Οι τρεις Τουρκίες

Γράφει ο Γιάννης Χαραλαμπίδης, Φιλόλογος – Ιστορικός

Λένε πολλοί πως χθες βράδυ έκλεισε ο ιστορικός κύκλος της Τουρκίας, όπως αυτή συγκροτήθηκε από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας το 1923 και μετά. Με περισσότερη ακρίβεια θα λέγαμε πως χθες ολοκληρώθηκε τυπικά η περίοδος αποδόμησης της κεμαλικής Τουρκίας, αυτής που αναίρεσε το οθωμανικό αυτοκρατορικό παρελθόν, για να επιχειρήσει να πετύχει εκεί που απέτυχαν οι οθωμανικές ελίτ επί τρεις αιώνες· στη συγκρότηση ενός νεωτερικού εθνικού κράτους. Κατάφερε να προσεγγίσει σε σημαντικό βαθμό αυτό τον στόχο, όχι χωρίς να θυσιάσει πολλά, τόσο από την οθωμανική ταυτότητα, όσο κι από τα χαρακτηριστικά της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η Τουρκία του 20ου αιώνα έπαψε να είναι το δυναστικό κράτος του παρελθόντος χωρίς να καταφέρει ποτέ να γίνει ένα κανονικό δημοκρατικό κράτος. Αντίθετα, προϊόντος του χρόνου άρχισε να εμφανίζει όλο και εντονότερα σημάδια αυταρχισμού με βασικό εργαλείο τον εμφανή κι αφανή ρόλο του μεγάλου κοσμικού μοχλού, του στρατού της.

Η τουρκική κοινωνία διακρίνεται για τις βαθιές κοινωνικές, εθνοτικές, θρησκευτικές και ταξικές τομές της, τομές που υπήρχαν πάντα και σε μεγάλο βαθμό νοηματοδοτούν όλη την πολιτική της εξέλιξη από το γκρέμισμα του Διβανίου και μετά. Το φαινόμενο της αυστηρής γεωγραφικής διαφοροποίησης της ψήφου δεν είναι καινούργιο, έχει εμφανιστεί συχνά τα προηγούμενα χρόνια και σε βουλευτικές εκλογές ακόμα. Αυτό που διαφοροποίησε το χθεσινό αποτέλεσμα ήταν το διακύβευμα. Οι πολίτες έπρεπε να επιλέξουν ανάμεσα στην grosso modo διατήρηση του κεμαλικού ρεπουμπλικανικού συστήματος διακυβέρνησης και την υιοθέτηση ενός ριζικά διαφορετικού, υβριδικού προεδρικού, όπου ο εκάστοτε πρόεδρος θα έχει στα χέρια του ουσιαστικά και την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία, με εξαιρετικά ισχυρές παράπλευρες εξουσίες.

Αυτό, σε συνδυασμό με την πολιτική φυσιογνωμία και ισχύ του Ρ.Τ.Ερντογάν(sic), την εμπέδωση αναθεωρητικών νεο-οθωμανικών πολιτικών βλέψεων στον περίγυρο και την ανάδυση μιας νέας άκρως ριζοσπαστικής και ολοκληρωτικής ιδεολογίας σε συγκεκριμένα κοινωνικά υποσύνολα (που στηρίζουν φανατικά το κυρίαρχο κόμμα), οδηγεί εύλογα στη βεβαιότητα για πλήρη αλλαγή της φυσιογνωμίας της τουρκικής πολιτείας -ή επικύρωση μιας ήδη βαθμηδόν συντελεσμένης αλλαγής. Δηλαδή, ενώ η κεμαλική Τουρκία δεν υπήρξε ποτέ μια φιλελεύθερη δημοκρατία, παρά μια χώρα με βαθιές παθογένειες, σήμερα μιλάμε για εξαφάνιση ακόμα και των σχετικά αντίρροπων πόλων ισχύος. Οποιαδήποτε συζήτηση ή εκτίμηση για το αν η εξέλιξη αυτή είναι θετική ή αρνητική για τα ελληνικά συμφέροντα στερείται σοβαρής βάσεως, πολύ απλά γιατί κανείς δεν ξέρει πώς θα πορευτεί από δω κι εξής η γειτονική χώρα. Η μαρτυρία της ως τώρα πολιτείας του Ερντογάν δεν αρκεί, καθώς αφενός ο ίδιος περνά πλέον σε άλλη φάση, αφετέρου η τουρκική κοινωνία έχει μπει σε φάση μεγάλων αναταράξεων, που δεν θα κλείσει με το χθεσινό αποτέλεσμα, αντίθετα θα ενταθεί.

Κάθε χάρτης με τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος μας στέλνει ένα κυρίαρχο μήνυμα: υπάρχουν τρεις Τουρκίες μέσα στα σύνορα της Türkiye Cumhuriyeti. Ξεκινώντας από την Ανατολή προς τη Δύση, η πρώτη που συναντάμε στα νοτιοανατολικά είναι η Τουρκία των Κούρδων. Βρίσκεται εδώ και δεκαετίες σε μια ειδική, ημιπολεμική κατάσταση, με στρατιωτικό νόμο, απαγορεύσεις, καταπατήσεις δικαιωμάτων, κάθε λογής περιορισμούς και διαχωρισμούς. Πίστεψε αρχικά ότι χάρη στον Ερντογάν αυτά θα άλλαζαν, ότι διαγραφόταν ένα καλύτερο και πιο ελεύθερο μέλλον, για να διαψευστεί οικτρά στη συνέχεια. Την ίδια ώρα που βλέπει τον στρατό να κάνει εκκαθαριστικές επιχειρήσεις ακόμα και μέσα σε πόλεις και τον πολιτικό της ηγέτη να κλείνεται στη φυλακή, δίπλα ακριβώς οι ομοεθνείς του Ιράκ έχουν στήσει το δικό τους ημιεπίσημο κράτος και οι ομοεθνείς της Συρίας κάνουν απελευθερωτικό πόλεμο, έχοντας δημιουργήσει μια αυτόνομη ουσιαστικά επικράτεια. Τι μέλλον έχει αυτή η συμβίωση; Η Τουρκία απέτυχε να σβήσει ο μεγάλος κουρδικός θύλακας της Συρίας και να ακυρωθεί η προοπτική ενός κουρδικού κράτους στο Ιράκ. Δεν θα καταφέρνει να καταπνίγει με τη βία στο διηνεκές την κουρδική υπόθεση, κι αν το κάνει θα συνεχίσει να έχει μια χαίνουσα πληγή, που θα πονά όλο και πιο πολύ.

Η δεύτερη είναι η Τουρκία που νίκησε χθες. Είναι η Τουρκία της περιφέρειας, της Ανατολίας, της υπανάπτυξης, αυτή που κυρίως βγήκε από την αφάνεια στα χρόνια των ισλαμιστών, αυτή που βλέπει την κοινωνική της ιδεολογία και την αισθητική της να γίνονται κυρίαρχο ρεύμα στο κράτος. Αυτοί οι πολίτες είναι η ραχοκοκκαλιά των υποστηρικτών του Ερντογάν, οι άνθρωποι του χωριού και των φτωχών συνοικιών των πόλεων. Αυτοί που έμεναν στο περιθώριο της αστικοποίησης και της ανάπτυξης του κεμαλισμού, που το μόνο τους όνειρο ήταν μια σταδιοδρομία στον στρατό ή τη χωροφυλακή και η μόνη τους ελπίδα το σκύψιμο του κεφαλιού στον πιο πρόσφορο τοπικό πάτρωνα. Αυτή η Τουρκία βγήκε από το σπίτι στον δρόμο και σκοπεύει να μείνει εκεί, το πεζοδρόμιο και η ωμή επίδειξη της μαζικότητάς της είναι ο βασικός μοχλός της κυριαρχίας της. Δεν φτάνει από μόνη της για να εξασφαλίζει την πολιτική κυριαρχία του ηγέτη της, ωστόσο. Κι αν η ίδια δεν το καταλαβαίνει, ο Ερντογάν το γνωρίζει καλά πως χωρίς αυτούς τους ψηφοφόρους δεν θα ήταν τίποτα, αλλά κι ότι από μόνοι τους δε φτάνουν για να διασφαλίζουν την κυριαρχία του και την ευημερία της χώρας.

Τρίτη και πιο τραγική είναι η Τουρκία των παραλίων, των μεγάλων πόλεων και της εξωστρέφειας. Η δυτικόστροφη και κοσμική Τουρκία της ρεπουμπλικανικής παράδοσης, αυτή που ως πρόσφατα έβλεπε με σηκωμένο το φρύδι τους επαρχιώτες. Αυτή είναι ο πιεσμένος και ηττημένος παίκτης στο μεγάλο εσωτερικό παιχνίδι. Κρατά στο χέρι της την παραγωγική μηχανή της χώρας, βλέπει τις ελευθερίες της να περιορίζονται, τις δουλειές της να κινδυνεύουν και την απόστασή της με τη Δύση να μεγαλώνει διαρκώς. Φοβάται ότι θα καταδικαστεί να ζει φυλακισμένη μέσα σε ένα εχθρικό κι ανελεύθερο κράτος, χωρίς συμμάχους, γλυστρώντας ολοένα και περισσότερο σε μια θρησκόληπτη και αυταρχική κατάσταση χωρίς ελπίδα για διέξοδο ή δυνατότητα να κάνει κάτι. Είναι ο χθεσινός κυρίαρχος που σήμερα είναι με την πλάτη στον τοίχο και νοιώθει να του τελειώνει το οξυγόνο.

Η Τουρκία της οργής, του θριάμβου, του φόβου. Κι όλα αυτά με γεωγραφική κατανομή, ταξικές αντιθέσεις και εξωτερικούς παράγοντες που ενισχύουν τις φυγόκεντρες τάσεις. Είναι ξεκάθαρα άκαιρο και υπερβολικό να ισχυριστεί οποιοσδήποτε ότι υπάρχουν προοπτικές διαμελισμού της χώρας. Αυτό που είναι, όμως, δόκιμο και χρήσιμο να ειπωθεί σήμερα, είναι ότι οι αναταράξεις δεν σταμάτησαν χτες βράδυ με αυτό το αποτέλεσμα. Αντίθετα, οι Τούρκοι έκλεισαν τον εισαγωγικό κύκλο αυτού του νέου κεφαλαίου στον εθνικό τους βίο και εισέρχονται σε μια ναρκοθετημένη ζώνη, όπου κάθε ένα από τα μεγάλα κομμάτια του τουρκικού λαού θα συνεχίσει να απομακρύνεται από τα υπόλοιπα και η περιδίνιση θα ενταθεί. Η συμβίωση θα καθίσταται καθημερινά δυσχερέστερη και οι κλυδωνισμοί δεν θα γίνουν ηπιότεροι, το αντίθετο. Ο Ερντογάν εδώ και πάνω από ένα χρόνο υφίσταται ήττες σε όλα τα εξωτερικά μέτωπα και η μόνη του νίκη υπήρξε το βίαιο ποδοπάτημα πάνω σε όσους πολίτες δεν τον στηρίζουν. Αυτά έχουν ως αποτέλεσμα η πολιτική του δύναμη να μικραίνει, το αποτέλεσμα το δείχνει, αφού έπειτα από καιρό έχασε την Κωνσταντινούπολη και την Άγκυρα, ξεκάθαρο σημάδι ότι υπολογίσιμο μέρος της μικροαστικής τάξης απομακρύνεται από τον πολιτικό ισλαμισμό. Τα πράγματα δεν θα γίνουν καλύτερα γι’ αυτόν, εκτός κι αν χαλαρώσει την πίεσή του απέναντι στα δύο εσωτερικά μέτωπα, κάτι λίαν αμφίβολο γιατί τότε θα αρχίσουν να φυλλορροούν όσοι είναι σήμερα στο πλευρό του για χάρη όσων έχουν ήδη απομακρυνθεί ή τον εχθρεύονται ανοιχτά. Σε όλο αυτό το σκηνικό έχει ελάχιστη σημασία ποια θέση παίρνουμε εμείς ή ποιον προτιμάμε ως συνομιλητή μας στην Τουρκία. Αυτό που έχει σημασία είναι να έχουμε όσο γίνεται πιο ξεκάθαρη εικόνα για το τι συμβαίνει και να είμαστε αποφασιστικά έτοιμοι να εκμεταλλευτούμε ευκαιρίες και να αποσοβήσουμε κινδύνους. Είμαστε;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.