Οι επαναστάσεις που ΔΕΝ κάναμε!

Γράφει ο Κώστας Κάπος, Μηχανολόγος-Ενεργειακός Μηχανικός Σύμβουλος Αρχιτεκτονικού Φωτισμού

Σύντροφοι, ΜΟΝΟ αν έχετε διάθεση διαβάστε το αυτό, επειδή είναι μια περσινή (μάλλον μακροσκελής) ομιλία μου σε κάποια ανοιχτή εκδήλωση ενός κλαμπ κυρίων στο οποίο είμαι μέλος. Το αφήνω απλά εδώ, σαν αντίστιξη στα πολλά ηρωικά που θα ακούσουμε τους επόμενους 13 μήνες….


Στις 8 Οκτωβρίου του 1838, στον Ιερό Βράχο της Πνύκας, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αφήνει την παρακαταθήκη του στους μαθητές του Βασιλικού Γυμνασίου Αθηνών, νυν Α’ Προτύπου Γενναδείου Πειραματικού Λυκείου Αθηνών (ή Πρώτου της Πλάκας, όπως το ξέρουν οι περισσότεροι), πρώτος διευθυντής του οποίου υπήρξε ο μέγας Γεώργιος Γεννάδιος και από το οποίο ο ομιλών είχε την καλή τύχη να αποφοιτήσει πριν από 41 χρόνια. Φαντάζομαι πως όλοι μας έχουμε κάποια στιγμή της ζωής μας διαβάσει αυτή την ομιλία, επιθυμώ όμως να σταθώ στον επίλογό της, όπου ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αναφέρει τα παρακάτω:

«Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ’ ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε»

Η νύχτα του θανάτου παρήλθε λοιπόν, τόσο για τους αγωνιστές του ’21, όσο και γι αυτούς των Βαλκανικών πολέμων, ενώ σιγά-σιγά οι αγωνιστές της Πίνδου περνάνε κι αυτοί στην αιωνιότητα, δικαιώνοντας με τη στάση και τους αγώνες τους την Πολεμική Αρετή των Ελλήνων. Όλοι αυτοί ξεκίνησαν, επέκτειναν και διατήρησαν μια διαρκή Εθνική Επανάσταση για τη δημιουργία μιας Ελλάδας όπως την ξέρουμε σήμερα, αλλά τα λόγια του Γέρου του Μωριά δεν αναφέρονται μόνο σε εκείνη την ιστορική περίοδο, αλλά πρέπει να αποτελούν μια διαχρονική παρακαταθήκη για όλους μας.

Κι έτσι, φτάνουμε στο ιστορικό σημείο όπου πρέπει να αναλογιστούμε όλες εκείνες τις Επαναστάσεις που δεν κάναμε ή δεν ολοκληρώσαμε ακόμα.

Τις επαναστάσεις που έπρεπε ήδη να έχουν ακολουθήσει αυτή της παλιγεννεσίας των Ελλήνων, προκειμένου να έχουμε μια Πατρίδα που να μας αξίζει και να της αξίζουμε. Τις επαναστάσεις που έσβησαν με τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια και τις διαδοχικές διχόνοιες που βασάνισαν το νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος. Τις Επαναστάσεις της Σοφίας και του Κάλλους, μετά την Επανάσταση της Ισχύος που έκαναν οι πρόγονοί μας.

Επιτρέψτε μου λοιπόν, να εξετάσουμε επί τροχάδην τις παρούσες γεωπολιτικές και κοινωνικές συγκυρίες, στον ωκεανό των οποίων αρμενίζει το καράβι της πατρίδας μας.

Ζούμε σε μια περίοδο ιδιαίτερα αυξημένης κοινωνικής αστάθειας, όπου οι σύγχρονες τεχνολογίες, ιδέες και κοινωνικές τάσεις αναπτύσσονται με ρυθμούς που ο μέσος άνθρωπος αδυνατεί πλέον να παρακολουθήσει. Η αναπόφευκτη και προερχόμενη από τις καταναλωτικές συνήθειες του Δυτικού πολίτη, παγκοσμιοποίηση εξαφανίζει σταδιακά, μαζί με τα εθνικά σύνορα και τα σύνορα των ηθών, εθίμων, θρησκειών και πολιτισμού που διατηρούσε κάθε χώρα μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες και της προσέδιδαν την ταυτότητα και τη διαφορετικότητά της. Είναι μια σχεδόν βίαιη ανάμιξη πληθυσμών και πολιτισμών, που καμιά σχέση δεν έχει με τον Οικουμενισμό της Ελληνιστικής περιόδου.

Ο μέσος δυτικός πολίτης (και όχι μόνο ο Έλληνας) βρίσκεται αντιμέτωπος με μια γιγαντούμενη Κοινωνία της Πληροφορίας, όπου δισεκατομμύρια ψήγματα γνώσης και πληροφόρησης ξέφυγαν από τα σκονισμένα ράφια των βιβλιοθηκών και τα σκόρπια φύλλα των εφημερίδων και ξεχύθηκαν στο Διαδίκτυο, προσβάσιμα από τον καθένα μας.

Μαζί όμως με την αντικειμενική πληροφόρηση, δημιουργήθηκε ένα παλιρροϊκό κύμα άχρηστης, επικίνδυνης και ψευδούς πληροφορίας που μας κατέλαβε απροετοίμαστους και ανίκανους να το φιλτράρουμε και να το απορρίψουμε. Ο Εφιάλτης της μαύρης προπαγάνδας του αλήστου μνήμης Γκέμπελς επέστρεψε, χιλιάδες φορές μεγαλύτερος και απειλεί ευθέως τον Ορθό Λόγο, τη Λογική, τη Μετριοπάθεια και τη Γνώση, με ένα καταιγισμό ψευδούς πληροφόρησης, φθηνού λαϊκισμού και τυφλού φανατισμού. (παραλείπονται 2 παράγραφοι, μην είστε περίεργοι)

Από την άλλη, η ανεξέλεγκτη αύξηση του πληθυσμού της Γης, η υποβάθμιση του περιβάλλοντος, οι επιπτώσεις της υπερθέρμανσης του πλανήτη μας που μόλις τώρα έχουν αρχίσει να γίνονται αντιληπτές, δημιουργούν όλο και περισσότερα μέτωπα που μας απομυζούν από ενέργεια και ικανότητα κοινωνικής οργάνωσης για να αντιμετωπίσουμε τα διογκούμενα κοινωνικά προβλήματα.

Οι περιφερειακές συρράξεις, ο θρησκευτικός φανατισμός και η ασύλληπτη, για τον δυτικό πολίτη, φτώχεια που μαστίζουν μεγάλες περιοχές του πλανήτη μας, καθώς και τα διαρκώς μειούμενα αποθέματα πόσιμου νερού σε πολλές χώρες θα εξακολουθήσουν να αυξάνονται ως προβλήματα, δημιουργώντας αφόρητες κοινωνικές εντάσεις από μαζικές μεταναστεύσεις πληθυσμών προς τις πιο εύπορες και αναπτυγμένες χώρες, των οποίων οι πολίτες αντιδρούν πολλές φορές σπασμωδικά, απέναντι σε αυτούς τους φτωχοδιάβολους που τους έχουν περικυκλώσει, όλο και πιο απειλητικά, όσο το χάσμα των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων διευρύνεται.

Ένας ολόκληρος πλανήτης σε μια ανεξέλεγκτη περιδίνηση που απειλεί τις οργανωμένες του Κοινωνίες, με απρόβλεπτες συνέπειες για εμάς και τα παιδιά μας, στο κοντινό μας μέλλον.

Η Ελλάδα μας πληθυσμιακά αποτελεί μόνο το 0,13% του παγκόσμιου πληθυσμού και το ποσοστό αυτό μειώνεται διαρκώς, ενώ η ηλικιακή κατανομή δείχνει καθαρά ότι το Έθνος μας είναι ένα γερασμένο έθνος.

Πόση διεθνή επιρροή, δύναμη και κύρος μπορεί να έχει μια τόσο μικρή χώρα; Αν δεν υπήρχε ο αρχαίος Πολιτισμός και η Ιστορία μας που υπήρξαν τα θεμέλια της Δυτικής Σκέψης και που προκαλούν το σεβασμό των αναπτυγμένων Εθνών, ίσως να είχαμε ήδη καταλήξει προτεκτοράτο μιας μεγαλύτερης περιφερειακής δύναμης της περιοχής μας. Ίσως, δηλαδή, να είχαμε επανέλθει σε μια κατάσταση που θα αναιρούσε de facto όλους τους αγώνες και το αίμα που έδωσαν οι πρόγονοί μας για να απολαμβάνουμε τη ζωή μας σε μια ανεξάρτητη, αναπτυγμένη χώρα. Τότε, τι σημασία θα είχε ένας εθνικός εορτασμός σαν αυτό που κάνουμε σήμερα; Θα είχε χαθεί στη λήθη του χρόνου, από ανθρώπους χωρίς εθνική και πολιτισμική ταυτότητα που θα κατοικούσαν απλά στα ίδια μέρη που έγιναν οι αγώνες αυτοί που χάθηκαν στην αχλή της Ιστορίας.

Όλοι μας αντιλαμβανόμαστε, εκλεκτοί προσκεκλημένοι μας και αδελφοί μου, ότι η Μοίρα μας όρισε να ζούμε σε μια περίοδο που θα είναι αποφασιστική για τη συνέχιση της ύπαρξής μας ως Έθνος. Είτε θα προσπαθήσουμε να επιβιώσουμε ως Έλληνες, είτε θα γίνουμε οι χωρίς εθνική ταυτότητα κάτοικοι μιας παγκόσμιας κοινότητας που ζυμώνεται ξανά και ξανά μέσα στο αδυσώπητο χωνευτήρι των πολιτισμών της εποχής μας.

Αν θέλουμε λοιπόν να εξακολουθήσουμε να προσδιοριζόμαστε ως Έλληνες, πρέπει να κάνουμε τις δικές μας επαναστάσεις, τις επαναστάσεις που γίνονται χωρίς να χυθεί αίμα, χωρίς όπλα και πυρομαχικά, αλλά είναι τόσο αναγκαίες και κρίσιμες όσο η Επανάσταση της Παλιγεννεσίας μας, του 1821. Θα είναι οι επαναστάσεις για την διαφύλαξη της εθνικής και πολιτισμικής μας ταυτότητας, μέσα στον Ωκεανό της Παγκοσμιοποίησης. Θα είναι οι επαναστάσεις που δεν φροντίσαμε ποτέ μας να κάνουμε, μέχρι σήμερα.

Εδώ θα πρέπει να υπογραμμίσω ένα σημαντικό στοιχείο της ταυτότητάς μας, το γεγονός ότι ανέκαθεν ο όρος «Έλληνας» προσδιόριζε ανθρώπους με κοινά γλωσσικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά, απότοκα μιας κοινής Παιδείας και βιώματος μέσα στην Ελληνική κοινωνία. Ουδέποτε ο εθνικός αυτός προσδιορισμός δεν είχε σχέση με καταγωγή και φυλετικό DNA. Άλλωστε, ελάχιστοι από εμάς μπορούμε να επικαλεστούμε απευθείας καταγωγή από κάποιο από τα αρχαία Ελληνικά φύλλα, παρόλα αυτά νοιώθουμε, είμαστε και αναγνωριζόμαστε ως Έλληνες.

Έτσι, θα πρέπει οι δικές μας επαναστάσεις να διαφυλάξουν όχι κάποια αόριστη και αμφισβητούμενη γενετική ταυτότητα, αλλά την πραγματική πολιτισμική, θρησκευτική και εθνική ταυτότητα των σύγχρονων Ελλήνων, αυτή που μας επιτρέπει να έλκουμε τον πολιτισμό μας, (αν όχι την ίδια τη φυλετική καταγωγή μας), από την Αρχαία Ελλάδα, τον Ελληνιστικό κόσμο του Αλεξάνδρου και της Ρώμης και το Βυζάντιο. Και η ταυτότητα αυτή πρέπει να διαφυλαχθεί μέσα στην επερχόμενη κατάργηση των φυσικών συνόρων, στην πολυπολιτισμικότητα και στις ανεξέλεγκτες εισροές πληθυσμών από κάθε γωνιά της Γης.

Όταν το 1832 ο Όθων ανέλαβε βασιλέας της Ελλάδος, ο πατέρας του, βασιλεύς Λουδοβίκος ο Α’ της Βαυαρίας ανέθεσε σε ομάδα ιστορικών να μορφοποιήσουν ένα Εθνικό Αφήγημα που θα κατάφερνε να ενώσει μια πληθώρα φυλών και τοπικιστικών συμφερόντων σε ένα Εθνος. Οι Βλάχοι, οι Ηπειρώτες, οι Μωραϊτες, οι Αρβανίτες και οι νησιώτες που αποτελούσαν αυτόνομες κοινότητες μέχρι τότε, έπρεπε να μάθουν να ζουν μαζί, έχοντας υιοθετήσει ένα κοινό ιστορικό υπόβαθρο. Το εθνικό αυτό αφήγημα όντως κατάφερε να δημιουργήσει μια εθνική συνείδηση επάνω στην οποία στηρίχθηκαν οι μετέπειτα αγώνες των Ελλήνων για την επέκταση των συνόρων μας και την εγκαθίδρυση ενός ομοιογενούς Έθνους στον Ελλάδικό χώρο, που οι ανήκοντες σε αυτό αυτοπροσδιορίζονταν ως Έλληνες.

Δεν είχε σημασία εάν η καταγωγή των συμπατριωτών μας υπήρξε από κάποια Βαλκανική χώρα ή προερχόταν από αυτόχθονες πληθυσμούς. Το εθνικό αφήγημα που διδασκόταν στα παιδιά εξ απαλών ονύχων τα έκανε να θεωρούν τον εαυτό τους Έλληνες και να είναι υπερήφανα για την ταυτότητά τους αυτήΈτσι δημιουργήθηκε η σύγχρονη Ελλάδα και κανείς μας πια δεν αναρωτιέται κατά πόσο ο συμπατριώτης του έχει ρίζες Ελληνικές ή Βαλκανικές πριν από 100 ή 200 χρόνια, εφόσον οι πρόγονοι αυτού του συμπατριώτη έχυσαν το αίμα τους δίπλα στους δικούς μας προγόνους,γι την ανάσταση του Ελληνικού Έθνους.

«Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε»είπε στην ομιλία του ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και αυτό πρέπει να πράξουμε, μέσα σε μια καταιγίδα παγκόσμιων εξελίξεων, αν θέλουμε να εξακολουθήσουμε να αποκαλούμε με περηφάνια τους εαυτούς μας «Έλληνες». Για το λόγο αυτό, η πρώτη μας Επανάσταση πρέπει να είναι ο Πολιτισμός και η εμπεριεχόμενη Παιδεία.

Μία Παιδεία που εκτός από τις απαραίτητες δεξιότητες που πρέπει να προσφέρει στα παιδιά μας για την επαγγελματική και κοινωνική τους ανέλιξη, θα πρέπει να χτίζει ακλόνητα μέσα τους την αγάπη γι αυτόν τον τόπο, την περηφάνεια τους για τους αγώνες των προηγούμενων γενεών που έζησαν πριν από αυτά, και την πεποίθησή τους ότι αυτοί πλέον είναι οι διάδοχοι αυτής της Ιστορίας και πολιτισμού. Εν ολίγοις, μια Παιδεία που θα τους κάνει να θέλουν να νοιώθουν Έλληνες και να είναι περήφανοι γι αυτό. Μια Παιδεία χτισμένη στον Πατριωτισμό και την Αγάπη για κάθε τι Ελληνικό και όχι στον Εθνικισμό και το μίσος για κάθε τι ξένο.

Είναι λοιπόν απαραίτητη μια Εθνική Συναίνεση και Ομοψυχία που θα προσδιορίσει τη μεθοδολογία και το ιστορικό υλικό που θα βοηθήσει τα παιδιά μας να παγιώσουν μέσα τους την Ελληνική συνείδηση, ακόμα κι αν πρέπει να ομολογήσουμε συλλογικά και κάποιες αλήθειες για τις σκοτεινές στιγμές της πορείας μας από το 1821 μέχρι σήμερα.Αυτό φέρνει στο προσκήνιο την επόμενη Επανάσταση που πρέπει να κάνουμε σαν Έθνος, αυτή της Αυτογνωσίας μας.

Είμαστε ένας λαός με περίσσεια προτερημάτων, με έντονο αίσθημα ανεξαρτησίας από την κάθε δογματική Εξουσία, με ισχυρούς οικογενειακούς δεσμούς, με εφευρετικότητα και δυναμική παρουσία στα γράμματα, τις τέχνες και τις επιστήμες.Όμως πρέπει να αναγνωρίσουμε και τα διαχρονικά ελαττώματα της φυλής μας, που είναι η απειθαρχία, η εγωκεντρική αντιμετώπιση των κανόνων, η έλλειψη αξιοκρατίας στις συναλλαγές του Κράτους με τον πολίτη και οι προκαταλήψεις που δημιουργήθηκαν μέσα την περίκλειστη κοινωνία μας που μέχρι τώρα ακολουθεί παθητικά τις παγκόσμιες εξελίξεις και δεν αναλάμβανε ποτέ της πρωτοβουλία για κάποιες ριζοσπαστικές κοινωνικές αλλαγές.

Έτσι, η Παιδεία των νέων Ελλήνων καλείται να αναλάβει διττό ρόλο, αφενός αυτόν του χτισίματος μιας στερεής και υγιούς εθνικής συνείδησης, αφετέρου δε την εξάλειψη των ελαττωμάτων της κοινωνίας μας, δημιουργώντας ανθρώπους πιο ανοιχτούς, δεκτικούς και δραστήριους στις σωστές κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές. Η καθοριστική αντιμετώπιση της ανομίας και της αντικοινωνικής συμπεριφοράς θα πρέπει να είναι αυτονόητη, όπως και η επιβράβευση της αριστείας.

Η τρίτη επανάσταση που πρέπει να γίνει στην Πατρίδα μας, είναι η δημιουργία σύγχρονων προτύπων για τους νέους μας. Τα παλιά ιστορικά πρότυπα δεν μπορούν πλέον να αποτελούν μοντέλα για τη συμπεριφορά ενός νέου ανθρώπου μέσα στις καταιγιστικές κοινωνικές και γεωπολιτικές εξελίξεις.

Οι επαναστάτες του ‘21, όπως και οι πατεράδες και παππούδες μας που πολέμησαν στους 2 παγκόσμιους πολέμους, μπορεί να είναι πρότυπα της πολεμικής Αρετής των Ελλήνων, αν ό μη γένοιτο εμπλακούμε σε πολεμικές περιπέτειες για να διαφυλάξουμε την ακεραιότητα της Πατρίδας μας, αλλά σε περίοδο ειρήνης δεν έχουν τη δυνατότητα να εμφυσήσουν τα απαραίτητα ιδανικά για το χτίσιμο μιας αναπτυγμένης και ευημερούσας Κοινωνίας.

Σε τέτοιες ειρηνικές περιόδους, ήρωες πρέπει να αναδεικνύονται οι μεγάλοι συγγραφείς και ποιητές, οι επιστήμονες, οι νέοι άνθρωποι που ανοίγουν τα φτερά τους και προωθούν την τεχνολογία και την επιστήμη, οι θεράποντες των Καλών Τεχνών, οι σκαπανείς ερευνητές που περνάνε τα σύνορα της ανθρώπινης γνώσης και τα επεκτείνουν σε περιοχές άγνωστες μέχρι τότε.

Όλοι αυτοί πρέπει να αποκτήσουν τις θέσεις που τους αξίζουν στο Πάνθεον των παραδειγμάτων ζωής για τους νέους μας, αντί για τα επιφανειακά, απαίδευτα και εφήμερα «πρότυπα» που κατακλύζουν τις αισθήσεις μας και προσβάλλουν τη λογική μας, μέσα από τις τηλεοπτικές οθόνες.

Η τέταρτη και τελευταία επανάστασή μας, θα πρέπει να είναι η κοινωνική συμμετοχή και ο εθελοντισμός, ως ύψιστες αξίες προσφοράς στο συνάνθρωπο και το Έθνος μας.

Το ανιδιοτελές παράδειγμα που έδωσαν οι Τέκτονες στα 200 χρόνια της ύπαρξής τους στον Ελληνικό χώρο, με την αιμοδοσία, τη δωρεά κυττάρων, ιστών και οργάνων, την ίδρυση νοσοκομείων και κοινωφελών οργανισμών όπως η Αντικαρκινική Εταιρεία, οι υποτροφίες, οι δωρεές σε ιδρύματα και άπορες οικογένειες και τόσα άλλα, πρέπει να επεκταθεί σε κάθε πολίτη, να του γίνει βίωμα ότι ένα Έθνος μεγαλουργεί μόνο όταν όλα του τα κύτταρα αγωνίζονται για την επιβίωσή του, μέσα από την αλληλεγγύη, την υποστήριξη και το φιλανθρωπικό τους έργο. «Μη ρωτάς τι μπορεί να κάνει η Ελλάδα για εσένα, αλλά ρώτα τι μπορείς να κάνεις εσύ για την Ελλάδα», θα έπρεπε να είναι το σύνθημα, παραφρασμένο από την ομιλία του Αμερικανού Προέδρου Τζον Κένεντι.

Είναι σκληρός ο αγώνας που πρέπει να δώσουμε όλοι μας, αγαπητοί προσκεκλημένοι και αδελφοί μου, για να φέρουμε σε αίσιο πέρας αυτές τις επαναστάσεις της Ψυχής και της Διανόησης. Ίσως να αποδειχτεί πιο σκληρός από αυτόν που έδωσαν οι πρόγονοί μας με τα σπαθιά και τα καριοφίλια στο χέρι, ακόμα κι αν δεν απαιτούν το αίμα που έχυσαν αυτοί για τη λευτεριά μας.

Είναι ένας αγώνας να συγκεράσουμε τον καταστροφικό εθνομηδενισμό που επιδεικνύουν κάποιοι συμπολίτες μας, με τον εξίσου καταστροφικό εθνικισμό που αποτελεί το ιδεολογικό αποκούμπι κάποιων άλλων και να προσπαθήσουμε να περισώσουμε, μέσα από αυτή την αντιπαράθεση, ό,τι πιο καλό υλικό μπορούμε, για να χτίσουμε μια Κοινωνία ανοικτή, αλλά και ανθεκτική.

Είναι ένας συλλογικός, αλλά και ατομικός για τον καθένα μας αγώνας να αφήσουμε την Πατρίδα μας στα χέρια ενεργών Πολιτών και όχι άβουλων υπηκόων, σκεπτόμενων ανθρώπων με εσωτερικές αξίες και ιδανικά και όχι κατευθυνόμενων κοπαδιών, ανθρώπων που θα έχουν πλήρη επίγνωση της ταυτότητάς τους και τι πραγματικά σημαίνει να είσαι Έλληνας, που θα αγαπούν, θα τιμούν και θα υπερασπίζονται την Πατρίδα και τα σύμβολά της, αποδεχόμενοι ταυτόχρονα γύρω τους ανθρώπους από άλλες φυλές, θρησκείες και πολιτισμούς, με αγάπη, χωρίς μίσος αλλά και χωρίς αλλοτρίωση από αυτούς.

Ανθρώπους που θα εκλαμβάνουν την ιδιότητα του Έλληνα ως τίτλο ευγενείας που δεν θα έλκει τη δικαίωσή του από την καταγωγή και την ιστορία μας, αλλά από εμάς τους ίδιους. Ανθρώπους που θα εμπνεύσουν κάθε άλλο άνθρωπο που θα βρεθεί ως ικέτης στην Πατρίδα μας να φτάσει να αποκαλεί τον εαυτό του «Έλληνα».

Ως Έλληνες λοιπόν, οφείλουμε να αντιπαραβάλλουμε την Οικουμενικότητα του Ελληνισμού απέναντι στο νεοβαρβαρισμό που μας περιβάλλει, έχοντας ως όπλα την ιστορία, τον πολιτισμό και την αυτογνωσία μας και να αναστήσουμε τις νέες γενιές μέσα στα ανθρωπιστικά ιδεώδη της αγαθής αυτής Οικουμενικότητας και όχι στις στείρες και ισοπεδωτικές αναζητήσεις της Παγκοσμιοποίησης ή του τυφλού και απαίδευτου Εθνικισμού.

Θα φανούμε άξιοι δώσουμε αυτόν τον αγώνα; Αν ναι, θα μπορούμε, σαν έλθει και για εμάς η νύχτα του θανάτου μας, να αντικρίσουμε τους πατεράδες μας στα μάτια με περηφάνεια.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.