της σημερινής Τουρκίας, ιδιαίτερα από αυτούς που κατάγονται από την περιοχή της Τραπεζούντας στις ακτές του Εύξεινου Πόντου της βορειοανατολικής Τουρκίας.

Το νόημα και η ιστορία αυτού του οργάνου και της μουσικής του αποτελούν αντικείμενο έντονων ιδεολογικών αντιπαραθέσεων στην τοπική κοινωνία. Αυτές οι αντιπαραθέσεις είναι δείγμα μιας ενδιαφέρουσας κοινωνικής και πολιτισμικής ζύμωσης στις τοπικές κοινωνίες.

Για κάποιους πιο φιλελεύθερους, η ποντιακή λύρα είναι υπόμνηση της ελληνικής ιστορικής παρουσίας και άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, καθώς και ένδειξη του πολυεθνικού χαρακτήρα της περιφέρειας της Μαύρης Θάλασσας που θα πρέπει να προστατευτεί.

Για τους πιο θρησκευόμενους σουνίτες η λύρα αποτελεί πολιτισμικό κατάλοιπο των «απίστων», δηλαδή των χριστιανών Ελλήνων, και η χρήση και ακρόασή της θα έπρεπε να αποφεύγονται. Ωστόσο για τους εθνικιστές κεμαλικούς στην Τραπεζούντα η λύρα αποτελεί σύμβολο του τουρκικού πολιτισμού και πατριωτισμού.

Μολονότι η ποντιακή λύρα στην Τουρκία είχε χρησιμοποιηθεί από κρατικά υποστηριζόμενα δίκτυα για να προπαγανδίσει τουρκικές εθνικιστικές και μιλιταριστικές ιδέες, βλέπουμε πως τα τελευταία χρόνια υπάρχει και σοβαρός αντίλογος.

Έκαναν την εμφάνισή τους νέοι λυράρηδες και τραγουδιστές οι οποίοι ερμηνεύουν τραγούδια και στα ρωμαίικα, όπως τα λένε εκεί, δηλαδή στην ελληνική διάλεκτο της Τραπεζούντας ή στα ποντιακά, όπως είναι ευρέως γνωστά σ’ εμάς.

Η επανεμφάνιση ποντιακών τραγουδιών στη δημόσια σφαίρα προκαλεί ερωτήματα και συζητήσεις σχετικά με την ιστορία και την ταυτότητα πολλών σημερινών κατοίκων της περιοχής αλλά και συζητήσεις που αφορούν τον χαρακτήρα της τουρκικής μουσικής κληρονομιάς, τον τουρκικό εθνικισμό και τον χαρακτήρα του καθεστώτος στη χώρα.

Η χρήση της μητρικής γλώσσας στα τραγούδια αλλά και γενικότερα είχε απαγορευτεί από τους κεμαλιστές. Ο Ερντογάν τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησής του ακύρωσε αυτές τις απαγορεύσεις, θεωρώντας τη θρησκεία σημαντικότερη για την ενότητα της χώρας και όχι τη γλώσσα και τη μουσική. Σήμερα υπάρχουν ενδείξεις ότι μπορεί να επανέλθουν αυτές οι παλιές απαγορεύσεις. Θα το δούμε.

Όπως και να έχει, η ποντιακή λύρα αποτελεί μια σημαντική γέφυρα μεταξύ πολιτών της Ελλάδας και της Τουρκίας, πέραν των όποιων ιδεολογικών και θρησκευτικών διαφορών. Βλέπουμε ότι ενώνει στιγμιαία και συναισθηματικά τους ακροατές είτε ονομάζονται Γιώργος είτε Μουσταφά, Ελένη ή Εμινέ.

Θεωρώ πως πρόκειται για μια πολιτισμική γέφυρα με βαθιές κοινωνικές ρίζες που μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να συμβάλει σημαντικά στη θετική δημοκρατική αλλαγή στην Τουρκία αλλά και στη βελτίωση μακροπρόθεσμα των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών.

Είναι σημαντικό να ενισχυθεί η ανεξάρτητη κοινωνία των πολιτών στη γειτονική Τουρκία. Η ποντιακή λύρα, η οποία ακούγεται και λατρεύεται από εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες της, λόγω των ιστορικών και πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων της χώρας αυτής, αποτελεί καταλύτη συναισθηματικής ζύμωσης. Αν κερδίσουμε τις καρδιές αυτών των Τούρκων πολιτών, θα έχουμε κάνει ένα σημαντικό θετικό βήμα.

 

Ερ.— Από την εμπειρία που έχετε, πώς αντιμετωπίζουν τους Έλληνες στην Τουρκία. Είναι αλήθεια ότι κάποιοι θεωρούν τη λέξη «Έλληνας» ως βρισιά;

Δεν υπάρχει ενιαία αντίληψη για τους Έλληνες στην Τουρκία. Οι αντιλήψεις διαφοροποιούνται ανάλογα με τις ιδεολογικοπολιτικές ταυτίσεις και τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες κάθε πολίτη. Βέβαια, οι κρατικοί μηχανισμοί ασκούν έντονη ανθελληνική προπαγάνδα, τα χαρακτηριστικά της οποίας θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον να αναλυθούν, αλλά δυστυχώς δεν βλέπω να γίνεται κάτι τέτοιο στην Ελλάδα.

Γενικότερα, θα μπορούσα να πω ότι η στάση των Τούρκων πολιτών έναντι των Ελλήνων ποικίλλουν μεταξύ συναισθηματικού φιλελληνισμού, ουδετερότητας και αδιαφορίας, υπεροψίας αλλά και ρατσιστικού ανθελληνισμού. Η λέξη «Έλληνας», όπως άλλωστε και η λέξη «Αρμένιος», είχε εγγραφεί στο φαντασιακό της κεμαλικής ακροδεξιάς και του πολιτικού Ισλάμ ως βρισιά.

Ο Ερντογάν, σε δημόσια ομιλία του πριν από μερικούς μήνες, απευθυνόμενος στους οπαδούς του, χρησιμοποίησε τη λέξη «Αρμένιος» με αρνητικές συνδηλώσεις, ζητώντας μάλιστα συγγνώμη για τη χρήση αυτής της μολυσματικής λέξης.

Στο φαντασιακό και στους λόγους αυτών των ιδεολογικο-πολιτικών χώρων οι Έλληνες θεωρούνται και περιγράφονται ως άπιστοι, όργανα της ιμπεριαλιστικής Δύσης, αχάριστοι υπήκοοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δειλοί, επικίνδυνοι υπονομευτές της τουρκικής εθνικής ενότητας και ασφάλειας.

Πιστεύω όμως πως μια έξυπνη, ενεργητική ελληνική πολιτική θα μπορούσε να αλλάξει σε κάποιον βαθμό αυτά τα αρνητικά τουρκικά στερεότυπα και θεωρώ πως αξίζει να το προσπαθήσουμε.

Ερ.— Ποιες ήταν οι πολιτικές αφομοίωσης του τουρκικού εθνικού κράτους μετά το 1923 προκειμένου να δημιουργηθεί και να επιβληθεί τουρκική εθνική συνείδηση;

Από την ίδρυσή του το τουρκικό κράτος επιδίωξε την αφομοίωση των πολλών διαφορετικών εθνοτικών και θρησκευτικών ομάδων της Ανατολίας. Στην τουρκική περίπτωση, το κράτος επινόησε και δημιούργησε το έθνος και όχι το αντίθετο.

Οι δομές του οθωμανικούς κράτους συνέχισαν σχεδόν αναλλοίωτες και μετά το 1923, μέχρι τη δεκαετία του ᾽50, οπότε η Τουρκία εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ. Το κράτος προϋπήρξε του έθνους, το οποίο επινόησαν και έφτιαξαν κυρίως οι αξιωματικοί του οθωμανικού στρατού και συνεχίζει να έχει αυτόνομο ρόλο και ύπαρξη.

Το κράτος επέβαλε τη χρήση της τουρκικής γλώσσας, επινόησε και επέβαλε μια συγκεκριμένη ιστορική αφήγηση για το υποτιθέμενο τουρκικό παρελθόν, κατέστρεψε μνημεία των χριστιανών και άλλων κατοίκων της Ανατολίας, χρησιμοποίησε το σουνιτικό Ισλάμ ως συγκολλητική ουσία (οι αλεβίτες συνεχίζουν να καταγγέλλουν την προσπάθεια του κράτους να τους εκσουνιτίσει), κατασκεύασε τουρκική δημοτική μουσική, όπως σας ανέλυσα παραπάνω, άλλαξε και τουρκοποίησε τα τοπωνύμια της Ανατολίας, επέβαλε τη χρήση επωνύμων από τους πολίτες. Και βέβαια άσκησε τρομακτική καταστολή και βία, η οποία συνεχίζει μέχρι σήμερα.

Το ανεπίλυτο κουρδικό ζήτημα, η επιστροφή των καταπιεσμένων θρησκευτικών και εθνοτικών ταυτοτήτων και η βία που βλέπουμε να ασκείται σήμερα είναι αποτέλεσμα αυτών των αφομοιωτικών νοοτροπιών και πολιτικών. Τα οποία, βέβαια, τροφοδοτούνται και από τις χαοτικές ταξικές διαφοροποιήσεις και οικονομικές ανισότητες.

Πρόκειται για προβλήματα που χρονίζουν εδώ και δεκαετίες. Νομίζω όμως ότι είναι πιο λογικό να μιλήσουμε για το κεντρικό πρόβλημα στην Ανατολία, το τουρκικό, που έχει να κάνει με την κρατική επιβολή μιας ιδεολογίας, ταυτότητας και κοσμοθεωρίας, την οποία σημαντικά τμήματα της κοινωνίας απορρίπτουν.

Ένα πολύ μεγάλο κομμάτι ακόμα και του ισλαμικού κινήματος, για παράδειγμα, απορρίπτει την τουρκική εθνική ταυτότητα, θεωρώντας σημαντικότερη τη θρησκευτική, δηλαδή οι άνθρωποι αυτοί αυτοπροσδιορίζονται ως μουσουλμάνοι και όχι ως Τούρκοι, διαχωρίζοντας τις δύο ταυτότητες.

Το πρόβλημα στην Τουρκία είναι βαθύ και δομικό, το πρότζεκτ έθνος-κράτος έχει ιδεολογικά καταρρεύσει και γίνεται προσπάθεια να διατηρηθεί και να αναπαραχθεί μέσα από την άσκηση εκτεταμένης βίας και καταστολής.

Αυτό βλέπω να συμβαίνει σήμερα στην πολύπαθη γειτονική κοινωνία της Ανατολίας, η οποία φοβάμαι πως είναι αντιμέτωπη με μια νέου τύπου κρατική πολιτική εθνοκάθαρσης. Αυτός όμως ο δρόμος της βίας είναι αδιέξοδος, αντιανθρωπιστικός, ενισχύει τα ρήγματα και τις αποσχιστικές τάσεις.

Οι βίαιες τουρκικές πολιτικές αφομοίωσης και καταστολής γέννησαν το ένοπλο κουρδικό κίνημα του ΡΚΚ. Η πολυετής κρατική τρομοκρατία γέννησε βίαιη κοινωνική αντίδραση. Αυτά τα τραύματα είναι σχεδόν αδύνατον να επουλωθούν.

 

Ερ.— Θεωρείτε ότι το μέλλον είναι αβέβαιο για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις;

Όχι, νομίζω ότι είναι εξαιρετικά προβλεπτό το μέλλον, με την έννοια ότι το τουρκικό κράτος θα συνεχίσει να κατέχει την Κύπρο και να αμφισβητεί τα ελληνοτουρκικά σύνορα, καταπατώντας το διεθνές δίκαιο και τις σχετικές συνθήκες. Η Τουρκία θα συνεχίσει να είναι αυταρχική, επεκτατική και να απειλεί κατά καιρούς με άσκηση στρατιωτικής βίας την Ελλάδα, όπως κάνει και με άλλες γειτονικές χώρες.

Τελευταία πρόσθεσε στη φαρέτρα της και τους Σύριους πρόσφυγες, τους οποίους δεν διστάζει να εργαλειοποιεί έναντι της Ε.Ε. Άλλωστε βλέπουμε τις προθέσεις της από τα γιγαντιαία εξοπλιστικά προγράμματα που κατά καιρούς ανακοινώνει και υλοποιεί.

Από την άλλη, η κρατική τουρκική προπαγάνδα θα συνεχίσει να επιρρίπτει στη χώρα μας τις ευθύνες για τις προβληματικές ελληνοτουρκικές σχέσεις και να προπαγανδίζει τον εαυτό της ως ειρηνοποιό και παράγοντα σταθερότητας και ασφάλειας, καλώντας την Ελλάδα στο τραπέζι του διαλόγου.

Η πρόκληση είναι μεγάλη και χρειάζεται ριζική αναπροσαρμογή της ελληνικής πολιτικής αλλά και της δημόσιας ρητορικής. Θεωρώ πως η καθιέρωση του όρου «ελληνοτουρκικά προβλήματα» σε μεγάλο μέρος του ελληνικού δημόσιου λόγου και ρητορικής είναι λανθασμένη και άκρως προβληματική. Αποτελεί άκριτη υιοθέτηση της τουρκικής ρητορικής και προπαγάνδας που υπονομεύει την ελληνική ασφάλεια.

Δεν υπάρχουν ελληνοτουρκικά προβλήματα, έτσι όπως τα εννοεί η Άγκυρα, αλλά κρατικός τουρκικός επεκτατισμός και αναθεωρητισμός κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου που απειλεί την ειρήνη και την ανάπτυξη στην ανατολική Μεσόγειο.

Επίσης, πιστεύω ότι η Ελλάδα δεν ωφελείται από ανέξοδες και εκ του ασφαλούς ρητορικές υπερβολές που στρατιωτικοποιούν τη δημόσια συζήτηση. Χρειάζεται όμως ορθολογική προετοιμασία σε όλα τα επίπεδα αλλά και διαμόρφωση πολιτικών στο πλαίσιο της Ε.Ε. για την εντατικότερη επαφή και συνεργασία με την κοινωνία των πολιτών της Τουρκίας, εντός και εκτός της χώρας.

Η Ε.Ε. έχει καθήκον να βοηθήσει τους διωκόμενους πολίτες της Τουρκίας και να συνδράμει στην προσπάθειά τους για τον εκδημοκρατισμό της χώρας τους. Σε αυτό το πλαίσιο η Ελλάδα μπορεί να αναπτύξει πολλές πρωτοβουλίες και πολιτικές και να μετατραπεί σε πραγματικό πόλο αναφοράς για τους λαούς της περιοχής και πυλώνα σταθερότητας και πολυεπίπεδης συνεργασίας.

Πηγή: LIFO

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *