Οι Βορειοηπειρώτες μετά τους Βαλκανικούς πολέμους

Γράφει ο Νίκος Υφαντής   

Το αλβανικό κράτος δεν δημιουργήθηκε μετά από αγώνες του λαού του, αλλά ήταν επινόηση της Αυστροουγγαρίας και της Ιταλίας. Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα το εθνικό συναίσθημα ήταν άγνωστο στους Αλβανούς. Οι μουσουλμάνοι Αλβανοί του Βορρά ένιωθαν Τούρκοι, σε αντίθεση με τους ορθόδοξους του Νότου, κάτοικοι της ενιαίας Ηπείρου, που ένιωθαν Έλληνες.

Όταν άρχισε ο Α’ Βαλκανικός πόλεμος τον Οκτώβριο του 1912, οι Βαλκανικοί λαοί, Έλληνες, Σέρβοι, Μαυροβούνιοι, Βούλγαροι, συμμάχησαν κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε αντίθεση με τους Αλβανούς που πήραν μέρος στον πόλεμο στο πλευρό των Τούρκων.

Όταν οι Αλβανοί διαπίστωσαν ότι η Αυστροουγγαρία διέκειτο ευμενώς για ίδρυση αλβανικού κράτους, ο Ισμαήλ Κεμάλ Βλιώρα, άδραξε την ευκαιρία και στις 28 Νοεμβρίου 1912 στην Αυλώνα προχώρησε στην ανεξαρτησία της Αλβανίας.

Το αλβανικό κράτος αναγνωρίστηκε στις 7 Δεκεμβρίου 1912 από την Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη του Λονδίνου.

Την ίδια περίοδο ο ελληνικός στρατός απελευθέρωνε τα ελληνικά εδάφη το ένα μετά το άλλο: Τους Αγίους Σαράντα (24 Νοεμβρίου 1912), την Κοριτσά (7 Δεκεμβρίου 1912), τα Ιωάννινα (21 Φεβρουαρίου 1913), το Αργυρόκαστρο και την Κλεισούρα (3 Μαρτίου 1913) και στις 5 Μαρτίου το Τεπελένι.

Η Χιμάρα είχε απελευθερωθεί από εθελοντές με αρχηγό τον Χιμαριώτη Μακεδονομάχο Σπύρο Σπυρομήλιο. Οι κάτοικοι των περιοχών που απελευθερώνονταν εξεδήλωναν απερίγραπτο ενθουσιασμό προς τον απελευθερωτή ελληνικό στρατό.

Αυτή την περίοδο, 2 Μαΐου μέχρι 11 Μαΐου, ο διάδοχος Γεώργιος περιήλθε όλη την Ήπειρο. Ξεκίνησε από την Κοριτσά, πέρασε από την Κόνιτσα, την Πρεμετή, το Αργυρόκαστρο, το Δέλβινο και κατέληξε στους Αγίους Σαράντα. Απ’ όπου περνούσε χριστιανοί και μουσουλμάνοι τον περίμεναν με εκδηλώσεις αγάπης. Του επέδιδαν ψηφίσματα και υπομνήματα και παρακαλούσαν την κυβέρνηση να προχωρήσει μέχρι τον Γενούσο ποταμό, που είναι το φυσικό όριο της Ηπείρου.
Να πούμε ότι όλοι οι μουσουλμάνοι των περιοχών εμφορούνταν από τα ίδια αισθήματα προς την Ελλάδα και τους Χριστιανούς. Δεν ξεχνούσαν ότι ήταν Έλληνες που εξισλαμίστηκαν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Η πρώτη φάση του Α’ Βαλκανικού πολέμου έληξε με τη Συνθήκη της Ειρήνης του Λονδίνου στις 17 Μαΐου 1913. Σύμφωνα με τη Συνθήκη  στις τότε έξι Μεγάλες Δυνάμεις (Αγγλία, Αυστροουγγαρία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ρωσία) ανατέθηκε «η φροντίς της διαχαράξεως των συνόρων της Αλβανίας και ο διακανονισμός όλων των άλλων ζητημάτων, των αφορόντων ταύτην» (Σκενδέρης Κωνσταντίνος, ο Βορειοηπειρωτικός Αγών (1914), σ.9). Το άρθρο 5 της Συνθήκης του Λονδίνου άφηνε στις έξι Μεγάλες Δυνάμεις την τύχη των 9 νησιών του Ανατολικού Αιγαίου μέχρι την οριστική ρύθμιση των ελληνοαλβανικών συνόρων.

Προφανής ο λόγος των εμπνευστών του άρθρου. Πρόθεσή τους ήταν να χρησιμοποιηθεί ως μέσο πίεσης προς την ελληνική κυβέρνηση. Η παραχώρηση των νησιών θα γινόταν στην Ελλάδα μόνο στην περίπτωση που θα «εδέχετο άνευ αντιρρήσεων, όπως η Βόρειος Ήπειρος περιληφθεί εντός των αλβανικών συνόρων» (Καραντής Ι. Αντώνιος, Το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα από διπλωματικής σκοπιάς, σ.765).

Οι Βορειοηπειρώτες των περιοχών Αργυροκάστρου, Τεπελενίου, Πρεμετής, Δελβίνου και Χειμάρας όταν πληροφορήθηκαν τα σχέδια των Μεγ. Δυνάμεων για παραχώρησή τους στο αλβανικό κράτος, στις 5 Ιουνίου διοργάνωσαν συλλαλητήριο στο Αργυρόκαστρο. Τον Ιούνιο απέστειλαν με πληρεξούσιό τους υπόμνημα στην Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη του Λονδίνου. Με το υπόμνημα αυτό ζήτησαν την αποστολή«Ειδικής Επιτροπής» στην  Βόρειο Ήπειρο για να εξακριβώσει τον εθνολογικό χαρακτήρα του τόπου και τη θέληση των κατοίκων. (Γεώργιος Χ. Παπαδόπουλος, Το χρονικόν της δημιουργίας της Αλβανίας και του βορειοηπειρωτικού ζητήματος, πολυγραφημένο, Αθήναι 1984, σελ.6). Έκαμαν επίσης γνωστό ότι αποφάσισαν να πολεμήσουν για την ελευθερία τους.

Τον Ιούλιο του 1913 υπογράφηκε στο Λονδίνο «Πρωτόκολλον Ανεξαρτησίας και Οργανισμού της Αλβανίας». Το μόνο βήμα που απέμενε ήταν ο καθορισμός των Ελληνοαλβανικών συνόρων. Το θέμα αυτό ανατέθηκε σε Διεθνή Επιτροπή, την οποία αποτελούσαν εκπρόσωποι των Μεγάλων Δυνάμεων.

Με τον διορισμό της Διεθνούς Επιτροπής για τον καθορισμό του εθνολογικού χαρακτήρα της Βορείου Ηπείρου, οι Έλληνες της Κοριτσάς απόστειλαν στην Δ.Ε. υπόμνημα στο οποίο τόνιζαν την ελληνικότητα της περιοχής.

Η Δ.Ε. για τον χαρακτηρισμό των κατοίκων ως Ελλήνων, χρησιμοποίησε μόνο τη γλώσσα και κατάταξε στους Αλβανούς τους χρήστες του αλβανικού γλωσσικού ιδιώματος, ακόμη και μέσα στην οικογένεια. Μόνο οι αντιπρόσωποι της Αγγλίας και Γαλλίας υποστήριζαν ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη, όχι μόνο η γλώσσα, αλλά και η εκπαιδευτική και θρησκευτική άποψη των κατοίκων, καθώς και το φρόνημά τους.

Η Διεθνής Επιτροπή, με τον τρόπο αυτό, υποταγμένη στις σκοπιμότητες της Αυστροουγγαρίας και Ιταλίας, εισηγήθηκε την παραχώρηση των εδαφών της Βορείου Ηπείρου στην Αλβανία.

Η Πρεσβευτική Διάσκεψη του Λονδίνου (Αύγουστος 1913) αποφάσισε να δοθεί στην Αλβανία η παραλιακή λωρίδα μέχρι Φτελιάς, το νησί Σάσων καθώς και η Επαρχία (πρώην Καζάς) Κοριτσάς. Η ελληνική κυβέρνηση τον Οκτώβριο 1913 διαμαρτυρήθηκε έντονα για την εδαφική αυτή ρύθμιση, αλλά ματαίως.

Οι προτάσεις της Διεθνούς Επιτροπής υιοθετήθηκαν από τις Μεγάλες Δυνάμεις και στις 17 Δεκεμβρίου 1913, στη Φλωρεντία, υπογράφηκε το «Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας», σύμφωνα με το οποίο η Βόρειος Ήπειρος επιδικάστηκε στο νεοσύστατο αλβανικό κράτος.

Η απόφαση ανακοινώθηκε στην ελληνική κυβέρνηση τον Ιανουάριο 1914. Σ’ αυτή την ανακοίνωση προς την ελληνική κυβέρνηση αποκαλύφτηκε ο εκβιασμός. Στο άρθρο 5 αναφέρεται ότι «η οριστική παραχώρησις των νήσων, ας αι εξ Δυνάμεις απεφάσισαν να επαφήσωσιν εις την κατοχήν της, δεν θα καταστή πραγματική, ει μη όταν τα ελληνικά στρατεύματα εκκενώσωσι τα τη Αλβανία παραχωρηθέντα εδάφη, δυνάμει του της Φλωρεντίας Πρωτοκόλλου της 17ης Δεκεμβρίου 1913, όπερ συνάπτεται ώδε, ως και την νήσον Σάσωνα, και όταν η ελληνική κυβέρνηση ρητώς υποσχεθή, ότι ουδεμίαν θα αντιτάξη αντίστασιν, ότι δεν θα υποστηρίξη ή θα ενθαρρύνη αμέσως ή εμμέσως ουδενός είδους αντίστασιν κατά του υπό των εξ Δυνάμεων καθιερωθέντος εν τη μεσημβρινή Αλβανία καθεστώτος» (Λαζάρου Αχιλλέα, Χρονικό του Βορειοηπειρωτικού ζητήματος, Αθήνα, σελ. 211).

Οι Βορειοηπειρώτες, όταν πληροφορήθηκαν όσα διαδραματίζονταν εις βάρος τους, οργανώνονταν σε Επιτροπές Εθνικής Άμυνας. Στόχος των Επιτροπών αυτών ήταν η στρατολόγηση εθελοντών και η ένταξή τους σε ιερούς λόχους, όπως και η εξεύρεση οικονομικών πόρων για την διεξαγωγή ένοπλου αγώνα.

Οι Χιμαριώτες διαμαρτυρήθηκαν και απέστειλαν επιστολή στους υπουργούς των Εξωτερικών των Μεγ. Δυνάμεων (24 Νοεμβρίου 1913) με την απόφασή τους να αγωνιστούν για την ελευθερία τους: «Θα φονευθώμεν πάντες, αλλ’ η Χειμάρα ενωθείσα μετά της Ελλάδος δεν θα λεχθή ότι υποδουλώθη εις Αλβανούς» (Δρίνος Γ.Α., Χρονικό του Βορειοηπειρωτικού αγώνος, Αθήναις 1966, σ. 67-72).

Πηγή: Πρωινός Λόγος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.