Οι Έλληνες στη ναυμαχία της Ναυπάκτου

Γράφει ο Νικόλας Γιάννου, Φοιτητής Θεολογίας

ΠΡΙΝ ΤΗ ΝΑΥΜΑΧΙΑ

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης η Οθωμανική Αυτοκρατορία συνέχισε να επεκτείνεται καταφέρνοντας να εγκαθιδρύσει την κυριαρχία της στα Βαλκάνια. Οι συγκρούσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με την Γαληνοτάτη Δημοκρατία ξεκίνησαν άμεσα, με τον πρώτο Οθωμανο-Βενετικό πόλεμο να ξεκινά το 1463 και να τελειώνει το 1479, ενώ ο δεύτερος ξεκινά το 1499 και λήγει το 1503. Και οι δύο αυτοί πόλεμοι είχαν νικητές τους Οθωμανούς ενώ η πόλη της Ναυπάκτου αλώθηκε το 1449 από τους Οθωμανούς κατά τον δεύτερο δηλαδή πόλεμο. Η οθωμανική κυριαρχία ήταν πλέον γιγαντιαία και υπήρχε πλέον η εντύπωση πως οι Οθωμανοί όχι μόνο κυριαρχούσαν στα εδάφη αλλά και «ήταν ανίκητοι στην θάλασσα».

Τα δυτικά Χριστιανικά κράτη όμως αποφάσισαν να ενωθούν ώστε να αντιμετωπίσουν τον οθωμανικό επεκτατισμό. Με πρωτοβουλία του Πάπα Πίου του Ε’ στις 20 Μαίου του 1571 και ύστερα από έναν χρόνο προσπάθειας γεφύρωσης των Ισπανοενετικών διαφορών υπεγράφη η «Sacra Liga Antiturca” δηλαδή Ιερό αντιτουρκικό συνασπισμό στα ελληνικά. Η όλη εκστρατεία μπορούμε να πούμε πως θύμιζε σταυροφορία καθώς επρόκειτο για συμμαχία Χριστιανικών δυνάμεων συγκληθείσα από τον Πάπα με αντίπαλο μια μουσουλμανική δύναμη. Ο Χριστιανικός στόλος εν τέλει αναχώρησε από την Μεσσήνη της Ιταλίας στις 16 Σεπτεμβρίου του 1571.

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ

Η πτώση της Αμμοχώστου στους Οθωμανούς είχε μεταφέρει το κέντρο των επιχειρήσεων στο Ιόνιο και στο Αιγαίο, στον κυρίως Ελλαδικό χώρο δηλαδή. Αυτό όπως είναι φυσικό αφορά άμεσα και τους ελληνικούς πληθυσμούς των περιοχών αυτών που είχαν υποδουλωθεί και στους Οθωμανούς και στους Δυτικούς χάνοντας την Αυτοκρατορία τους το 1453.

Η ανάθεση της αρχιστρατηγίας στον Αυστριακό πρίγκιπα Δον Χουάν αναπτέρωσε το ηθικό των Ελλήνων θιασωτών της σταυροφορίας. Από τις πρώτες ημέρες παρουσίας του στην Μεσσήνη κατέφθασαν σε αυτόν ελληνικές αντιπροσωπείες με σχέδια επιχειρήσεων στην Ελλάδα. Τα σχέδια αυτά έγιναν επι της αρχής δεκτά αλλά η εφαρμογή αναβλήθηκε για μετά .

Ο Χριστιανικός στόλος γινόταν δεκτός με ενθουσιασμό στην Κέρκυρα. Έλληνες πλοηγοί καθοδηγούσαν τις ισπανικές προφυλακές σε Πρέβεζα, Λευκάδα και Κορινθιακό κόλπο.

Στις 5 Οκτωβρίου ο συμμαχικός στόλος φτάνει στην Κεφαλληνία. Αποτελείται από 210 περίπου γαλέρες (από τις οποίες οι μισές είναι βενετικές), 30 Ισπανικές φρεγάτες και 24 μεταφορικά σκάφη.

«Στα βενετικά πολεμικά σκάφη περιλαμβάνονταν και αρκετά πλοία που εξοπλίσθηκαν και διοικούνταν από Έλληνες υπηκόους της Βενετίας. Οι Κερκυραίοι είχαν διαθέσει εκτός από τα μικρότερα βοηθητικά σκάφη τέσσερις γαλέρες με κυβερνήτες τον Χριστόφορο Κοντοκάλη, τον Πέτρο Μπουά, τον Γεώργιο Κοκκίνη και τον Στυλιανό Χαλικιόπουλο. Οι Ζακυνθινοί είχαν επίσης εξοπλίσει τέσσερα πολεμικά με «σοπρακόμιτους» τον Αντώνιο Κουτούβαλη, τον Νικόλαο Μονδίνο, τον Δημήτριο Κομούτο και τον Μαρίνο Σιγούρο. Σε μικρότερα σκάφη επιβιβάσθηκαν επίσης αρκετοί Κεφαλλονίτες, Κυθήριοι και Κυκλαδίτες εθελοντές. Η πιο σημαντική όμως συμβολή προήλθε από την Κρήτη. Γαλέρες κυβέρνησαν στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου είκοσι δύο Κρητικοί ευγενείς βενετικής και έξι ελληνικής καταγωγής. Συνολικά χρησιμοποιήθηκαν σε διάφορες αποστολές 46 κρητικές γαλέρες (21 τον πρώτο χρόνο του πολέμου, 18 το 1571 και 7 το 1572) και 14 τουλάχιστον μικρότερα σκάφη (γαλεότες, φούστες κλπ).

Από τα πλοία αυτά ένα μεγάλο μέρος εξοπλίσθηκε και χρησιμοποιήθηκε με την φροντίδα των Πέτρου Αυγουστίνη, Ιωάννη Δαπιρά, Ανδρέα Καλλέργη (γιου του Ματθαίου), Ιακώβου Καλλέργη, Δανιήλ Καλαφάτη, Αντωνίου Ευδαιμονογιάννη, Γεωργίου Καλλέργη, Ανδρέα Καλλέργη, Μιχαήλ και Δράκου Μακρή, Νικολάου Ανδρεόπουλου, Ανδρέα Στρατηγού, Νικολάου Γαϊτάνη, Γεώργιου Γαβρά, Ανδρέα Τάντη, Αγγέλου Πυρομάλλη, Νικολάου Φασιδώνη, Μιχαήλ Σπανοπούλου, Ιωάννη Μπασατούρη, Ιωάννη Καραβέλλα και του Μανούσου Θεοτοκοπούλου (αδερφού του ζωγράφου Δομήνικου).

Μεγάλος ήταν επίσης ο αριθμός των Ελλήνων που πολέμησαν ως οπλίτες ή χρησιμοποιήθηκαν ως κωπηλάτες βενετικών πλοίων. Από την Κέρκυρα στρατολογήθηκαν 300 τουλάχιστον άτομα εκτός από εκείνους που επάνδρωναν τις βενετικές γαλέρες ως κωπηλάτες. Μικρότερος ήταν ο αριθμός των οπλιτών από τα άλλα νησιά του Ιονίου.

Ο συγκεκριμένος αριθμός των Ελλήνων που πολέμησαν δεν μπορεί να υπολογιστεί με ακρίβεια. Κατά προσέγγιση ήταν περίπου 8.000 υπό τις οδηγίες των Βενετών . Συνολικά στην Ναυμαχία πήραν μέρος και για τις δύο πλευρές 30.000 Έλληνες . Το 30-40% των Τουρκικών πληρωμάτων ήταν στρατολογημένοι Έλληνες κυρίως κωπηλάτες.

Η συμβολή των Ελλήνων ήταν καθοριστική. Από τους νεκρούς της συμμαχικής παρατάξεως ένα μεγάλο μέρος ήταν Έλληνες της Κρήτης και των Ιονίων νησιών. Από τους 2300 κωπηλάτες χριστιανικών πλοίων ελάχιστοι δεν ήταν Έλληνες. Από την πλευρά τους Οθωμανοί είχαν συνολικά απώλειες 30.000 άνδρες και οι σύμμαχοι 9.000.

Οι Έλληνες πολέμησαν με μεγάλο ζήλο καθώς πίστευαν πως η νίκη θα οδηγούσε στην απελευθέρωση από τον Οθωμανικό ζυγό «Πολύ επαινέθηκαν οι Ιταλοί, σε τίποτε δεν υστερήσανε σε πολεμική αρετή οι Ισπανοί. Αλλά πάνω απ΄ όλους διαπρέψαν οι Έλληνες για την τόλμη, πειθαρχία και θαυμαστή επιτυχία» αναφέρει ο Ιστορικός Σαγρέδος. ο Τουρκουάτο Τάσσο χαρακτηρίζει τους μαχητές του βενετσιάνικου στόλου “Greci Ertrani”.

Η βοήθεια των Ελλήνων δεν ήταν όμως μόνο στρατιωτική! «…συνέβη κάτι παράξενο. Ίδιες ειδήσεις μετάφεραν οι Έλληνες ψαράδες στους Τούρκους. Δηλαδή, λέγανε στον Αλή Πασά να κυνηγήσει το συμμαχικό στόλο που διαλύεται. Αυτές οι λαθεμένες πληροφορίες οδηγήσανε κυριολεκτικά τον Δον Χουάν στη δόξα».

ΜΕΤΑ ΤΗ ΝΑΥΜΑΧΙΑ

Η νίκη στην Ναύπακτο αφύπνισε το ελληνικό έθνος που πίστεψε στην απελευθέρωση με αποτέλεσμα εξεγέρσεις. Επαναστάτησαν πολλές περιοχές (Μάνη, Πάτρα, Αίγιο, Γαλαξίδι, Πάργα, Ηγουμενίτσα, Βόνιτσα, Άνδρος, Πάρος, Νάξος), αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Οι Τούρκοι μάλιστα πραγματοποίησαν αντίποινα κατά των ελληνικών πληθυσμών στην Κύπρο, το Αιγαίο, την Πελοπόννησο και άλλες ελληνικές περιοχές. Η συμβολή των Ελλήνων στην ναυμαχία έκανε τον ναύαρχο Άλμπα να μιλήσει για την απελευθέρωση της «ιερής χώρας», δηλαδή της Ελλάδας. Η νίκη όμως αυτή δεν είχε ουσιαστικό αντίκρισμα καθώς οι σύμμαχοι δεν την εκμεταλλεύτηκαν όπως θα έπρεπε. Οι Έλληνες θα έπρεπε να περιμένουν άλλα 250 χρόνια για την απελευθέρωση τους.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.