Οι ρίζες της καταλανικής κρίσης για την ανεξαρτησία

Ποια πρέπει να είναι τα επόμενα βήματα της Μαδρίτης

Μετά από μια μυστική, μερικώς μποϊκοταρισμένη ψηφοφορία την Παρασκευή, το Καταλανικό Κοινοβούλιο κήρυξε την ανεξαρτησία από την Ισπανία [1]. Λόγω της δικής του συντριπτικής ψήφου, ως απάντηση η ισπανική κυβέρνηση ασκεί τώρα άμεση κυριαρχία στην Καταλονία [2] και θα θέσει σε αναστολή τις δυνάμεις ασφαλείας της Καταλονίας, διακόπτοντας τους θεσμούς αυτοδιοίκησης της περιοχής για πρώτη φορά την ιστορία της χώρας ως δημοκρατία. Η δήμαρχος της Βαρκελώνης, Ada Colau, μπορεί να έχει δώσει την πιο ενδεδειγμένη περίληψη [3] των εξελίξεων της Παρασκευής, λέγοντας ότι η Μαδρίτη έχει ξεκινήσει ένα «πραξικόπημα ενάντια στην δημοκρατία» ως απάντηση στην «εφόρμηση καμικάζι» των υπέρ της απόσχισης κομμάτων προς μια ανεξάρτητη καταλανική δημοκρατία που στερείται της υποστήριξης της πλειοψηφίας.

Από την υπογραφή της διακήρυξης ανεξαρτησίας του Puigdemont στις 10 Οκτωβρίου, η Μαδρίτη χειρίστηκε με επιδέξιο τρόπο αυτή την πολιτική κρίση [2] θέτοντας τον Καταλανό ηγέτη σε μια καθόλου ζηλευτή θέση είτε να υποχωρήσει από την ανεξαρτησία είτε να κλιμακώσει απέναντι στην απειλή του Ισπανού πρωθυπουργού, Mariano Rajoy, να επιβάλει άμεση κυριαρχία. Η άμεση κυριαρχία της Ισπανίας συνεπάγεται επιστροφή στον καταναγκασμό, μια εξέλιξη που, αν και συνταγματικά δικαιολογημένη, θα μπορούσε να διακινδυνεύσει μια περαιτέρω διάβρωση της νομιμοποίησης [4] της κεντρικής κυβέρνησης για τουλάχιστον ορισμένους Καταλανούς. Όταν ερωτήθηκαν τον Ιούλιο [5], περίπου το 41% των Καταλανών ευνόησε την ανεξαρτησία και το 49% αντιτάχθηκε. Μέχρι τουλάχιστον την 1η Οκτωβρίου, η Μαδρίτη είχε ένα άνετο περιθώριο στήριξης.

Δεν είναι σαφές εάν αυτό έχει αλλάξει. Καθώς αναπτύσσουν την απάντησή τους στην καταλανική διακήρυξη, οι Ισπανοί νομοθέτες θα ήταν σοφό να εξετάσουν την προέλευση των αποσχιστικών κινημάτων. Για να κατανοηθεί το είδος της αύξησης της δημοτικότητας που έχουν καταφέρει οι Καταλανοί αυτονομιστές τα τελευταία χρόνια, είναι χρήσιμο να δούμε τα συγγράμματα του πολιτικού επιστήμονα και ιστορικού Benedict Anderson. Ο Άντερσον υποστήριξε ότι τα σύγχρονα κινήματα αυτοδιάθεσης μιμήθηκαν τα παλαιότερα εθνικιστικά κινήματα στην Ευρώπη και την Αμερική, όταν κεφαλαιοποίησαν την εθνική ταυτότητα ως κυρίαρχη πολιτική δύναμη μέσα στις «φαντασιακές κοινότητες» τις οποίες συγκρότησαν. Κατά την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, οι δημοκρατικές κυβερνήσεις κατέληξαν να είναι το πρωταρχικό διεθνές πρότυπο διακυβέρνησης -ενσωματωμένο σε πολλά από τα ιδρυτικά έγγραφα και τις [αντίστοιχες] διαδικασίες των Ηνωμένων Εθνών. Πολλά αποικιοκρατικά και μεταψυχροπολεμικά αυτονομιστικά κινήματα καινοτόμησαν περαιτέρω εξαρτώντας τα επιχειρήματά τους σε αυτές τις ιδέες εκπροσώπησης, επιπλέον των εννοιών του έθνους.

Στην ρίζα οποιασδήποτε αποσχιστικής προσπάθειας που κερδίζει αυτό το είδος ελκυστικότητας είναι ένα θεμελιώδες επιχείρημα, ότι η κεντρική κυβέρνηση δεν διοχετεύει την δημόσια βούληση ή δεν επιτρέπει την ορθή και έγκαιρη αντιμετώπιση των παραπόνων. Δηλαδή, τα αποσχιστικά κινήματα βασίζονται σε αντιληπτές κρίσεις εκπροσώπησης και προσπαθούν να οικοδομήσουν τις εθνικές τους αιτίες σε αυτές τις κρίσεις. Ετούτη η περίπτωση δεν είναι διαφορετική. Οι Καταλανοί αυτονομιστές έχουν οικοδομήσει ένα επιχείρημα που έχει πείσει μια μεγάλη μειοψηφία ότι θα είναι καλύτερα να είναι μόνοι τους, παρά τις δυσκολίες που είναι εγγενείς στην απόσχιση από την Ισπανία.

Η Καταλονία είναι μια αυτόνομη περιοχή με εξίσου βαθιές ρίζες ως τμήμα του ισπανικού κράτους. Σε αντίθεση με τα αποικιακά θέματα, οι Καταλανοί είχαν τα ίδια δικαιώματα και τα ίδια επίπεδα κατοχύρωσης με τους άλλους Ισπανούς (κι ακόμη περισσότερο, υπό αυτονομία). Οι Καταλανοί είναι Ισπανοί και, αν οι δημοσκοπήσεις πριν από το δημοψήφισμα αντανακλούν ακόμα αυτήν την πραγματικότητα, οι περισσότεροι θα εξακολουθήσουν να θεωρούν τους εαυτούς τους πρωτίστως Ισπανούς. Με έναν εθνικό αυτοπροσδιορισμό τόσο παλιό όσο αυτόν της Καταλονίας, με την δική της γλώσσα και τον πολιτισμό της, μπορεί να υπάρχει πάντα κάποια ομάδα που αγωνίζεται για ανεξαρτησία, ανεξάρτητα από το πόσο καλή είναι η ποιότητα ζωής για τους πολίτες της. Το βασικό καθήκον μιας κυβέρνησης που αντιμετωπίζει ένα τέτοιο κίνημα είναι να καταστήσει τον προσηλυτισμό όσο το δυνατόν πιο δύσκολο. Αυτό μπορεί γενικά να γίνει με δύο τρόπους. Ο πρώτος είναι μέσω μέτρων τιμωρίας. Το να απομακρυνθεί πρακτικά η αυτονομιστική ηγεσία από την εξουσία και να αντικατασταθούν τα θεσμικά της όργανα, είναι συνταγματικά δικαιώματα της ισπανικής κυβέρνησης. Το ίδιο είναι και η άλλη τακτική που χρησιμοποίησε η Μαδρίτη -για παράδειγμα, το διάταγμα της ισπανικής κυβέρνησης [6] για να διευκολύνει τις επιχειρήσεις να εγκαταλείψουν την Καταλονία, απειλώντας έτσι την οικονομία της περιοχής. Ωστόσο, με ένα –πλέον αβέβαιο- περιθώριο που ευνοεί την ισπανική ενότητα, η υπερβολική εξάρτηση από την επιβολή ή τον τιμωρητικό εξαναγκασμό μπορεί να ενέχει τον κίνδυνο δημιουργίας νέων προσήλυτων.

Εξετάζοντας την παρούσα κατάσταση, η απομάκρυνση της ηγεσίας ενός αυτονομιστικού κινήματος τόσο βαθιά ριζωμένου όσο της Καταλονίας, θα αποτελούσε πιθανώς μόνο προσωρινή αναστολή. Η κρίση της εκπροσώπησης θα παραμείνει και το κίνημα εθνικής ταυτότητας θα επιμείνει. Επομένως, η δεύτερη επιλογή για τη Μαδρίτη είναι να απομακρυνθεί από το μαστίγιο και [να προσεγγίσει] το καρότο, με την επέκταση των ωφελημάτων που δεν θα αντισταθμιστούν από μια ανεξάρτητη καταλανική κυβέρνηση και με την παροχή σαφέστερων διαύλων για την αντιμετώπιση των παραπόνων και την επίλυση κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων. Αυτή ήταν η επιτυχημένη προσέγγιση της ισπανικής κυβέρνησης μέχρι την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου το 2010 να ανατρέψει την επέκταση του Καθεστώτος της Αυτονομίας της Καταλονίας το 2006, η οποία αναφερόταν στην Καταλονία ως «έθνος» και επεξέτεινε ορισμένα προνόμια -ιδίως φορολογικές αρμοδιότητες και δικαστική ανεξαρτησία. Το ψήφισμα αυτό εγκρίθηκε τόσο από το δημοψήφισμα των Καταλανών όσο και από την ισπανική κοινοβουλευτική ψηφοφορία, και η ανατροπή του ήταν ένα δώρο για τους εθνικιστές, που αναζητούσαν ένα ελκυστικό επιχείρημα ότι οι Καταλανοί είναι συλλογικά στερημένοι ως τμήμα του ισπανικού κράτους.

Καθώς η ισπανική κυβέρνηση προχωρά με την επιβολή της άμεσης, πιο απομακρυσμένης κυριαρχίας και της αναγκαστικής αποδυνάμωσης ενός τοπικού, δημοκρατικού θεσμού, βαδίζει σε μια πολύ λεπτή γραμμή. Η Μαδρίτη χρειάζεται το κύριο επιχείρημα κατά της απόσχισης να συνεχίσει να είναι αυτό που ήταν πιο δημοφιλές μεταξύ των υπέρ της ενότητας και των ουδέτερων Καταλανών στα τελευταία χρόνια: Είναι κακή ιδέα λόγω των οικονομικών προβλημάτων, λόγω των δυσκολιών οικοδόμησης κράτους, και επειδή η ευημερία της καταλανικής περιφέρειας ήταν σχετικά καλή σε σύγκριση με παρόμοιες περιφέρειες σε άλλες χώρες και με την δυνητικά δύσκολη μετάβαση σε μια ανεξάρτητη Καταλονία. Αν και αυτό το επιχείρημα δεν έχει ούτε και πρόκειται να πείσει κανέναν να μην αυτοπροσδιοριστεί ως Καταλανός, έχει ήδη και μπορεί να τους πείσει ότι είναι σεβαστοί ως αναπόσπαστο κομμάτι της ισπανικής κοινωνίας. Η ισπανική κυβέρνηση θα είχε πιθανώς κερδίσει αυτό το επιχείρημα σε μια οποιαδήποτε δημοκρατικά ανταγωνιστική συζήτηση πριν από την 1η Οκτωβρίου.

Η Μαδρίτη πρέπει να προσπαθήσει να αποφύγει να δημιουργήσει την αντίληψη ότι η εξ ορισμού απάντησή της σε μια δημοκρατική έκφραση που δεν της αρέσει (αντισυνταγματική ή μη) είναι να ανασταλεί η τοπική κυβέρνηση, να αγνοηθεί η δημόσια βούληση και να επιβληθεί πιο απομακρυσμένη εξουσία. Αυτό ήταν το πικρό επιχείρημα που διατύπωσαν οι αυτονομιστές το 2010 και η πιθανή ρίζα [7] της τρέχουσας κρίσης. Εάν η Ισπανία πρόκειται να απεικονίσει με επιτυχία την αναστολή της περιφερειακής κυβέρνησης της Καταλονίας ως κάτι που εξυπηρετεί την ισπανική δημοκρατία, πρέπει να εφαρμοστεί ελαφρά και να διορθωθεί γρήγορα. Η πίεση του Rajoy για ταχείες και διαφανείς εκλογές, ανοιχτές σε όλους τους υποψήφιους αξιωματούχους, αποτελεί πιθανώς την τελευταία καλύτερη διέξοδο από αυτή την κρίση χωρίς βία. Θα προσφέρει επίσης έναν λαϊκό έλεγχο στην συμπεριφορά των ισπανικών δυνάμεων στο μεταξύ. Οι Ισπανοί αξιωματούχοι γνωρίζουν καλά ότι οι περιφερειακοί σύμμαχοί τους θα τιμωρηθούν στις εκλογές στις 21 Δεκεμβρίου για αδεξιότητα καθώς η Μαδρίτη προχωράει με την εφαρμογή του άρθρου 155, το οποίο παρέχει στην κεντρική κυβέρνηση το δικαίωμα να επιβάλει τον άμεση κυριαρχία με τον τρόπο που το έχει κάνει. Εάν τα υπέρ της ανεξαρτησίας κόμματα κερδίσουν το επιχείρημα, αυτό επίσης θα φανεί και στις εκλογές.

Οι περισσότεροι Καταλανοί ευνοούν την περιφερειακή αυτονομία, γεγονός που καθιστά την άμεση κυριαρχία της Μαδρίτης ένα πολύ πικρό χάπι για να το καταπιούν. Οι πρόσφατες ενέργειες της Μαδρίτης ακολούθησαν μια μονομερή διακήρυξη ανεξαρτησίας βασισμένη σε ένα ειρηνικά διεξαγόμενο αλλά ελαττωματικό δημοψήφισμα, το οποίο δεν μπορεί να θεωρηθεί ρεαλιστικά ως μια ακριβής αντανάκλαση της θέλησης όλων των Καταλανών. Η Μαδρίτη αντιμετώπισε το δημοψήφισμα με βία και η κρίση της εκπροσώπησης έφτασε πλέον σε σημείο βρασμού. Η τοποθέτηση αυτής της κατάστασης πάλι στα χέρια των Καταλανών ψηφοφόρων, όλων τους, είναι ίσως η μόνη εφικτή λύση που θα μπορούσε να αρχίσει να αντιμετωπίζει την ρίζα αυτής της κρίσης και να ελέγχει τις απερίσκεπτες εξάρσεις όλων των πλευρών.

Του R. Joseph Huddleston

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/spain/2017-10-30/roots-catalan-i…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/spain/2017-10-03/spains-flawed-r…
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/2017-10-16/catalan-indepe…
[3] https://www.theguardian.com/world/2017/oct/27/catalan-declaration-greete…
[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/western-europe/2017-10-06/how-ma…
[5] https://elpais.com/elpais/2017/07/21/inenglish/1500633835_182589.html
[6] https://www.reuters.com/article/us-spain-politics-catalonia-business/spa…
[7] https://www.foreignaffairs.com/articles/spain/2017-10-18/brief-history-c…

ΠΗΓΗ: FOREIGNAFFAIRS.GR

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *