Οι ασάφειες και η δυνατότητα καταγγελίας της Συμφωνίας των Πρεσπών

Γράφει ο Ανδρέας Τουλούπας, Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω. Μ.Δ.Ε. Νομικής Σχολής Αθηνών

Η άκαιρη, επισφαλής και εθνικά επιζήμια συνομολόγηση της Συνθήκης των Πρεσπών του Ιουνίου 2018. Συγκριτική προσέγγιση με την ενδιάμεση Συμφωνία του 1995. Η Συμφωνία των Πρεσπών λειτουργούσα ετεροβαρώς για τα  ελληνικά κυριαρχικά συμφέροντα και δικαιώματα. Η καταφανής ασάφεια και αοριστία της σε ουσιώδη και καίρια διμερή ζητήματα ως καταλύτης της ανθεκτικότητάς της και θρυαλίδα εξελίξεων στο εγγύς μέλλον, μέχρι τη δυνατότητα μονομερούς  καταγγελίας της, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Βιέννης περί του δικαίου των Συνθηκών.

Δέκα και πλέον χρόνια μετά τη  Σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι τον Φεβρουάριο του 2008, ενώ οι μέχρι τότε διαπραγματεύσεις για το  «Σκοπιανό» ζήτημα είχαν, είτε αποτύχει, είτε περιπέσει σε αδράνεια – χωρίς η κατάσταση αυτή να έχει επηρεάσει εν τοις πράγμασι, την συναλλακτική εν γένει λειτουργικότητα ανάμεσα στις δυο χώρες -,  περί τον Μάιο του 2017, μετά και την ανάληψη της εξουσίας στη FYROM από το κόμμα στο οποίο ηγείται ο Ζόραν Ζάεφ και ο περί αυτόν σχηματισθείς κυβερνητικός συνασπισμός, αναπτύχθηκε – κατά τρόπο εμφανώς αιφνίδιο και πάντως  επιφανειακά τουλάχιστον αναίτιο – μια εντονότατη κινητικότητα ανάμεσα στην ελληνική και τη σκοπιανή κυβέρνηση, εκπροσωπούμενων από τους Υπουργούς Εξωτερικών των δυο χωρών με κύριο στόχο την εξεύρεση «λύσης» στο χρονίζον ζήτημα – πρόβλημα, κατά κύριο λόγο του ονοματολογικού.

Πριν εστιάσουμε στον πυρήνα και τα επί μέρους θέματα της Συμφωνίας των Πρεσπών, είναι χρήσιμο και αναγκαίο να παρουσιασθούν συνοπτικά όσα συνομολογήθηκαν μεταξύ Ελλάδας και Σκοπίων με την αποκαλούμενη ενδιάμεση συμφωνία του 1995. Το πρώτο τμήμα της εν λόγω συμφωνίας αναφέρονταν (άρθρα 1-8) στα γνωστά Μ.Ο.Δ (Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης), ανάμεσα στις δυο χώρες ως δείγμα καλής θέλησης αλλά και θεμελίου για την περαιτέρω εξέλιξη  των σχέσεων των χωρών, ως τη ρύθμιση – συμφωνία επί μέρους θεμάτων, καλυπτόντων ένα ευρύ πεδίο που αφορά στη γενικότερη λειτουργία μιας κρατικής οντότητας, η οποία μεταξύ των  άλλων δρα εντός ενός διεθνούς περιβάλλοντος.

Σε αυτό το «πνεύμα», η Ελλάδα για πρώτη φορά αναγνώρισε το Κράτος των Σκοπίων με το όνομα: FYROM (πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας), τα δυο Κράτη θα προχωρούσαν στην σύναψη έστω ατελών διπλωματικών σχέσεων, δια της ίδρυσης εκατέρωθεν Γραφείων Συνδέσμων, αναγνώριζαν τον μόνιμο χαρακτήρα των υφιστάμενων μεταξύ των συνόρων,  δήλωναν ευθαρσώς ότι σέβονταν την κυριαρχία, την εδαφική ακεραιότητα και την  πολιτική ανεξαρτησία, θα αποποιούνταν κάθε επιθετικού σχεδιασμού, θα διευκόλυναν την ομαλή διεξαγωγή των συναλλαγών και του εμπορίου, αναλάμβαναν την υποχρέωση συνέχισης του μεταξύ τους διαλόγου  και επαφών για την εξεύρεση μόνιμης κα βιώσιμης λύσης, διευκρινίζονταν ότι οι γνωστές διατάξεις στο Προοίμιο και τα άρθρα 3 και 49 του Σκοπιανού Συντάγματος, δεν συνιστούσαν βάση διεκδίκησης περιοχών από γειτονικά Κράτη, η Σκοπιανή πλευρά θα απέσυρε από τη σημαία της τον 16κτινο ήλιο της Βεργίνας και τέλος τα δυο μέρη θα απείχαν από ενέργειες ή παραλείψεις που θα συνιστούσαν κώλυμα στην ελεύθερη διακίνηση προσώπων και αγαθών. Στα υπόλοιπα άρθρα της ενδιάμεσης Συμφωνίας, ρυθμίζονταν ζητήματα επί μέρους συνεργασίας σε τομείς της ευρύτερης οικονομικής δραστηριότητας των δυο πλευρών, τελωνειακά θέματα, συνεργασία σε δικαστικό επίπεδο και συνέχιση εφαρμογής των διμερών συμφωνιών που είχαν συναφθεί μεταξύ  Ελλάδας και Ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας, ΕΝΩ ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΠΡΟΕΒΛΕΠΑΝ ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ (επαναλαμβάνονται και στη Συνθήκη των Πρεσπών), ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΝΑ ΜΗΝ ΠΡΟΒΑΛΛΕΙ ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΙΣ Η ΠΡΟΣΚΟΜΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΥΠΟΒΟΛΗ ΕΝΤΑΞΗΣ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ ΣΕ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ, ΑΛΛΑ ΣΥΓΧΡΟΝΩΣ ΝΑ ΕΝΘΑΡΥΝΕΙ ΚΑΙ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙ ΤΗΝ ΥΠΟΨΗΦΙΟΤΗΤΑ ΕΝΤΑΞΗΣ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΉ ΕΝΩΣΗ.

Παρά τον προσωρινό χαρακτήρα της η ενδιάμεση συμφωνία λειτούργησε συνολικά σε ένα ανεκτό και minimum επίπεδο συνύπαρξης, συνεννόησης και συνεργασίας – κυρίως στον εμπορικό και τον συναλλακτικό τομέα –   των δυο χωρών, αποδειχθείσα ανθεκτική, εφ’ όσον διατηρήθηκε σε ισχύ επί 23 συνεχή χρόνια. Δεν μπορεί να παραγνωρίσει κανείς, ότι σε κάθε περίπτωση οι μεταξύ Ελλάδας – Σκοπίων διαφορές, με κυριότερη αυτή του ονοματολογικού, σαφέστατα και υφείρπαν άλλοτε εντονότερα, άλλες φορές εκδηλούμενες με πιο αμβλύ τρόπο, καμία όμως από τις δυο πλευρές – κυρίως τα Σκόπια – δεν αφίστατο από τις πάγιες και σταθερά εκφραζόμενες επί του ζητήματος θέσεις τους.

Όμως, η ανακίνηση του θέματος για την επίτευξη συνολικής λύσης την άνοιξη του 2017, με τον τρόπο, τη σπουδή  και την ένταση με την οποία εκδηλώθηκε, τουλάχιστον σύμφωνα με την άποψη έγκυρων και έμπειρων διπλωματών και διεθνών παρατηρητών, παρέπεμπε κατ’ ουσία σε προειλημμένες αποφάσεις εκατέρωθεν, με όχι λιγότερη δεκτική και θετικά διακείμενη την ελληνική πλευρά.

Το διανυθέν (23 χρόνια) διάστημα απραγίας και εν γένει στασιμότητας, σε συνδυασμό με την κρατούσα κατάσταση την πιο πάνω περίοδο, δεν προμήνυε, ούτε μπορούσε να οδηγήσει σε ασφαλή και βέβαιη εκτίμηση, τόσο περί του ώριμου της συγκυρίας, όσο  κυρίως της ύπαρξης των αναγκαίων δυνατοτήτων και αντοχής, του αδιαμφησβήτητου πολιτικού κόστους (πρωτίστως για την ελληνική Κυβέρνηση) από τις δυο χώρες, που θα είχε ως κατάληξη μια συνολική διευθέτηση (περιλαμβανομένου του ακανθώδους ονοματολογικού προβλήματος) της χρονίζουσας διαφοράς και εκκρεμότητας και μάλιστα με χαρακτηριστικά μονιμότητας και διασφάλισης ανατροπής των συμφωνηθέντων, τουλάχιστον κατά την άποψη των συμπραξάντων  Κυβερνήσεων.

Δεν είναι εύκολο και κυρίως συνετό να μη λάβει κανείς υπόψη ότι η επιδειχθείσα εκατέρωθεν αποφασιστικότητα μέχρι του σημείου βεβαιότητας επίτευξης συμφωνίας και ανατροπής όλων των έως τότε δεδομένων και πεπραγμένων ήταν απότοκη των πιέσεων, των επιθυμιών και της στήριξης που παρείχαν οι ισχυροί διεθνείς παράγοντες και μάλιστα σε κάθε επίπεδο (Κρατών, Οργανισμών, ως και μεμονωμένων ισχυρότατων επιχειρηματιών).

 

Κατ’ ακολουθίαν, η ενδιάμεση  συμφωνία του 1995, που ως γνωστό λειτούργησε και ίσχυσε και μετά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, τον Φεβρουάριο του 2008, με τη γνωστή αντιπαράθεση που δημιουργήθηκε και τη σθεναρή εν τέλει θέση και στάση της ελληνικής πλευράς σε αυτή, έως ότου φθάσουμε στο Μάιο του 2017, οπότε λίγους μήνες μετά την εκλογή Ζάεφ στην ηγεσία των Σκοπίων, – ο οποίος είχε θέσει με σαφή και ευθύ τρόπο την πρόθεσή του για την άμεση ένταξη της χώρας του στους κορυφαίους διεθνείς οργανισμούς του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαικής Ένωσης -, «βοηθούντων», αφ’ ενός της αδιαμφισβήτητης πίεσης του «διεθνούς παράγοντα», (ΝΑΤΟ, Ευρωπαικής Ένωσης κ.λ.π), λόγω και των διαδοχικών εξελίξεων στον ευρύτερο χώρο της Βαλκανικής, με κυρίαρχη αυτή της απόσχισης της επαρχίας του Κοσσυφοπεδίου από τη Σερβία και την διασύνδεση της ηγεσίας της με την Αλβανία, τον κίνδυνο εμπόλεμης ανάφλεξης στην ευρύτερη περιοχή, σε συνδυασμό με τους διαγκωνισμούς των ισχυρών (Η.Π.Α, Ευρωπαικής Ένωσης, Ρωσίας, αλλά και Τουρκίας), για την απόκτηση στρατηγικού πλεονεκτήματος και τη θεμελίωση πρωτεύουσας και κυρίαρχης θέσης για κάθε ένα στη διαμόρφωση των νέων σφαιρών επιρροής, αφ’ ετέρου της έμπρακτης βούλησης και διαθεσιμότητας της Κυβέρνησης Τσίπρα – Καμμένου για δόση λύσης στο όλο ζήτημα, με το θέμα πλέον του ονόματος – αναφορικά με τη χρήση του  όρου Μακεδονία από το γειτονικό Κράτος, να μην  βρίσκεται στην «κορυφή» της ατζέντας της ελληνικής πλευράς, ώθησαν τις εξελίξεις με ταχύτατο ρυθμό, ώσπου τον Ιούνιο του 2018, αφού προηγήθηκε σωρεία συναντήσεων, ανταλλαγής θέσεων, απόψεων, σχεδίων συμφωνίας κ.ο.κ, ΚΑΙ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΗΛΗ ΚΑΙ ΠΑΝΑΓΥΡΙΚΑ ΕΚΦΡΑΣΘΕΙΣΑ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ ΙΣΧΥΡΩΝ  ΔΙΕΘΝΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ – ΠΛΗΝ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ- οι Υπουργοί Εξωτερικών Ελλάδας  και Σκοπίων, Κοτζιάς  – Ντιμιτρώφ, υπέγραψαν τη γνωστή σε όλους  Συμφωνία των Πρεσπών, υπό τον τίτλο: «ΤΕΛΙΚΗ  ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΛΥΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΠΕΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ  ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΗΝΩΜΝΕΩΝ ΕΘΝΩΝ 817 (1993) ΚΑΙ 845 (1993), ΤΗ ΛΗΞΗ ΤΗΣ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΤΟΥ 1995, ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΔΡΑΙΩΣΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ».

Μολονότι, ο τίτλος και χαρακτηρισμός της Συμφωνίας των Πρεσπών ήταν: «τελική συμφωνία», με την προσθήκη σε αυτόν της εδραίωσης της στρατηγικής εταιρικής σχέσης των συμβαλλόμενων μερών – Κρατών, μια στοιχειωδώς επισταμένη μελέτη των επί μέρους άρθρων και του περιεχομένου της, θα δημιουργούσε ακόμη και στους μη ειδήμονες με τη διεθνή διπλωματία και την ερμηνεία  των κειμένων των διεθνών Συνθηκών, την πεποίθηση και όχι την εντύπωση, ότι ΕΚΤΟΣ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΟΝΟΜΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ, μια σειρά από εξόχως σημαντικά ζητήματα, ζωτικής σημασίας για την ελληνική πλευρά και τα οικεία πάσης φύσεως εθνικά συμφέροντα, παρέμεναν εκτεθειμένα και μάλιστα προς διευθέτηση σε ένα ευρύ μελλοντικό χρονικό διάστημα, εξαρτώμενα από αμφίβολης αξιοπιστίας, επάρκειας και ειλικρινούς προαίρεσης διμερείς και διεθνείς επιτροπές, εμφορούμενη  ως αμιγώς νομικό κείμενο από καταφανή και οπωσδήποτε πολλαπλά επικίνδυνη αοριστία και ασάφεια.

Βέβαια,  ΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΑΟΡΙΣΤΙΑΣ ΤΗΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΕΠΙ ΜΕΡΟΥΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΜΕΝΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ, Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΕΤΑΙ «ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΣΑΦΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΗΓΟΡΗΜΑΤΙΚΗ», ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΔΥΟ ΕΤΕΡΑ, ΕΞ ΙΣΟΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑΤΑ: ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΘΝΟΤΗΤΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΑ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΑΝΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ!!

Ειδικότερα, από την επισταμένη ανάγνωση και μελέτη μιας εκάστης των διατάξεων της εν λόγω συμφωνίας, διαπιστώνει prima facie ακόμη και ο μη εξοικειωμένος με τα διεθνή κείμενα, ότι: α) με τη διατύπωση  και το περιεχόμενο του άρθρου 1 παρ. 3, περίπτ. θ΄ της συμφωνίας εγείρεται σοβαρότατο ζήτημα για τις ελληνικές επιχειρήσεις, κυρίως της Βόρειας Ελλάδας, αναφορικά με την εμπορική χρήση του όρου Μακεδονία και των παραγώγων του, με αρνητικές συλλήβδην συνέπειες, που θα επιφέρουν αντανάκλαση, σύγχυση και ανάσχεση όχι μόνο στις ίδιες, αλλά και σε αυτή την εθνική μας οικονομία. Συγκεκριμένα, στην παραπάνω διάταξη προβλέπεται ότι  «Σε σχέση με τα προαναφερόμενα όνομα και ορολογίες στις εμπορικές ονομασίες (commercial names), τα εμπορικά σήματα και τις επωνυμίες  (trademarks και brand names», τα Μέρη συμφωνούν να υποστηρίξουν και να ενθαρρύνουν  τις επιχειρηματικές κοινότητές τους να θεσμοθετήσουν έναν ειλικρινή, δομημένο και με καλή πίστη διάλογο, στο πλαίσιο του οποίου  θα επιδιώξουν και θα βρουν αμοιβαίως αποδεκτές λύσεις στα θέματα που πηγάζουν από τις εμπορικές ονομασίες commercial names, τα εμπορικά σήματα και τις επωνυμίες (trademarks και brand names) (commercial names), και όλα τα σχετικά ζητήματα σε διμερές και διεθνές επίπεδο….»

Άρα, ΤΑ ΕΩΣ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΕΠΙΚΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ ΚΑΤΟΧΥΡΩΜΕΝΑ, ΠΑΓΚΟΣΜΙΩΣ ΓΝΩΣΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΔΕΚΤΑ ΣΤΙΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ, ΤΑΥΤΙΣΜΕΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, ΕΝ ΕΙΔΕΙ «ΜΟΝΟΠΩΛΙΟΥ» ΠΡΟΙΟΝΤΑ, ΕΧΟΝΤΑ ΩΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ, ΕΜΠΟΡΙΚΑ ΣΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΩΝΥΜΙΕΣ ΤΟΝ ΟΡΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΤΟΥ (ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ, ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ Κ.Ο.Κ), ΤΙΘΕΝΤΑΙ ΥΠΟ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΦΟΡΑ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ, ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ ΚΑΙ ΠΛΗΡΗ ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΗΜΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ!! ΠΕΡΑΝ ΑΥΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΥΤΟΛΕΞΕΙ ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΤΗΣ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ, ΤΑ ΑΠΟ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΑΝΥΠΑΡΚΤΑ, ΜΗ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΑ ΚΑΙ ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΛΕΛΥΜΕΝΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΝ  ΓΕΝΕΙ ΟΝΟΜΑΣΙΩΝ, ΕΠΩΝΥΜΙΩΝ ΚΑΙ ΣΗΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΩΣ ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ ΑΝΕΛΙΞΗΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΜΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, ΑΦ’ ΕΝΟΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΣΕ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗΣ  ΚΑΙ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΛΕΥΡΑ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ, ΜΕΣΩ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗΣ Η ΥΠΟΚΙΝΟΥΜΕΝΗΣ ΕΞ ΑΥΤΩΝ ΣΥΓΧΥΣΗΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΠΡΟΕΛΕΥΣΕΥΣΗΣ ΤΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΝ ΤΟΝ ΟΡΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΤΙΚΕΤΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ ΤΟΥΣ (ΜΕ ΑΝΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑΠΛΗ ΖΗΜΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΚΑΝΟΥΝ ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΠΙΟ ΟΡΩΝ), ΑΦ’ ΕΤΕΡΟΥ – ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΛΕΟΝ ΑΝΗΣΥΧΤΙΚΟ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΟ ΤΟΥ ΑΝΕΥΘΥΝΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΧΕΙΡΟΥ ΤΗΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ ΠΟΥ ΣΥΝΟΜΟΛΟΓΗΣΕ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ – ΤΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΘΑ ΠΡΟΚΥΨΟΥΝ (ΕΧΟΥΝ ΗΔΗ ΕΠΙΣΥΜΒΕΙ) ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΜΕ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ, ΣΗΜΑΤΩΝ Κ.Λ.Π ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ, ΑΦΙΟΝΤΑΙ…. ΝΑ «ΕΠΙΛΥΘΟΥΝ» ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΑΠΟ ΤΑ ΜΕΡΗ (ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΑ ΚΡΑΤΗ), ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΕΝΟΣ ΕΙΛΙΚΡΙΝΟΥΣ, ΔΟΜΗΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΜΕ ΚΑΛΗ ΠΙΣΤΗ ΔΙΑΛΟΓΟΥ!!!!! ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ (ΔΙΜΕΡΩΝ Η ΠΟΛΥΜΕΡΩΝ), ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΩΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΕΤΟΙΩΝ ΕΙΔΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΥΑΙΣΘΗΤΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ, ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ, ΥΠΗΡΞΕ ΤΕΤΟΙΑ ΚΑΙ ΤΟΣΗ ΑΟΡΙΣΤΙΑ ΣΤΗ ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ, ΓΕΝΙΚΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΝ ΠΟΛΛΟΙΣ ΔΟΜΙΚΗ ΑΣΑΦΕΙΑ, ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΣΑΣ ΚΑΤΑΦΑΝΩΣ ΩΣ ΠΑΡΑΓΩΝ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΚΠΤΩΣΗΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΠΡΟΥΠΑΡΧΟΥΣΑ ΚΑΙ ΜΗΔΕΠΟΤΕ ΑΝΑΣΤΑΛΕΙΣΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΠΑΡΑ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΤΩΝ ΑΝΑΦΥΟΜΕΝΩΝ ΟΙΚΕΙΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ.

ΕΙΝΑΙ ΤΕΛΟΣ ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΗ Η ΧΛΙΑΡΗ ΕΩΣ ΑΠΑΘΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΑ ΑΠΟΡΙΑΣ ΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΥΙΟΘΕΤΗΣΑΝ ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ  ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΑΝ ΤΟ ΟΛΟ ΦΛΕΓΟΝ ΚΑΙ ΖΩΤΙΚΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΙΔΙΕΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟΥΣ ΑΥΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ, ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΠΡΩΤΙΣΤΩΣ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΑΛΔΑΣ – ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, ΤΟΣΟ ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΑ, ΟΣΟ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΣΥΛΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΩΝ ΕΚΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΥΣ, ΕΦ’ ΟΣΟΝ ΗΤΑΝ ΠΑΣΙΦΑΝΕΣ ΟΤΙ Η ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΟΡΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΙΤΟΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ, ΜΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΚΔΟΧΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΤΟΥ ΕΞ’ ΑΡΧΗΣ ΘΑ ΕΘΕΤΕ ΣΕΙΡΑ ΑΠΟ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΕΙΣ, ΑΣΑΦΕΙΕΣ ΩΣ ΚΑΙ ΕΡΙΔΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ «ΠΑΤΡΟΤΗΤΑ» ΤΟΥ ΟΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΡΟΣΚΟΠΤΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΑΓΑΘΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΣΤΙΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΑΓΟΡΕΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΕΞΑΓΩΓΩΝ.

β) με το άρθρο δυο (2) της Συμφωνίας, η Ελλάδα ανέλαβε τη δέσμευση να μη προβάλει οποιουδήποτε είδους αντίρρηση, εμπόδιο ή ένσταση στην ένταξη των Σκοπίων υπό την ονομασία που συμφωνήθηκε στην εν λόγω Συνθήκη σε κάθε διεθνή, πολυμερή ή περιφερειακό οργανισμό και θεσμό στον οποίο ήδη μετέχει (η Ελλάς).

Μάλιστα, με το άρθρο τέσσερα (4) παρ. β, περίπτ. ι & ιι  η ελληνική πλευρά υποχρεώνεται όχι μόνο να μην προβάλει αντιρρήσεις, αλλά και να ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΕΙ ΤΟΣΟ ΣΤΟΝ ΠΡΟΕΔΡΟ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, ΟΣΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ ΤΟΥ ΒΟΡΕΙΟΑΤΛΑΝΤΙΚΟΥ ΣΥΜΦΩΝΟΥ (ΝΑΤΟ), ΟΤΙ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ ΧΩΡΙΣ ΟΡΟΥΣ Η ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΟΒΟΛΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ ΕΙΣΔΟΧΗΣ ΣΤΟΥΣ ΕΝ ΛΟΓΩ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ, ΟΠΩΣ ΕΠΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΩΝ ΕΝΤΑΞΙΑΚΩΝ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤ’ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΑΙΣΙΑ ΕΚΒΑΣΗ ΑΥΤΩΝ.

γ) Περαιτέρω, μέσω της νεφελώδους, αόριστης και συνεπώς επικίνδυνης για τα ζωτικά ελληνικά συμφέροντα  διάτασης του άρθρου έξι (6) της Συμφωνίας των Πρεσπών, το μείζων ζήτημα της εκδήλωσης εχθρικών δραστηριοτήτων, ενεργειών ή προπαγάνδας, το οποίο θα εκδηλώνεται μέσω της δραστηριότητας κρατικών υπηρεσιών των δυο χωρών, ή ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΠΟΥ ΥΠΟΔΑΥΛΙΖΟΥΝ ΤΟ ΣΩΒΙΝΙΣΜΟ, ΤΟΝ ΑΛΥΤΡΩΤΙΣΜΟ, ΤΗΝ ΕΧΘΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΣΜΟ, ΕΠΑΦΙΕΤΑΙ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΧΩΡΙΣ ΕΠΙ ΜΕΡΟΥΣ ΔΙΕΚΡΙΝΗΣΕΙΣ, ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ, ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΕΝΟ ΤΡΟΠΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΣΤΗΝ ΑΠΟΛΥΤΗ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΗ ΕΥΧΕΡΕΙΑ ΕΚΑΣΤΟΥ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΝΕΝΟΥ ΜΕΡΟΥΣ!!!(«…κάθε μέρος θα λάβει αμέσως αποτελεσματικά μέτρα…», τα Σκόπια μήπως??, η Ελλάδα? και με πιο τρόπο θα τα επιβάλει?). ΜΕ ΔΕΔΟΜΕΝΟ ΤΟ «ΒΕΒΑΡΥΜΕΝΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ» ΤΩΝ ΓΕΙΤΟΝΩΝ ΜΑΣ ΣΤΑ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΑΓΙΕΣ ΘΕΣΕΙΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΕΣ ΕΜΠΡΑΚΤΕΣ ΑΜΦΙΣΒΗΣΒΗΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΝ ΓΕΝΕΙ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΤΟΥΣ, ΕΙΝΑΙ ΦΑΝΕΡΟ ΠΟΙΟ ΑΠΟ ΤΑ ΔΥΟ ΜΕΡΗ – ΚΡΑΤΗ, ΖΗΜΙΩΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΥΠΟΧΩΡΕΙ, ΟΠΩΣ ΕΠΙΣΗΣ ΠΟΙΟ – ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΛΕΟΝ ΕΠΙΣΗΜΟ ΚΑΙ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟ ΤΡΟΠΟ, ΣΥΜΠΡΑΤΟΥΣΑΣ ΚΑΙ ΑΝΕΧΟΜΕΝΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΛΕΥΡΑΣ – ΔΙΑΤΗΡΕΙ ΚΑΙ ΣΥΝΤΗΡΕΙ ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΠΕΡΙ ΥΠΑΡΞΗΣ ΕΘΝΙΚΩΝ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΩΝ, «ΚΑΤΑΠΑΤΗΣΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ», ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ «ΣΛΑΒΟΜΑΚΕΔΟΝΩΝ» Κ.Λ.Π.

δ) Η σε βάρος των πάγιων ελληνικών θέσεων και εθνικών συμφερόντων μονομέρεια που εμφανίζει η συμφωνία των Πρεσπών, ενισχύεται και σε  ό,τι αφορά το περιεχόμενο και τις προβλέψεις του άρθρου εφτά (7) και του άρθρου οχτώ (8), εφ’ όσον αναγνωρίζεται με τρόπο ξεκάθαρο και μη επιδεχόμενο αμφιβολία ή αμφισβήτηση, ότι σήμερα υπάρχουν δυο ειδών ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ ΚΑΙ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΕΣ ΕΘΝΟΤΗΤΕΣ: Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ  ΚΑΙ ΑΥΤΗ ΤΗΣ ΝΕΟΠΑΓΟΥΣ «ΒΟΡΕΙΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ»!!

Ακόμη πιο  χαρακτηριστική της αοριστίας και της ακούσιας ή σκόπιμα και στοχευμένα «χαλαρής» και κατά το δοκούν ερμηνευόμενης διατύπωσης, συνιστά το άρθρο 8 της Συνθήκης, σύμφωνα με το οποίο: «Εάν οιοδήποτε από τα Μέρη πιστεύει ότι ένα ή περισσότερα σύμβολα τα οποία συνιστούν μέρος της ιστορικής ή  πολιτιστικής κληρονομιάς του  χρησιμοποιείται από το άλλο Μέρος, θα θέσει υπ’ όψιν του άλλου Μέρους τη χρήση την  οποία επικαλείται, και το άλλο Μέρος θα προβεί στις κατάλληλες διορθωτικές ενέργειες για να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το ζήτημα και να διασφαλίσει τον σεβασμό στην προαναφερόμενη κληρονομιά».

ΣΥΝΕΠΩΣ ΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΤΗΣ ΟΛΗΣ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΛΕΥΡΑΣ ΥΠΟ ΤΟΝ ΥΠΕΞ Ν. ΚΟΤΖΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΩΔΟΥΣ ΚΑΙ ΚΡΙΣΙΜΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΩΝ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ, ΤΩΝ ΣΥΜΒΟΛΩΝ, ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΥΡΗΜΑΤΩΝ Κ.Ο.Κ  ΣΥΝΙΣΤΑΤΑΙ (ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΧΟΛΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ ΑΝΩΤΕΡΩ  ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ), ΕΠΑΦΙΕΤΑΙ ΚΑΙ ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ, ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΕΝΝΟΙΩΝ, ΤΗΝ ΑΝΑΛΗΨΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΤΕΡΗ ΠΛΕΥΡΑ (ΣΚΟΠΙΑΝΗ), ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ  ΝΑ  ΠΡΟΒΕΙ ΣΕ «ΔΙΟΡΘΩΤΙΚΕΣ» ΚΙΝΗΣΕΙΣ!!!! Η ΑΚΟΜΗ ΠΙΟ ΑΟΡΙΣΤΑ, ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΔΙΜΕΡΩΝ ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΩΝ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΘΑ ΕΞΕΤΑΖΟΥΝ ΤΑ ΚΑΤΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΡΟΚΥΠΤΟΝΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ!!

ΕΙΝΑΙ ΣΑΦΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΚΑΘΕ ΚΑΛΟΠΙΣΤΟ Η ΚΑΙ ΕΥΠΙΣΤΟ ΑΚΟΜΗ, ΟΤΙ  ΤΕΤΟΙΕΣ ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΣΕ ΜΙΑ ΤΟΣΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ ΕΘΝΙΚΑ ΜΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΚΑΙ  ΕΠΙΔΙΩΞΕΙΣ ΣΥΝΘΗΚΗ – ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΑΠΟΤΥΠΩΝΟΥΝ ΚΑΙ ΕΚΦΡΑΖΟΥΝ ΣΩΡΡΕΥΤΙΚΑ ΤΗΝ ΠΡΟΧΕΙΡΟΤΗΤΑ, ΤΗΝ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ, ΤΗ ΣΠΟΥΔΗ, ΠΡΩΤΙΣΤΩΣ ΟΜΩΣ ΤΗΝ ΑΝΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΤΗΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΖΕΤΑΙ, ΔΙΑΠΡΓΜΑΤΕΥΕΤΑΙ ΚΑΙ ΕΝ ΤΕΛΕΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ, ΨΗΦΙΣΕ ΚΑΙ ΔΕΣΜΕΥΣΕ ΣΕ ΚΟΡΥΦΑΙΑ ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ Η ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ, ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΠΟΛΑΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΠΙΛΟΓΩΝ  ΣΥΓΚΥΒΕΡΝΗΣΗ.

Ακολουθώντας, εκούσια την αριθμητικά εξελισσόμενη παράθεση των προβληματικών διατάξεων της Συνθήκης, αφέθηκε για το ύστερο τμήμα του  παρόντος,  ο σχολιασμός της προηγούμενης αριθμητικά ρύθμισης του  πρώτου άρθρου παρ. 3, περιπτ. α ,β, γ. ΕΤΣΙ, ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟ α΄ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ Η ΕΛΛΑΣ ΩΣ ΕΠΙΣΗΜΑ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟ ΜΕΡΟΣ ΣΕ ΔΙΜΕΡΗ ΣΥΝΘΗΚΗ ΜΕ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ, ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕ ΤΟΝ ΟΡΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ, ΤΟΣΟ ΩΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ, ΟΣΟ ΚΑΙ ΣΑΝ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΟΝΟΜΑΣΙΑΣ ΓΙΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΧΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΝΑΝΤΙ ΠΑΝΤΩΝ!!

ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟ β΄ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΑΡΘΡΟΥ (1), ΑΥΤΗ ΜΟΝΗ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ (ΕΚΦΡΑΖΟΜΕΝΗ ΚΑΙ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΣΙΠΡΑ – ΚΑΜΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΝ  ΥΠΕΞ Ν. ΚΟΤΖΙΑ) ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕ ΚΑΙ ΑΠΟΔΕΧΘΗΚΕ ΟΤΙ Η ΙΘΑΓΕΝΕΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ ΕΙΝΑΙ Η ΜΑΚΕΔΟΝΚΗ ΚΑΙ ΑΥΤΗ ΘΑ ΕΓΓΡΑΦΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΕΠΙΣΗΜΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΓΕΙΤΟΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ.

ΑΚΟΜΗ ΠΙΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΗ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΦΑΝΩΣ ΑΛΥΣΙΤΕΛΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΖΗΜΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΤΗΣ γ΄ ΠΕΡΙΠΤ. ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1 ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ, ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ Η ΕΠΙΣΗΜΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥ ΜΕΡΟΥΣ (ΣΚΟΠΙΑ), ΘΑ ΕΙΝΑΙ Η «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ»

Με μια προς μια τις παραπάνω προβλέψεις η ελληνική πλευρά ΔΙΕΓΡΑΨΕ ΜΟΝΟΜΙΑΣ ΠΑΓΙΕΣ, ΕΚΦΡΑΣΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΑ ΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ, ΟΠΩΣ ΑΥΤΕΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗΚΑΝ ΚΑΙ ΔΙΑΤΥΠΩΘΗΚΑΝ ΕΝΩΠΙΟΝ ΚΑΘΕ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ, ΘΕΣΜΟΥ ΚΑΙ FORUM, ΑΠΟ ΟΛΕΣ ΑΝΕΞΑΙΡΕΤΩΣ ΤΙΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΣΚΗΣΑΝ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΑΠΟ ΤΟ 1991 ΚΑΙ  ΕΝΤΕΥΘΕΝ.

ΑΝ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΚΑΝΕΙΣ (ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΩΣ ΜΕ ΒΑΣΙΜΟ ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ Η ΙΣΧΥΡΙΣΜΟ), ΝΑ ΑΝΤΙΤΑΞΕΙ ΟΤΙ ΣΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΟΝΟΜΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΓΕΙΤΟΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ, Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΕΣΗ ΕΙΧΕ ΜΕΤΑΒΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟ 2008 ΚΑΙ ΕΠΕΙΤΑ, ΕΧΟΥΣΑ ΑΠΟΣΤΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΧΕΔΟΝ ΟΜΟΦΩΝΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΚΩΝ ΑΡΧΗΓΩΝ ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1992, ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΑΠΟΔΟΧΗΣ ΤΟΥ ΟΡΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΩΣ ΣΥΝΘΕΤΟΥ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟΥ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΥ, ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΙΧΕ  ΚΑΤΑΣΤΕΙ ΑΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΤΟ ΚΑΙ ΣΑΦΕΣ ΠΡΟΣ ΚΑΘΕ ΠΛΕΥΡΑ, ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΗΣ ΚΑΙ ΣΤΑΘΕΡΑ ΕΚΦΡΑΖΟΜΕΝΗΣ ΘΕΣΗΣ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΣΚΟΠΙΑΝΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΗΣ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑΣ, ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ, ΕΙΧΕ ΩΣ ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΗ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΤΗΣ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗΣ» ΙΘΑΓΕΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΑΣ.

Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΠΙΣΗΜΑ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ, ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗΣ ΕΘΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΑΣ, – ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΜΝΗΣΗ ΟΤΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 20 ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ ΤΙΣ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΚΑΙ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ ΣΤΗΝ   ΠΑΡΑΓΡΑΦΟ 9, ΟΡΙΖΕΤΑΙ ΚΑΤΑ ΛΕΞΗ ΟΤΙ : «Οι διατάξεις της παρούσας Συμφωνίας θα παραμείνουν σε ισχύ για αόριστο χρονικό διάστημα και είναι αμετάκλητες. Δεν επιτρέπεται η καμία τροποποίηση της παρούσας Συμφωνίας που άρθρο 1 (3) και στο άρθρο 1 (4)», ΔΗΛΑΔΗ ΣΤΑ ΑΡΘΡΑ ΠΟΥ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΥΝ  ΚΑΙ ΚΑΤΟΧΥΡΟΥΝ ΤΗΝ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ ΚΥΡΙΩΣ ΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΕΘΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΑ ΣΤΟΥΣ ΒΟΡΕΙΟΥΣ ΓΕΙΤΟΝΕΣ ΜΑΣ!!

ΑΣΧΕΤΑ ΚΑΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΟ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΕΣ Η ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΕΙΣ, ΙΔΩΜΕΝΗ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΜΕ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, ΕΘΝΙΚΑ ΚΑΙ  ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ, ΣΥΝΙΣΤΑ ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ, ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΑΡΑΞΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, ΣΥΓΧΡΟΝΩΣ ΔΕ ΚΑΙ ΚΥΡΙΩΣ, ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗΣ ΕΚΧΩΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΚΑΘΕ ΕΙΔΟΥΣ ΕΘΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΥΡΙΑΡΧΙΚΩΝ ΜΑΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΧΗ, ΜΕ ΗΔΗ ΟΡΑΤΕΣ ΤΙΣ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΠΟΛΛΑΠΛΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΖΗΜΙΕΣ  ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ.

Σε επίπεδο συνολικής εξέτασης και άσκησης κριτικής στη συμφωνία, μια γενικού τύπου παρατήρηση εστιάζεται στην υπέρμετρη σπουδή που επέδειξε η ελληνική Κυβέρνηση και ο επικεφαλής της Α. Τσίπρας, να «κλείσει» το  όλο ζήτημα, συνεπώς και το φλέγον του ονοματολογικού, με διαδικασίες, όπως λέμε στο χώρο των εμπορικών συναλλαγών: «fast track», σε μια χρονική, διεθνή και πολιτική συγκυρία που: α) ο παράγων  ο οποίος βρισκόταν σε κατάσταση εγρήγορσης, ενδιαφέροντος ως και ανάγκης για την πρόοδο και τη διευθέτηση της εκκρεμότητας ήταν τα Σκόπια, εφ’  όσον σύμφωνα με τις σχετικές αποφάσεις όλων των διεθνών οργανισμών (κυρίως του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε), η έναρξη της διαδικασίας εισόδου και αποδοχής του κράτους των Σκοπίων σε αυτούς, περνούσε άνευ ετέρου μέσα από την οριστική επίλυση των διαφορών με την Ελλάδα. β) συνολικά η οικονομία των Σκοπίων ήταν και εξακολουθούσε να τελεί σε μια οιονεί σχέση εξάρτησης από την εξαιρετικά έντονη παρουσία σημαντικών ελληνικών επιχειρήσεων, οι οποίες διαχρονικά επενδύουν στη γείτονα χώρα, γ) τα Σκόπια ως κατά το διεθνές δίκαιο περίκλειστο Κράτος, δηλαδή χώρα η οποία δεν διαθέτει σε κανένα σημείο της συνοριογραμμής της πρόσβαση στη θάλασσα, τελούσε και τελεί σε σχέση εξάρτησης από την Ελλάδα, ως κατ’ εξοχήν έχουσας πρόσβαση και επαφή από κάθε σημείο της προς τη θάλασσα, δ) το Κράτος των Σκοπίων δεν διαθέτει συμπαγή γηγενή πληθυσμό, αντιθέτως κατοικείται από σημαντικές μειονότητες, προεξάρχουσας της Αλβανικής. Εκ του λόγου αυτού η χάραξη και υιοθέτηση ενιαίας θέσης επί των ζητημάτων που συνιστούσαν διαφορές με την Ελλάδα εμφάνιζε εγγενείς δυσχέρειες, ιδία ως προς τη χάραξη και διαμόρφωση ενιαίας  στρατηγικής, τακτικής  και θέσεων. δδ) Μέχρι την εκλογή Ζάεφ στην Πρωθυπουργία, στη γείτονα χώρα, την εξουσία ασκούσαν οι Σκοπιανοί εθνικιστές υπό τον Γκρουέφσκι, οι οποίοι επιδείκνυαν καταφανή αδιαλλαξία και εν γένει άκαμπτη στάση, ως κύρια μάλιστα αιτία αποτροπής της  προόδου  και επίλυσης του όλου ζητήματος, κατάσταση η οποία είχε αποτέλεσμα την άμβλυνση των διεθνών ερεισμάτων του κράτος των Σκοπίων επί σειρά ετών, τη δημιουργία δυσαρέσκειας από μέρους των ισχυρών παραγόντων, κυρίως της Δύσης, οι οποίοι σταδιακά διαπίστωναν ότι η διαιώνιση του προβλήματος και της όλης διαφοράς με την ελληνική πλευρά, προκαλούσε ανάσχεση στους γενικούς και ειδικότερους γεωπολιτικούς και γεωστρατηγικούς σχεδιασμούς τους στην ευρύτερη περιοχή της δυτικής Βαλκανικής, κατάσταση η οποία μάλλον διευκόλυνε το Ρωσικό παράγοντα, που σε καμία περίπτωση δεν επιθυμούσε τη διείσδυση των δυτικών και την άσκηση επιρροής σε ένα γεωγραφικό χώρο, ο οποίος παλαιόθεν (ιδιαίτερα μετά τη δημιουργία της ΕΣΣΔ) και παραδοσιακά, βρισκόταν υπό στενή ή ευρύτερη  έννοια στη δική της σφαίρα επιρροής. ε) το Κράτος των Σκοπίων ήταν εκείνο που αντιμετώπιζε πραγματικό «μονόδρομο» ως προς την επίλυση των διαφορών του με την Ελλάδα, εφ’ όσον προσανατολισμένο πλέον στο ευρύτερο δυτικό δόγμα, αδυνατούσε να εκκινήσει ακόμη και τις πρώτες ενταξιακές διαδικασίες εισόδου στους δυτικούς ισχυρούς στρατιωτικοπολιτικούς οργανισμούς (ΝΑΤΟ, Ε.Ε), για όσο χρόνο θα εκκρεμούσε η όλη διαφορά και η επίλυσή της, ιδιαίτερα στο ονοματολογικό, με την Ελλάδα. στ) επιπλέον,  τα Σκόπια τα τελευταία κυρίως χρόνια, αντιμετώπιζαν έμπρακτα φαινόμενα φυγόκεντρων τάσεων, από τις επί μέρους κατοικούσες και διαβιούσες εθνότητες, με πλέον εμφανή και πιο επικίνδυνη, την Αλβανική. ζ) η ένταξη του Σκοπιανού Κράτους στους δυτικούς διεθνείς οργανισμούς (πρωτίστως ΝΑΤΟ και Ε.Ε), συνιστούσε στην ουσία μια επιλογή real politik για την ηγεσία της γείτονος χώρας, η οποία θα διασφάλισε σε μεγάλο λογικά βαθμό τη συνοχή και αυτή την ίδια την ύπαρξή του ως ανεξάρτητης Κρατικής οντότητας. η) συνεπώς όλη αυτή η αλληλουχία λόγων, συνέθετε μια πραγματικότητα, η οποία αντικειμενικά ιδωμένη και σκοπούμενη, τόσο σε διεθνές, όσο και κυρίως κατά την άποψή μου σε διμερές επίπεδο (με την Ελλάδα), περιόριζε ποσοτικά και ποιοτικά τις όποιες επιλογές, την προβολή και κυρίως τη σθεναρή υποστήριξη των θέσεών της, καθιστώντας την τουλάχιστον πολιτικά και διπλωματικά ελλειποβαρή και ευάλωτη, έναντι της Ελλάδας.

Στον αντίποδα και σε σχέση με την πιο πάνω «στενόχωρη» και πάντως όχι πλεονεκτική και ικανή να θέσει τους όρους για την κίνηση των εξελίξεων θέση των Σκοπίων, το έτερο συμβαλλόμενο μέρος η Ελλάδα δηλαδή, εκπροσωπούμενη στην παρούσα κρίσιμη συγκυρία από την Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, εμφανίσθηκε ως ο «καλοθελητής» συγκεκριμένων χωρών και δυνάμεων (που επιθυμούσαν και επιζητούσαν διακαώς, με κάθε είδους θεμιτό ή αθέμιτο τρόπο και μέσο, όχι απλά την  όποια επίλυση του Σκοπιανού ζητήματος, αλλά την οριστική διευθέτηση της διαφοράς με τη ελληνική πλευρά, ως όρου έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων εισδοχής των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε),   εφ’ όσον: α) επέδειξε από της αρχής της εκλογής Ζάεφ στην ηγεσία της γειτονικής χώρας έντονη και ξεκάθαρη σπουδή, ενδιαφέρον και διαθεσιμότητα αναφορικά με την επανέναρξη των συνομιλιών στο κορυφαίο δυνατό πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο, β) προσπέρασε με τρόπο μοναδικό στα διπλωματικά χρονικά, ιδιαίτερα σε σχέση με τη σοβαρότητα του αντικειμένου των διαπραγματεύσεων, κάθε είδους δυσκολία, εμπόδιο ή αντίδραση, που προκαλούσε ανάσχεση στην ουσιαστική πρόοδο της όλης διαπραγμάτευσης, εντατικοποιώντας τις κάθε είδους εργασίες που θα οδηγούσαν στην εξεύρεση λύσης, μέσω της υπογραφής διμερούς Συνθήκης. γ) ενθάρρυνε την Σκοπιανή Κυβέρνηση να προωθήσει την όλη διαδικασία στο εσωτερικό της, παρά τις σθεναρές αντιδράσεις  και αντιρρήσεις που συναντούσε η τελευταία, από τα αντιπολιτευόμενα κόμματα, δ) αντιπαρήλθε το διαρκώς κλιμακούμενο κύμα αντιδράσεων από την πλειοψηφία του ελληνικού λαού, όπως αυτό εκφράστηκε και κορυφώθηκε μέσω των ογκωδών  συλλαλητηρίων στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, αλλά και σε πολλές άλλες πόλεις της Ελλάδας, ακόμη και του εξωτερικού, όπου υπάρχει και δραστηριοποιείται το ελληνικό στοιχείο. ε) απέφυγε, επικαλούμενη διόλου πειστικές απόψεις και αίολα επιχειρήματα – μετερχόμενη μάλιστα κοινοβουλευτικά τεχνάσματα  και υποπίτουσα σε θεσμικές ακροβασίες  και ατοπήματα – τη διεξαγωγή ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ, για ένα μείζων εθνικό θέμα, το οποίο ήταν πασιφανώς ότι έχρηζε προσφυγής στην ετυμηγορία του ελληνικού λαού, τη στιγμή ΠΟΥ Η ΙΔΙΑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΕΙΧΕ ΚΑΤΑΓΡΑΨΕΙ ΣΤΟ «ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ» ΤΗΣ ΕΝΑ ΑΣΚΟΠΟ, ΑΜΦΙΒΟΛΟΥ ΕΓΚΥΡΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΤΟΝ ΙΟΥΛΙΟ ΤΟΥ 2015, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΠΟΔΕΙΧΘΗΚΕ ΣΕ ΕΓΓΥ ΧΡΟΝΟ ΑΛΥΣΙΤΕΛΕΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ Η ΚΥΡΙΑ ΑΙΤΙΑ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΝΕΟΥ ΣΚΛΗΡΟΤΕΡΟΥ ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ, ΤΙΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ  ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΘΑ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΕΠΙ ΜΑΚΡΟΝ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΑ, στ) παρουσίασε προς κύρωση στο ελληνικό Κοινοβούλιο, επιδίωξε και πέτυχε την κύρωσή της, με συνοπτικές διαδικασίες, παραβιάζοντας κατάφωρα και προκλητικά τις σχετικές Συνταγματικές διατάξεις και τις αντίστοιχες του Κανονισμού της Βουλής, αλλά και αγνοώντας επιδεικτικά το σύνολο της Πανεπιστημιακής και Ακαδημαικής Κοινότητας, ψηφίζοντάς την τελικά με την  αμφιβόλου Συνταγματικότητας και εγκυρότητας πλειοψηφία των 151 βουλευτών και όχι με την απαιτούμενη για την περίσταση και το είδος της Συμφωνίας αυξημένη των 180 εδρών, ζ) ευτέλισε τέλος, στο μέγιστο και χείριστο βαθμό το βουλευτικό αξίωμα, την ανεξάρτητη, ελεύθερη και κατά συνείδηση έκφραση  του βουλευτή, όπως αυτή έχει κατοχυρωθεί και ισχύει στο ισχύον, αλλά και τα προισχύσαντα ελληνικά Συντάγματα, μέσω παζαρίων, υπόγειων συναλλαγών, άσκησης πιέσεων, σύναψης πρόσκαιρων και ετερόκλητων κομματικών συμμαχιών, διαπόμπευσης προσωπικοτήτων, πολιτικών «μεταγραφών» σε τελευταία ευκαιρία και εν τέλει υποδαυλίζοντας και τραυματίζοντας βαθιά τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς, τα πολιτικά ήθη και την ίδια την ελληνική κοινωνία.

Καταλήγοντας, και  αξιολογώντας κανείς συνολικά  το περιεχόμενο και τις επί μέρους ρυθμίσεις της, λαμβάνοντας ως παραμέτρους μελέτης, κατανόησης  και ερμηνείας της Συνθήκης, τη χρονική συγκυρία ανάληψης της πρωτοβουλίας επίλυσης της χρονίζουσας μεταξύ των δυο χωρών διαφοράς, την ιδιαίτερη σπουδή που επέδειξαν αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη για την εξεύρεση λύσης, τη διάθεση διευθέτησης ενός συνόλου σοβαρών ζητημάτων και εκκρεμοτήτων, από το ονοματολογικό, μέχρι τις εμπορικές χρήσεις του τελευταίου και τις πολιτισμικού χαρακτήρα διαφορές, σε συνδυασμό  με το έντονο (στα όρια στης άσκησης ποικιλόμορφων πιέσεων) ενδιαφέρον των κορυφαίων δυτικών εταίρων και διεθνών Οργανισμών, αλλά και τις ανακατατάξεις  και αναταράξεις στον γεωγραφικό χώρο της ευρύτερης Βαλκανικής Χερσονήσου, οδηγείται το μάλλον στο συμπέρασμα, ότι η τελικά επιτευχθείσα Συμφωνία – Συνθήκη, δεν επετεύχθη ως αποτέλεσμα ωρίμανσης μιας σε βάθος χρόνου εξελιχθείσας διαδικασίας και διαπραγμάτευσης των ενδιαφερόμενων μερών – Κρατών, παρά ως μια αναγκαία Συνθήκη που θα λειτουργούσε ευρύτερα σε μια ήδη ταραγμένη, ευάλωτη και χαρακτηριζόμενη από διαρκή ρευστότητα περιοχή, προσμετρώμενης  και της συνιστώσας των επιρροών των ξένων δυνάμεων, ως παραγόντων διαμόρφωσης ενός σύνθετου γεωπολιτικού και γεωστρατηγικού τοπίου.

Ακόμη όμως και υπό τις ιδιαίτερες αυτές εσωτερικές και διεθνείς συνθήκες υπό τις οποίες συνομολογήθηκε, είναι ορατό και διαπιστώσιμο ότι για την ελληνική πλευρά δεν θα μπορούσε να καταστεί συλλήβδην αποδεκτή,   χωρίς έντονο προβληματισμό, γενικές  και ειδικές ενστάσεις, εφ’ όσον είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι το μόνο ζήτημα που επιλύεται και μάλιστα με  σαφή και ουσιαστική νομική δέσμευση των συμβαλλόμενων μερών είναι πρωτίστως στο ονοματολογικό. Πέραν τούτου, εντείνει, παρά αμβλύνει τα επί μέρους ζητήματα, ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝΤΑΣ ΜΑΛΙΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ ΚΑΙ ΑΚΑΝΘΩΔΗ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΜΕ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟΤΕΡΟ ΚΑΙ ΣΟΒΑΡΟΤΕΡΟ ΑΥΤΟ ΤΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΟΝΟΜΑΣΙΑΣ, ΕΠΩΝΥΜΙΑΣ ΚΑΙ ΣΗΜΑΤΟΣ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ, ΖΗΤΗΜΑ ΠΟΥ ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΥΠΗΡΞΕ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΔΥΟ ΧΩΡΩΝ, ΤΙΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΥΦΙΣΤΑΝΤΑΙ ΗΔΗ ΠΛΗΘΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, ΜΕ ΑΡΝΗΤΙΚΕΣ ΑΝΤΑΝΑΚΛΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΜΑΣ ΟΚΟΝΟΜΙΑ.

 Η  Συμφωνία των Πρεσπών ούσα όχι μια τυπική διμερής Συνθήκη,   αλλά λειτουργούσα υπό την «εποπτεία» ισχυρών ξένων παραγόντων, Κρατών και Οργανισμών, δεσμεύει πλέον υπέρμετρα τις επόμενες ελληνικές Κυβερνήσεις, ιδιαίτερα ως προς το περιεχόμενο των ρυθμίσεών της, οι οποίες μόνο με «βαρύ» τίμημα για τα ελληνικά συμφέροντα θα μπορούσαν να τύχουν επαναδιαπραγμάτευσης, πόσο μάλλον αναθεώρησης, με ωφελήματα  αντιστρόφως ανάλογα, παρά την αδιαμφισβήτητη προβληματική και ελλειμματική εν γένει νομιμοποίηση (Συνταγματική, πολιτική, εθνική και κοινωνική), με την οποία η παρούσα Κυβέρνηση, προέβη στην κύρωση  για την κύρωση και ακολούθως εφαρμογή της.

Οι προβλέψεις του άρθρου 19 της Συνθήκης, για τον τρόπο επίλυσης των διαφορών που μπορεί να προκύψουν ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία της, από την απλή και μόνο ανάγνωσή της δίχως άλλο προβλέπει μια νεφελώδη, αόριστη, μη συντεταγμένη, ανεπαρκή και εξόχως χρονοβόρα διαδικασία, μέχρις της υποβολής της, μονομερώς ή διμερώς ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου.

Τέλος, ακόμη δυσχερέστερη, υπό τις παραπάνω ρυθμίσεις και επί μέρους παραμέτρους, κρίνεται, τουλάχιστον από ελληνικής πλευράς η εργαλειοθήκη της Συνθήκης της Βιέννης, περί του δικαίου που διέπει τις διεθνείς Συνθήκες, ιδίως σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα, τη διαδικασία και τον τρόπο αναθεώρησης, μεταρρύθμισης, κήρυξης της ακυρότητάς της, αποχώρησης ως και καταγγελίας της Συνθήκης των Πρεσπών, εφ’ όσον αν θεωρηθεί απίθανο ή με μηδαμινές πιθανότητες το ενδεχόμενο παροχής συναίνεσης της Σκοπιανής πλευράς για από κοινού πρωτοβουλία και συμφωνία αναθεώρησης και επί μέρους τροποποιήσεις, αυτό που απομένει- δεδομένου ότι θα πρόκειται μάλλον για αμετροεπή έως φαιδρή  εν προκειμένω από ελληνικής πλευράς πιθανή επίκληση των άρθρων:  49 και επόμενα της Συνθήκης της Βιέννης, περί υπάρξεως δηλαδή λόγων πλάνης, απάτης, δωροδοκίας αντιπροσώπου του συμβαλλόμενου Κράτους – μέλους, άσκησης βίας, μέσω απειλής  ή άσκησης βίας σε βάρος του εν λόγω Κρατικού αντιπροσώπου ή και του ίδιου του Κράτους ως νομικής οντότητας –  είναι η «λύση» – ως προς τη διαδικασία και μόνο – του άρθρου 66 της Συνθήκης, δηλαδή η υπαγωγή της διαφοράς κατ’ αρχήν στην υποχρεωτική διαδικασία ενώπιον του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών και σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας η ενεργοποίηση της διαδικασίας ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου, είτε μέσω της διαιτησίας, είτε μέσω της αμφισβητουμένης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.

Παρατηρώντας κανείς την εξέλιξη της όλης διαδικασίας συνομολόγησης της Συμφωνίας των Πρεσπών, ιδίως την υπέρμετρη σπουδή και τη θεσμική ακροβασία της ελληνικής πλευράς (Κυβέρνησης Τσίπρα – Καμμένου) με στόχο την άμβλυνση και υπερκέραση των κάθε είδους δυσχερειών, με κορυφαία την κώφευση και παράκαμψη της έκφρασης της λαικής βούλησης, στο «βωμό» της υπογραφής της, με κάθε κόστος, θα ήταν μάλλον υπερβολικά έως αβάσιμα αισιόδοξος αλλά και αφελής, να προσδοκά  σε μονομερή κίνηση και ενεργοποίηση της παρούσας ελληνικής Κυβέρνησης στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και ειδικότερα μέσω των δυνατοτήτων της συγκεκριμένης Συνθήκης (Βιέννης). Εξαιρετικά δυσχερής ως εκ τούτου καθίσταται ως προς το ζήτημα της αναθεώρησης, αναστολής εφαρμογής ή καταγγελίας της Συμφωνίας των Πρεσπών η θέση και η δυνατότητα ανάληψης πρωτοβουλιών στη  κατεύθυνση αυτή  της Κυβέρνησης που  θα προκύψει από τις επικείμενες εκλογές, εφ’ όσον θα κληθεί να δράσει και προσαρμοσθεί εντός  ενός  ήδη διαμορφωμένου διπλωματικά,  πολιτικά και νομικά ασφυκτικού περιβάλλοντος, με contra βούληση και επιυθυμία των κύριων δυτικών συμμάχων και εταίρων της Ελλάδας, πλέον του εγγενούς  αυστηρότατου  και περιοριστικού κανονιστικού πλαισίου που τίθεται από την άνω Συνθήκη της Βιέννης, αναφορικά με τις προυποθέσεις, τους λόγους και τη διαδικασία αποδέσμευσης της Ελλάδας από τη Συμφωνία των Πρεσπών.

Παρά ταύτα, η έστω εξαιρετικά περιορισμένη εργαλειοθήκη της Συνθήκης της Βιέννης περί του δικαίου που διέπει τις διεθνείς Συνθήκες, μπορεί ήδη να ενεργοποιηθεί από την ελληνική πλευρά, με  αναφορά και επίκληση στις διατάξεις των άρθρων 60 και επόμενα (Λήξη ή αναστολή εφαρμογής της συνθήκης, συνεπεία παραβιάσεώς της) το ειδικό και επί μέρους περιεχόμενο των οποίων, ήδη από της υπογραφής της Συμφωνίας των Πρεσπών, έχει μονομερώς και προκλητικά παραβιασθεί από το έτερο συμβαλλόμενο μέρος των Σκοπίων.

Συγκεκριμένα, το άρθρο 60 παρ. 1 της Συνθήκης της Βιέννης, προβλέπει και παρέχει το δικαίωμα στο έτερο συμβαλλόμενο Μέρος να καταγγείλει μονομερώς τη Σύμβαση, με συνέπεια τη λήξη ισχύος της, ή  να αναστείλει την  εφαρμογή της, στην περίπτωση κατά την οποία υπάρχει ουσιώδης παραβίαση των όρων της. Εξειδικεύοντας την έννοια της ουσιώδους παραβίασης, στην παράγραφο 3, περίπτ, β., προβαίνει στη ρητή αναφορά της παραβίασης ουσιώδους διάταξης για την πραγματοποίηση του αντικειμένου ή του σκοπού της Συνθήκης.

Επιπλέον, στη διάταξη του άρθρου 62 επίσης προβλέπεται η δυνατότητα καταγγελίας ή αναστολής εφαρμογής μιας διμερούς Συνθήκης, ΛΟΓΩ ΘΕΜΕΛΕΙΩΔΟΥΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑΓΗΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΩΝ, λόγος, ο οποίος εξειδικευόμενος στην περίπτωση (α) της εν λόγω διάταξης, θεμελιώνεται στην καταλυτική λειτουργία των νέων περιστάσεων ως ουσιώδους βάσης της συναίνεσης των μερών προς δέσμευση μέσω της υπογραφείσης Συνθήκης. Δηλαδή, στην απολύτως ειδική αυτή περίπτωση, ένα συμβαλλόμενο Μέρος – Κράτος, μπορεί να αποστεί των απορρεουσών από μια  ήδη συνομολογηθείσα και υπογραφείσα  Συνθήκη δεσμεύσεών της, εάν οι επακολουθήσασες πραγματικές καταστάσεις και γεγονότα επιδρούν καταλυτικά στην απαιτούμενη για τη διατήρηση ισχύος της, παροχή συναίνεσης (consensus), ως θεμελιώδους και αναγκαίου όρου έκφρασης της βούλησής του συμβαλλόμενου μέρους – Κράτους, να εξακολουθήσει να  λειτουργεί δεσμευτικά εντός του πλαισίου που χαράσσει η υπαγωγή και εισδοχή σε μια διεθνή Συνθήκη.

Άρα, επί του πρακτέου αναφορικά με τη Συνθήκη των Πρεσπών,  στην μεν πρώτη περίπτωση (παράβαση  ουσιώδους διάταξης που λειτουργεί εκ των ων ουκ άνευ για την εφαρμογή και τήρηση των όρων και  του περιεχομένου της Συμφωνίας), η ελληνική πλευρά θα μπορούσε ήδη να επικαλεστεί την προ, κατά αλλά και μετά την υπογραφή της Συνθήκης, συστηματική και κατ’ εξακολούθηση παραβίαση από την πλευρά των Σκοπίων, τόσο του Προοιμίου της Συνθήκης, στο οποίο ρητά γίνεται αναφορά στην υποχρέωση και δέσμευση των συμβαλλόμενων μερών και μάλιστα με έμφαση στην ισχυρή βούληση για αμοιβαία φιλία, καλή γειτονία και εταιρική σχέση συνεργασίας, όσο και καιρίως της κρίσιμης και καίριας κατά το περιεχόμενό της διάταξης του άρθρου τρία (3) και του άρθρου έξι (6) της Συμφωνίας, τα οποία προβλέπουν το μεν πρώτο την απαγόρευση εδαφικών εκατέρωθεν διεκδικήσεων και αμφισβήτησης του υφιστάμενου συνοριακού status, το δε δεύτερο την απαγόρευση εχθρικών δραστηριοτήτων μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, συνισταμένων στην άσκηση εχθρικής δραστηριότητας, προπαγάνδας από  αμιγώς Κρατικές υπηρεσίες ή υπηρεσίες εμμέσως ελεγχόμενες από το Κράτος, όπως επίσης ενεργειών που υποδαυλίζουν τον σωβινισμό, την εχθρότητα, τον αλυτρωτισμό και τον αναθεωρητισμό. Ο καθένας και η καθεμία από εμάς, πριν καν «στεγνώσει» το μελάνι των στυλό των Ν. Κοτζιά – Ν. Ντιμιρώφ, αλλά και μετέπειτα, έως και σήμερα, έχουμε τουλάχιστον ακούσει, παρακολουθήσει από τα ΜΜΕ (εγχώρια  και διεθνή) ή διαβάσει σωρεία δηλώσεων κάθε βαθμίδας Σκοπιανών παραγόντων και αξιωματούχων, να ομιλούν περί του Κράτους τους, αποκαλώντας το «Μακεδονία» σκέτο, να ισχυρίζονται χωρίς τον παραμικρό δισταγμό ότι στην Ελλάδα υφίσταται «μακεδονική» πληθυσμιακή ομάδα, η οποία από ετών καταπιέζεται κοινωνικά, οικονομικά, θρησκευτικά και πολιτιστικά,  με την ταυτόχρονη προτροπή για  διαρκή επαγρύπνηση προς προστασία των απανταχού υποφέροντων και αλύτρωτων «Μακεδόνων»!!! Συνεπώς, ήδη το alter pars έχει προχωρήσει σε ευθεία, ωμή και προκλητική παραβίαση τόσο του Προιμίου της Συνθήκης, λειτουργούντος ως Rechtlinie (κατευθυντήρια γραμμή και διαπνέον πνεύμα ολόκληρης της Συμφωνίας), όσο και των πιο πάνω ουσιωδέστατων και κομβικών διατάξεων αυτής, ως όρων και λόγων ενεργοποίησης των σχετικών περί καταγγελίας και αναστολής εφαρμογής άρθρων της Συνθήκης της Βιέννης.

Στη δε έτερη των περιπτώσεων, (θεμελιώδης μεταβολή των  περιστάσεων, αντιστοιχούσα στην ελάχιστη ύπαρξη συναίνεσης προς δέσμευση από μια διμερή Συνθήκη), ο πλέον πιθανός, αν όχι ίσως ο μόνος, λόγος, που θα μπορούσε να αντιστοιχηθεί με την ιδιαίτερα περιοριστική, αυστηρή και στενή πιο πάνω διατύπωση της Συνθήκης της Βιέννης, λειτουργών ως δικαιολογητική βάση ακύρωσης ή αναστολής ισχύος και εφαρμογής της Συμφωνίας των Πρεσπών, θα ήταν η προκήρυξη και διεξαγωγή δημοψηφίσματος, κατά το άρθρο 44 παρ.2 του Συντάγματος, προκειμένου να εκφρασθούν και αποτυπωθούν στην πράξη οι αρχές που  καθιερώνονται  στο άρθρο 1, παρ.2 και 3 αντίστοιχα αυτού, περί της λαικής  κυριαρχίας, ως θεμελίου του Πολιτεύματος και ακολούθως της αρχής ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα, ως των κορυφαίων μάλιστα παραγόντων παροχής νομιμοποίησης και δόσης της μέγιστης δυνατής αλλά και αναγκαίας αντιπροσωπευτικότητας Αποφάσεων της εκτελεστικής εξουσίας και του Κοινοβουλίου, Εθνικού χαρακτήρα και συνεπειών σχετιζόμενων με την μελλοντική εδαφική ακεραιότητα, ασφάλεια και διαφύλαξη της ιστορικής συνέχειας της πατρίδας μας.

Απόκειται συνεπώς, όχι φυσικά στην  παρούσα – η οποία έχει στην πράξη αξιολογηθεί ως εξόχως ανίκανη, αναξιόπιστη, ανακόλουθη,  μη έχουσα την απαιτούμενη βούληση κύρος, πρωτίστως δε τη στοιχειώδη κοινοβουλευτική και λαική νομιμοποίηση – αλλά στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία και Κυβέρνηση που θα προκύψει από τις επόμενες εκλογές (όποτε κι αν αποφασίσει να τις διεξάγει ο Α. Τσίπρας  και το  περί αυτόν ιερατείο), να δείξει και αποδείξει, αφ’ ενός ότι όποιος αντιτίθεται και διαφωνεί με την Συμφωνία των Πρεσπών δεν είναι φασίστας ή ακραιφνής εθνικιστής, σύμφωνα με την πρόσφατη δήλωση και ισχυρισμό του πασχίσαντος και με κάθε τρόπο κοπιάσαντος να «εκτελέσει» την αποστολή της ταχύτατης και με κάθε τρόπο και τίμημα επίλυσης της διαφοράς δια της υπογραφής της Συμφωνίας των Πρεσπών, πρώην ΥΠΕΞ Ν. Κοτζιά, αφ’ ετέρου, ότι  το μείζον αλλά και μόνο ζήτημα στο οποίο διαφωνεί και ανθίσταται στη Συμφωνία των Πρεσπών, δεν είναι αυτό μόνο της παράδοσης της γλώσσας και της εθνότητας στους Σκοπιανούς, αλλά ότι  πιστεύει βαθιά και πραγματικά, με βάση και γνώμονα το αληθινό εθνικό συμφέρον και διαφύλαξη της ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς και ταυτότητας της πατρίδας μας, ότι η συγκεκριμένη Συμφωνία, συνιστά συνολικά και στην ουσία  της μια συναλλαγή, συνδιαλλαγή ή εξυπηρέτηση, η οποία τουλάχιστον ως προς την ονομασία του νεοπαγούς Κρατιδίου, έρχεται σε ευθεία αντίθεση και συγκρούεται με καθεαυτή την υπόσταση, τη διαχρονική ιστορική, πολιτιστική παρουσία και συνέχεια του ελληνισμού, όπως επίσης τη διαφύλαξη, την καθαρότητα και την ενότητα της ελληνικής κληρονομιάς, των πεπραγμένων και των  με αίμα ελληνικό  κατακτηθέντων και αναγνωρισθέντων εθνικών μας δικαίων.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.