«Οικογενειακά» προβλήματα της ΝΔ με τους Ευρωπαίους συγγενείς της

Γράφει ο Χάρης Τσιλιώτης*,

Η ΝΔ από καταβολής της υπήρξε το πιο φιλοδυτικό, φιλοευρωπαϊκό και κοσμοπολίτικο κόμμα της μεταπολιτευτικής περιόδου. Όταν ο ιδρυτής της τόνιζε ότι «ανήκομεν στην Δύση» και πάσχιζε να εντάξει την χώρα μας στην σπουδαία ευρωπαϊκή οικογένεια που έμελλε μετά από χρόνια να μεγαλώσει τόσο που να περιλάβει σχεδόν όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο, οι αντίπαλοί της τον λοιδορούσαν και φώναζαν «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες», «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» και άλλα όμοια. Η ΝΔ και οι μετέπειτα ηγέτες της ήταν αυτοί που πίστευαν, πιστοί στην παρακαταθήκη του ιδρυτή της, ότι η Ελλάδα είναι μία μικρή χώρα που σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο διεθνές τοπίο χρειάζεται ισχυρές συμμαχίες για να πετύχει την οικονομική και κοινωνική της πρόοδο και να εξασφαλίσει κατά τον καλλίτερο τρόπο και τα εθνικά της θέματα. Οι εξελίξεις δικαίωσαν τους κατά καιρούς ηγέτες της ΝΔ, όπου εκτός από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, εξέχοντα ρόλο στην προώθηση αυτών των θέσεων είχαν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και ο Κώστας Καραμανλής ως επί σειράν ετών Αρχηγοί της ΝΔ και Πρωθυπουργοί, με αποτέλεσμα τις θέσεις αυτές να υιοθετήσουν και οι αντίπαλοί της, κυρίως το ΠΑΣΟΚ, το οποίο ιδιαίτερα υπό την ηγεσία του Κώστα Σημίτη έπαιξε σημαντικό ρόλο στην προώθηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Κατά έναν παράδοξο τρόπο τα πράγματα δεν είχαν ανάλογη συνέχεια ή την συνέχεια που θα ήθελε η ηγεσία της, όσον αφορά τις σχέσεις της ΝΔ με τους Ευρωπαίους εταίρους μας και ιδίως την Ευρωπαϊκή οικογένεια της Κεντροδεξιάς, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα. Η διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας και η ανάδυση του Μακεδονικού ζητήματος στις αρχές της δεκαετίας του 90 αφύπνισε εντός της κεντροδεξιάς παράταξης ισχυρές, όπως αποδείχθηκε, συντηρητικές και εθνοκεντρικές δυνάμεις, που είχαν καταλαγιάσει και τεθεί εν υπνώσει από την ισχυρή προσωπικότητα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο οποίος όπως προαναφέραμε είχε προτάξει τον ευρωπαϊσμό και κοσμοπολιτισμό ως βασικό άξονα της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Η μαξιμαλιστική θέση της χώρας μας επί κυβερνήσεως Κ. Μητσοτάκη για το όνομα της γειτονικής χώρας υπό την ισχυρή πίεση της αντιπολίτευσης, εσωτερικής (κυρίως) και εξωτερικής, και της κοινής γνώμης είχε ως αποτέλεσμα στο εξωτερικό την ψύχρανση των σχέσεων της χώρας μας με τους ευρωπαίους εταίρους μας και της ΝΔ με τους πολιτικά συγγενείς της και εσωτερικά την διάσπαση της ΝΔ και την μακρά αποχή της από την εξουσία για 11 χρόνια. Χρειάσθηκε ένας άλλος Καραμανλής για να επανενώσει την παράταξη, να διασφαλίσει την ενότητά της και να την επαναφέρει, έστω για 5,5 χρόνια στην εξουσία.

Ενώ οι σχέσεις της ΝΔ με τους Ευρωπαίους εταίρους και τους ιδεολογικά συγγενείς της είχαν αποκατασταθεί κατά την περίοδο αυτή, αν και το ίδιο δεν συνέβαινε με την πέραν του Ατλαντικού υπερδύναμη επί κυβερνήσεως Μπους του νεώτερου, η οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008 και είχε ως αποτέλεσμα την υπαγωγή της χώρας μας σε καθεστώς επιτήρησης, λιτότητας και μνημονίων το 2010 και η σκληρή αντιμνημονιακή στάση που τήρησε η ΝΔ υπό την ηγεσία του Αντώνη Σαμαρά, οδήγησαν σε όξυνση τις σχέσεις της ΝΔ με το ΕΛΚ, όπου μάλιστα ακούστηκαν και φωνές αποβολής της ΝΔ από τους κόλπους της. Η πίεση που ασκήθηκε στην τότε ηγεσία της ΝΔ από τους Ευρωπαίους συγγενείς της στο ΕΛΚ υπό την ηγεσία της Γερμανικής Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης της Καγκελαρίου Μέρκελ να συναινέσει στην «μνημονιακή» πορεία της χώρας, που είχε εγκαινιάσει η Κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ υπό τον Γιώργο Παπανδρέου, ήταν αφόρητη, με αποτέλεσμα να οδηγήσει στην απότομη στροφή της ΝΔ, την συμμετοχή της στην Κυβέρνηση Παπαδήμου και το δεύτερο Μνημόνιο. Όλα αυτά βέβαια όταν δεν ασκείτο η παραμικρή πίεση από τους Ευρωπαίους Σοσιαλιστές στον Γιώργο Παπανδρέου όταν ήταν στην Αντιπολίτευση να συναινέσει σε πολιτικές εκσυγχρονισμού, όπως οι ιδιωτικοποιήσεις ή η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, ούτε ασκήθηκε η παραμικρή πίεση να μην υπόσχεται στον λαό ότι «λεφτά υπάρχουν» σύνθημα με το οποίο ήρθε στην εξουσία.

Παρά το γεγονός ότι η ΝΔ υπό τον Αντώνη Σαμαρά έγινε εν συνεχεία Κυβέρνηση, συγκυβερνώντας με το ΠΑΣΟΚ του Ευάγγελου Βενιζέλου, και προσαρμόσθηκε πλήρως στην εφαρμογή των Μνημονίων και μάλιστα με αξιοσημείωτη επιτυχία, οι ιδεολογικοί της συγγενείς στο ΕΛΚ και κυρίως η κ. Μέρκελ και ο κ. Σόιμπλε είχαν άλλη θεώρηση. Οι κ.κ. Μέρκελ και Σόιμπλε όπως και το σύνολο των εταίρων και συμμάχων μας ελαύνεται από την κατά βάση σωστή αντίληψη ότι οι Έλληνες είναι ένας ιδιόρρυθμος και εν πολλοίς ανορθολογικός λαός που στην πλειοψηφία του, συνειδητά ή υποσυνείδητα, πιστεύει ότι η Δεξιά είναι «ενδοτική» εάν όχι «προδοτική» και αντιμάχεται ό,τι αυτή διαπραγματεύεται ως «προδοτικό» ή «ξεπούλημα» εις βάρος των συμφερόντων του λαού, ενώ η Αριστερά/Κεντροαριστερά (Δημοκρατική Παράταξη) είναι δήθεν «εθνικά υπερήφανη» και διαπραγματεύεται σκληρά υπέρ των συμφερόντων του, άσχετα εάν στο τέλος κάνει περισσότερες υποχωρήσεις στις διαπραγματεύσεις απ’ ό,τι η Δεξιά. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο λαός «χωνεύει» πιο εύκολα μία λύση προερχόμενη από μία κεντροαριστερή Κυβέρνηση, έστω και χειρότερη, από μία, ακόμη και καλλίτερη λύση προερχόμενη από την Κεντροδεξιά. Ο μύθος αυτός που έχει τις ρίζες του στον πρώτο διχασμό, καλλιεργήθηκε κυρίως μεταπολιτευτικά και βρήκε την αποθέωσή του κατά την πρώτη παπανδρεϊκή περίοδο του ΠΑΣΟΚ την δεκαετία του 80 και βόλευε πολύ τον ξένο (τότε κυρίως αμερικανικό) παράγοντα (μην ξεχνάμε τι έγινε με το θέμα των αμερικανικών βάσεων). Έχοντας λοιπόν συναίσθηση του μύθου αυτού που διέπει ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, που όπως αποδείχθηκε αργότερα ανήκει και στην εθνικολαϊκιστική Δεξιά, έκριναν ότι θα πρέπει να τραβήξουν το χαλί κάτω από τα πόδια του Σαμαρά, παρά την επιτυχή εφαρμογή του δεύτερου Μνημονίου. Έτσι, χωρίς να ασκούν καμία πίεση στον Τσίπρα, άλλωστε δεν ανήκαν στην ίδια ιδεολογική οικογένεια, διευκόλυναν τον ερχομό του στην εξουσία, με την ελπίδα ότι με αυτόν και το «δεξιό» – εθνικολαϊκιστικό άλλοθι του Πάνου Καμμένου, που είχε ενεργοποιήσει ανάλογα σύνδρομα στο εθνικολαϊκιστικό κομμάτι της συντηρητικής παράταξης και την υποδόροια υποστήριξη της εθνικιστικής Άκρας Δεξιάς, θα πετύχουν καλλίτερα και με λιγότερες αντιδράσεις, ό,τι δεν μπόρεσε να πετύχει η συγκυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου. Η συνέχεια είναι γνωστή, το τρίτο Μνημόνιο και ζημία 100 δισ. στην πλάτη του ελληνικού λαού.

Επανάληψη αυτής της στάσης έχουμε και στο θέμα της εφαρμογής του τρίτου Μνημονίου από την Κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου, όπου οι εταίροι μας και κυρίως οι συγγενείς της ΝΔ στο ΕΛΚ υπό την ηγεσία της Άνγκελα Μέρκελ δεν θα έβλεπαν με καθόλου καλό μάτι μία κινητοποίηση της ΝΔ κατά των σκληρών μέτρων λιτότητας που αυτό προβλέπει και, τηρουμένων των αναλογιών, στο θέμα των Σκοπίων και της συμφωνίας των Πρεσπών. Θα ήταν αδιανόητο για μία ελληνική Κυβέρνηση της ΝΔ ή του ΠΑΣΟΚ να περάσει και μάλιστα χωρίς αντιδράσεις εντός ή εκτός Κοινοβουλίου τα μέτρα που εφαρμόζονται επί τρίτου Μνημονίου, ενώ θα ήταν πολύ δύσκολο εάν όχι αδύνατο για μια ανάλογη Κυβέρνηση να περάσει συμφωνία που θα αποδεχόταν τον όρο «μακεδονική» εθνότητα και «μακεδονική» γλώσσα• και όμως η Κυβέρνηση Τσίπρα με το δεξιό δεκανίκι τού κατά τα άλλα «υπερπατριώτη» Καμμένου τα πέρασε, χωρίς να ανοίξει μύτη εντός ή εκτός Κοινοβουλίου. Το γεγονός αυτό κάνει τους εταίρους και συμμάχους μας και βεβαίως και μέσα στο ΕΛΚ να «τρίβουν» τα χέρια τους με την «αποτελεσματικότητα» της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και να επιθυμούν την παραμονή της επί μακρόν στην εξουσία. Έτσι επιχειρούν να θυσιάσουν τη ΝΔ και τον Κυριάκο Μητσοτάκη, όπως θυσίασαν και τον Αντώνη Σαμαρά στον βωμό του κυνισμού και των συμφερόντων. Η ρήση του Βόλφγανγκ Σόιμπλε σε τηλεοπτική του συνέντευξη σε ελληνικό κανάλι ότι «εμάς δεν μας ενδιαφέρουν οι ιδεολογίες αλλά το ποιος εφαρμόζει με επιτυχία προγράμματα» νομίζω ότι τα λέει όλα, αν και στην Ελλάδα δεν είχε την δημοσιότητα που θα έπρεπε. Ο ίδιος κυνισμός επαναλαμβάνεται και στο θέμα της Τελικής Συμφωνίας των Πρεσπών. Οι πιέσεις που ασκούνται στον Κυριάκο Μητσοτάκη να μην ενδώσει στις φωνές της κομματικής του βάσης αλλά να στηρίξει την Συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ είναι για άλλη μια φορά έντονες. Αναφορά σε αυτές έκανε προ καιρού και ο Γραμματέας της ΠΕ του κόμματος Λευτέρης Αυγενάκης, που δεν έτυχαν όμως της πρέπουσας δημοσιότητας.

Ως πότε όμως; Ως πότε η ΝΔ λόγω της κατά καιρούς υπεύθυνης στάσης της θα είναι το «καλό παιδί» της Ευρωπαϊκής Κεντροδεξιάς, την οποία θα έχει ανά πάσα στιγμή στο «τσεπάκι» της και θα την μεταχειρίζεται ανάλογα με τα στυγνά συμφέροντά της; Ως πότε οι Ευρωπαίοι εταίροι και κυρίως οι ιδεολογικοί συγγενείς της ΝΔ θα την επαινούν και θα την καλοπιάνουν σε διάφορες εκδηλώσεις (Συνέδρια, επετείους κ.λ.π.) για τον φιλοευρωπαϊσμό της και την πίστη της στην Ευρωπαϊκή ιδέα σύμφωνα με τις παρακαταθήκες του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και στο τέλος θα την «αδειάζουν» ή θα την απειλούν με κυρώσεις εάν δεν δείξει «νομιμοφροσύνη», που σημαίνει στήριξη πολιτικών αριστερών και κεντροαριστερών κομμάτων που άλλα έλεγαν πριν έρθουν στην εξουσία και άλλα κάνουν μετά; Δεν καταλαβαίνουν οι συγγενείς της ΝΔ στην Ευρωπαϊκή Κεντροδεξιά ότι έτσι ρίχνουν νερό στον μύλο του αντιευρωπαϊσμού στον χώρο της ΝΔ; Τα παραπάνω ας τα λάβουν πολύ σοβαρά υπόψη οι ιθύνοντες της ΝΔ, γνωρίζοντας ότι προέρχονται από έναν ευρωπαϊστή μέχρι το μεδούλι, πιστό στις παραπάνω αρχές και παρακαταθήκες.

Επίκουρος Καθηγητής Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Μέλος Μητρώου Πολιτικών Στελεχών και Τομέα Εξωτερικών ΝΔ

2 σκέψεις σχετικά με το “«Οικογενειακά» προβλήματα της ΝΔ με τους Ευρωπαίους συγγενείς της

  • 23/07/2018, 15:18
    Permalink

    Εκτιμώ οτι το έχουν καταλάβει στη ΝΔ και θα είναι προς όφελος τους η αποκάλυψη των δήθεν συμμάχων και εταίρων και η «ρήξη» μαζί τους. Ήδη το έκανε με Μοσκοβισί, πρέπει να συνεχίσει για να αποδοθούν και οι ευθύνες των ευρωπαίων και έτσι να ανατραπεί η ρετσινιά των γερμανοτσολιάδων. Πρέπει ο Έλληνας να πάρει τη μοίρα του στα χέρια του ξανά. Υπόψη σχετικό αρθρο μου «Οσα οι μοίρες γράψανε ουτ’ οι θεοί τ’ αλλάζουν» που δημοσιεύθηκε 3/7/18.

    Σχολιάστε
  • 24/07/2018, 17:06
    Permalink

    Δεν νομίζω ότι η καλλίτερη αντιμετώπιση αυτής της ανησυχητικής κατάστασης είναι η ρήξη με τους Ευρωπαίους εταίρους μας και τους πολιτικά «συγγενείς» της ΝΔ. Είμαι αντίθετος σε αυτό. Όμως από την άλλη δεν μπορεί η ΝΔ να ανέχεται τέτοιες καταστάσεις. Ορθά επισημαίνετε ότι η αντίδραση του Αρχηγού της ΝΔ στις δηλώσεις Μοσκοβισί ήταν μια καλή αρχή και θα πρέπει να έχει συνέχεια όσο οι εταίροι μας παίζουν με τέτοιους όρους. Για να μιλήσω με όρους Κοτζιά, εάν μου επιτρέπεται, η πολιτική της «κότας» πρέπει να σταματήσει και αυτό πρέπει να το συνειδητοποιήσουν οι συγγενείς της ΝΔ στην ευρωπαϊκή κεντροδεξιά και κυρίως οι Γερμανοί. Νομίζω ότι ο Κ. Μητσοτάκης είναι σε αυτό τον δρόμο και πρέπει να τον στηρίξουμε.

    Σχολιάστε

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.