Ω τι κόσμος μπαμπά! (Όλα τα σκυλιά της νύχτας…)

Γράφει ο Δημήτρης Αρβανίτης, Συγγραφέας

Το ταβερνάκι ήταν γραφικό, μεγάλο δε θα τόλεγες, με ωραία διακόσμηση που παρέπεμπε στα παλιά ρεμπετάδικα και μια καλά κουρδισμένη ορχήστρα που έπαιζε τα πάντα και τα έπαιζε και καλά.

Στους τοίχους, απ΄ τη μια μεριά σε κεντρικό σημείο, μια μεγάλη φωτογραφία του Γιάννη Παπαιωάννου, να κοιτάζει βλοσυρός, με ένα πλήθος άλλων τριγύρω του, ενώ από την άλλη μεριά και αντιστοίχως, ήταν ο Βασίλης Τσιτσάνης και πολλοί άλλοι της ίδιας συνομοταξίας. Όπως μου ειπε ο Μιχάλης αργότερα όλα αυτά τα ιερά τέρατα είχαν περάσει από τη συγκεκριμένη ιστορική ταβέρνα.

Γεμάτος ο χώρος από κάθε λογής ανθρώπους, αλλά χωρίς πολύ νεολαία και εν πολλοίς μάλλον παρακμιακοί, κατ αρχήν και εξ όψεως, οι περισσότεροι φαίνονταν.

Η παρέα μας άνω των σαράντα, ετερόκλιτη, είχε φτάσει κατά τις εντεκάμισυ να τιμήσει τον εορτάζοντα φίλο Μιχάλη, που είχε τη καλοσύνη, σε τούτους τους δύσκολους καιρούς, να κεράσει τους φίλους του. Δύο μόνο ζευγάρια υπήρχαν κι εμείς οι υπόλοιποι μόνοι κι ωραίοι, ελεύθεροι σκοπευτές, σε ένα πεδίο βολής που τα είχε όλα. Αριστερά μου ο Μιχάλης, χρόνια χωρισμένος και αιμοδότης νυχτερινών μουσικών ιδρυμάτων αλλά και χορηγός ατυχησάντων καλλιτέχνιδων και δεξιά ο Χάρης μετά του δεσμού του. Εξηνταπεντάρης και βάλε ο Χάρης με πολλούς γάμους στο ενεργητικό του, κάποια διαζύγια και μερικές χηρείες, χαιρόταν τη ζωή του και την οικονομική του ευχέρεια μετά συνοδών , πάντα μικρότερων και ευειδών, στη πλειοψηφία τους από τον χώρο της τέχνης. Και τούτο διότι ο Χάρης, έκανε το κέφι του από καιρού εις καιρόν, δημιουργώντας καλτ ταινίες, που δεν τις έβλεπε κανένας πλήν ίσως των συμμετεχόντων και των επιτροπών φεστιβάλ όπου ανελιπώς τις έστελνε και σάρωνε τα χρυσά βατόμουρα. Αυτό βέβαια, ουδόλως εμπόδιζε τον Χαρίλαο από του να συνεχίζει απτόητος τη καριέρα του, στο χώρο των θεαμάτων. Δίπλα του η Δανάη μια μεγαλοκυρία κοντά στα πενήντα, δηλαδή, περίπου μια γενιά μικρότερη του Χάρη. Ψηλή, τούριχνε ένα κεφάλι, μελαχρινή, με το μαλλί μαζεμένο, σκέτη Καρυάτιδα, με λαμπερό πρόσωπο , σίγουρα μποτοξαρισμένο και βλεφαροπλαστικωμένο, ας ειναι καλά ο χορηγός, θάχαν δε θάχαν, ένα χρόνο μαζί. Ήταν ηθοποιός η κυρία με συμμετοχές σε περιοδευοντες θιάσους και κάτι περάσματα στα φιλμ του Χάρη, καλλιτέχνιζε κυρίως λόγω του ταλέντου της. Όχι στην υποκριτική, εκεί χώλαινε κάπως, αλλά στην επιλογή σωστών συντροφων. Κι ο Χάρης δεν ήταν όποιος κι όποιος. Εκτός απο ‘’διακεκριμένος΄΄ σκηνοθέτης, ήταν απόγονος Κατακουζηνών με βίλα στην Εκάλη και ΄΄ουκ έστιν αριθμό΄΄ ακινήτων στο κέντρο της Αθήνας. Την ίδια στιγμή δεν ήταν χλέμπουρας αλλά ζόρικος και μάγκας. Στην ορχήστρα τον τόνο έδινε στο αρμόνιο ο μαέστρος, μια ευγενική φυσιογνωμία, με καθαρό πρόσωπο, που δεν έδενε με το περιβάλλον. Για τη συμφωνική της Βιέννης τον έκανες, αλλά όπως μου ειπε ο Μιχάλης που ήταν και φίλος του, άτιμη κενωνία, πως να τα βγάλει πέρα, το πρωί ήταν καθηγητής στο ωδείο και το βραδυ αρμόνιο στο κωλοχανείο. Που λέει ο λόγος δηλαδή, αλλά δεν απείχε και πολύ απ’ τη πραγματικότητα. Δίπλα του στα τύμπανα, ένας γύφτος, σόρυ παρεκτράπην, ρομ ήταν, μη με διαβάσει και κανένας της ηθικής αριστεράς και με κατηγορήσει για ρατσιστή, με σκουλαρικάκι στ΄ αυτί και αρκετά λιγδιάρης. Παραδίπλα η κυρία Μπέμπα με ξανθό φουσκωτό μαλί, εύσωμη, να μη πω χοντρή, η οποία τραγουδούσε με πάθος Ρίτα Σακελαρίου και Κατερίνα Στανίση. Ούτε από φωνή θα την έλεγες αηδόνι, ούτε απο κορμί φωνάρα, είχε όμως διάθεση και στόχο, μπορεί και στόχους. Δηλαδή σε αυτές τις καταστάσεις το πρόβλημα είναι όχι όταν δεν έχεις φωνή, αλλά στόχο. Γιατί το μαγαζί δεν ενδιαφέρεται για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Τον σαματά θέλει και το λογαριασμό που θα κάνουν οι πελάτες στόχοι, όπως ο κύριος με το ριγέ κοστούμι και τη γραβάτα λαχούρι. Πως δένει το λαχούρι με το ριγέ, ένας Θεός ξέρει. Πλοιοκτήτης μου λέει το αρχείο του Μιχάλη, και μένω σπίτσλες. Δικέ μου, με λαχούρι γραβάτα και καψούρης στη Μπέμπα, μέχρι μανάβικο στη Τρούμπα σε βλέπω, άντε και πάγκο με αγγούρια στη λαϊκή …Αλλά πλοιοκτήτης; Νάτος, τώρα εντάξει, τη φτιάξαμε την εικόνα, άναψε πούρο, καλεί τον σερβιτόρο, κάτι του λέει, πάει στη Μπέμπα, της ψυθιρίζει κι εκείνη κουνάει καταφατικά το κεφάλι. Σε λίγο κόβει το άσμα, παραγγελιά λέει κι αρχίζει το ‘’Αυτός ο άνθρωπος , αυτός΄΄ Ο κύριος Λαχούρης δεν σηκώνεται, η Μπέμπα, τα δίνει όλα, ιδροκοπώντας στη κυριολεξία, ένας απληροφόρητος πάει να βγει στη πίστα, ο σερβιτόρος τον σταματάει δειχνοντας του τη γραβάτα λαχούρι. Περνάει το πρώτο μισό του τραγουδιού κι εκεί που νομίζεις ότι η παραγγελιά ήταν ακουστική κι η Μπέμπα λέει:

Αυτός ο άνθρωπος αυτός
που ήταν τόσο δυνατός
και με κοιτάζει πικραμένα
κλαίει κλαίει  κλαίει για μένα .

πετάγεται ο Λαχούρης, οστεώδης και υψηλός με ελαφρύ μύστακα και κάνει την έκπληξη. Βαρύς μάγκας και νταλκάς, ξεδίπλωσε τη ψυχή του αναπάντεχα για τη Μπέμπα τη Θεά, που ειχε παραφρονήσει, παραφράζοντας αδώμενη , συνάμενη εν τω άμα και κουνάμενη

Αυτός ο άνθρωπος αυτός
είναι ο άλλος μου εαυτός
είναι το άλλο το μισό , απ΄ το κορμί μου
αυτός ο άνθρωπος αυτός, είναι ο άλλος μου εαυτός.

Ρε συ λες; Ο πλοιοκτήτης και η Μπέμπα; Τώρα βέβαια υπάρχει και το λαϊκό ρητό που λέει , ‘’το νινί σέρνει καράβι’’ αλλά ξέρω εγώ;

Οι σερβιτόροι να εχουν μαζευτεί και να ρένουν τη Μπέμπα με γαρύφαλλα, άλλοι να ανοίγουν κιβώτια σαμπάνιες κι εγώ να λέω γαμώ τη κρίση μου γαμώ, αλλά βλέπεις, τη ναυτιλία δεν την αγγίζει. Ειδικά αν υπάρχει και μια Μπέμπα. Τι να πούμε κι εμείς οι φτωχοί συγγραφείς…

Με το πέρας του άσματος, παρατάει το μικρόφωνο η Μπέμπα, που τα είχε φτύσει, εδώ που τα λέμε, με τη κατάθεση ψυχής και φωνής που έκανε στη γραβάτα λαχούρι και πάει και καθεται στο τραπέζι του να συζητήσουν για την καλλιτεχνική μέθεξη που είχαν πριν λίγο

Στο πάλκο ανέβηκε ο Βρασίδας, ψηλό νταμάρι , Αμφίσης, μπορεί και Χαλκιδικής, με ένα λαμέ μαύρο πουκάμισο ριχτό πάνω από το τζιν, το μαλλί τίγκα στο τζελ μακρύ σε αλογουρά, μια λεμαργιά από χρυσάφι στο λαιμό κι ένα δαχτυλίδι μαύρη κοτρώνα στο παράμεσο του αριστερού χεριού όπου κράταγε και το μικρόφωνο, για να διώχνει το κακό το μάτι, υποθέτω. Η κυρία Δανάη παραδίπλα σχολίασε, ‘’ωραίος άντρας όμως’’ παίρνοντας για απάντηση μια απαξιωτική ματιά του άρχοντα Χάρη.

Ο Βρασίδας άρχισε με Διονυσίου, ‘’Ξεφυλλίζοντας απόψε τα όνειρα μου’’ και πέρασε κάνα δεκάλεπτο με καψούρικες μπαλάντες. Την ώρα εκείνη μπήκε μια παρέα τεσσάρων ανδρών κάπως περίεργων. Θα ήταν γύρω στα τριάντα με τριανταπέντε. Ο ένας είχε ελαφρύ γενάκι, ψηλός λεπτός, στιλ μπρουτάλ αλλά γοητευτικός, ο δεύτερος είχε το μαλλί ψηλά και πίσω σε μικρή κοτσίδα και πολύ όμορφος, ο τρίτος μικρακαμωμένος με εύθραστη φυσιογνωμία ενώ ο τεταρτος ήταν ένα γυμνασμένο παλλικάρι. Και γιατί ήταν περίεργοι; Είχαν κάτι που δεν έδενε στο σύνολο τους, υπήρχε μια αναντιστοιχία. Στην , αρχή δεν αντιλαμβανόμουν τι ήταν αλλά αργότερα κατάλαβα.

Η παρέα κάθισε απέναντι μας και σε σχετικά μικρή απόσταση. Ο όμορφος της συντροφιάς πέρασε το χέρι στον ώμο του γενειοφόρου και τον πλησίασε σε απόσταση αναπνοής ψυθρίζοντας του κάτι ενώ εκείνος γέλασε χαριτωμένα. Φαινόταν ότι διατελούσαν σε κατάσταση ευθυμίας κι ότι ήταν πολύ κοντά ο ένας στον άλλο.

Η έκπληξη ήταν μεγάλη, καθόσον ακολούθησαν αγκαλιές και θωπείες που παρέπεμπαν σε γκέι καταστάσεις, πράγμα που από μόνο του δε με σοκάριζε, είναι πλέον συχνό το φαινόμενο, αλλά η αγωνία να το εκδηλώσουν και να το καταλάβουν άπαντες, πόσο ερωτευμένοι ήταν, όσο νάναι προκαλούσε το ενδιαφέρον των θαμώνων και όχι μόνο.

Εκ διαμέτρου αντίθετα κάθονταν δυο τύποι, μεσήλικες, ο ένας χαρακτηριστικά ογκώδης, σε κατάσταση μέθης, οι οποίοι με το που αντιλήφθηκαν τα τεκταινόμενα, άρχισαν να σταυροκοπιούνται και να κοιτάζουν με αηδία τη παρέα. Πιο δίπλα δύο σιτεμένες μεγαλομπεμπέκες είχαν ανάμεσα τους έναν σχετικά νεαρό Πακιστανό και το διασκέδαζαν. Σίγουρα το να δεις χαρά στα σκέλια σου, στη παράταση της ζωής σου, μη σου πω και στα πέναλτυ, είναι αιτία και αφορμή γιορτής.

Να μη παραλείψω να πω ότι η κυρία Δανάη δίπλα, είχε δυο στοιχεία πολύ ιδιαίτερα κι ένα τρίτο μοναδικό. Δηλαδή μιλούσε μόνο στον πληθυντικό και πολύ ντροπαλά, σε σημείο να αναρωτιέται κανείς, αν δουλεύει ψιλό γαζί όλον τον κόσμο, αφού δεν έδενε με την υπερπαραγωγή εικόνα της κι επίσης έδειχνε μια σεμνότητα, μια συστολή, κατ΄ αρχήν, παπαδιάς στον ιερό ναό του Σωτήρος, την οποία εικόνα φρόντισε δεόντως να τσαλακώσει στη συνέχεια, θα δειτε πως. Το μοναδικό τρίτο στοιχείο μου το αποκάλυψε ο Μιχάλης τονίζοντας μου οτι ανησυχεί πολύ για τον Χάρη. Του απάντησα, κάνε μας τη χάρη, μες τη καλή χαρά είναι ο Χάρης, ζωηρός και υγιής. Ναι μου λέει γελώντας, αλλά θα τον στείλει η κυρά Δανάη. Είναι ασταμάτητη στο κρεβάτι. Μάχες δίνει ο καημένος καθημερινά, με τη βοήθεια χημικών και φυτικών σκευασμάτων, για να τα βγάλει πέρα. Και γιατί δεν ζητάει τη βοήθεια του κοινού, τον ρώτησα γελώντας; Σοβαρέψου, μου απάντησε. Και ξέρεις κάτι άλλο; Του ζήτησε να παντρευτούν. Ε και κακό είναι αυτό, ρώτησα; Εεεχ τίποτα δε καταλαβαίνεις και θες να λέγεσαι και συγγραφέας. Θα τον στείλει μετά… Και θα της μείνουν τα ακίνητα κι όχι μόνο! Ε εντάξει την έζησε τη ζωή του ο Χάρης, ας πάει με γλυκό θάνατο του είπα γελώντας΄

Η παρέα των γκέι σηκώθηκε στη πίστα να χορέψει και σε διαδρομή τριών μέτρων έδωσαν τόσο νάζι και ταρακούνημα που δεν υπήρχε ανθρωπος στο μαγαζί να μην αντιληφθεί την ιδιαιτερότητα τους. Αυτοί όμως αδιαφορούσαν ή μάλλον το επεδίωκαν να προκαλέσουν. Την ώρα εκείνη παρατήρησα ότι ο γενάκιας από τη πίστα έριχνε φλογερές ματιές προς το μερος μας, αν και αγκάλιαζε τον γόη με την κοτσίδα. Αιφνιδιάστηκα. Κι επτυχίες στη γκέι κοινότητα τώρα; Πλην φευ, ηπατήθην. Οι φλόγες απευθύνονταν στη κυρία Δανάη. Εκείνη το είχε καταλάβει και του χαμογελούσε ντροπαλά μεν με σαφήνεια δε. Προφανώς και ο τύπος αγνοούσε τον συνοδό ή τον υποτιμούσε λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του κι αφού έβλεπε κι ανταπόκριση συνέχιζε απτόητος. Ο Χάρης δεν έδειχνε να αντιλαμβάνεται κι ο Μιχάλης που το το είπα, σχολίασε ότι όλα τα έχει πιάσει αλλά εκτιμά την επικινδυνότητα της κατάστασης τώρα. Οι μεθυσμένοι φίλοι απέναντι παρακολουθούσαν τις ταραντέλες και τα φτυσίματα αηδίας έδιναν κι έπαιρναν. Με δυσκολία κρατιόντουσαν να μην τους ορμήξουν.

Ο Βρασίδας ζήτησε σιωπή να ερμηνεύσει έναν ύμνο κι άρχισε να τραγουδάει . ‘’Τα μαύρα μάτια σου όταν τα βλέπω με ζαλίζουνε και το μυαλό μου συγκλονίζουνε’’. Σηκώνεται η Δανάη, παραμερίζοντας με δύναμη της καρέκλες στο διάβα της και κυριεύει την πίστα με το ένα κι ογδόντα της και με ένα απίστευτο κούνημα, συνδυασμό σεμνότητας και σεξουαλικότητας. Κι ενώ ουδείς τολμούσε να βγει στη πίστα να τη συνοδέψει, σηκώνεται ο γενάκιας κι υπό τα χαμόγελα των φίλων του, τη πλησιάζει κι αρχίζει να κουνιέται το ίδιο και περισσότερο. Ο Χάρης συνέχιζε να κοιτάζει ανέκφραστος καπνίζοντας. Η κατάσταση φαινόταν ελεγχόμενη. Κι εκεί που ο Βρασίδας έλεγε για τα μαύρα της μάτια που ανάβουν πυρκαγιές κι η Δανάη κουνούσε τους γοφούς της, έχοντας λύσει και τα μαλιά της σαν άλογο ιπποδρόμου, εκσφεδονίζεται ένα ποτήρι κρασιού χτυπώντας τον γενάκια στο δόξα πατρί, ενώ ακούγεται η φωνή της μεθυσμένης ντουλάπας: ΄΄Όξω μωρή ξεφτίλω΄΄ και ως ταύρος εν υαλοπολείω, βουτάει τον πεσμένο χορευτή, για να τον βγάλει έξω. Οι σερβιτόροι τρέχουν να τον συγκρατήσουν, ο κοτσιδάκιας βγάζει μια τσιρίδα που κάλυψε όλο το θόρυβο, ο Βρασίδας αφήνει κατά μερος τα μαύρα μάτια φωνάζοντας, από μικροφώνου, ηρεμία ρε παιδιά, όλοι δικοί μας είμαστε, άκου τι είπε ο άνθρωπος. Ο γόης με τη κοτσίδα πέφτει πάνω στη ντουλάπα, τραπέζια και καρέκλες αναποδογυρίζουν, σερβιτόροι μπλέκονται και συμπλέκονται. Εκεί ανάμεσα πως βρέθηκε δε κατάλαβα κι ο Χάρης, έχοντας ένα μπουζούκι που είχε ξεκρεμάσει απ΄ τον τοίχο και το οποίο με μεγάλη ευχαρίστηση φόρεσε κολάρο στον υπαίτιο της κατάστασης με τα γένια. Ο Μιχάλης πήρε κατά μέρος τον Χάρη, που όμως ήταν μια χαρά ψύχραιμος, οι σερβιτόροι έβγαλαν τη μεθυσμένη ντουλάπα εκτός χώρου, η Δανάη έβγαλε το μπουζούκι απ΄ το κεφάλι του νεαρού ταραξία και του καθάριζε τα αίματα, ο κοτσιδάκιας του χάιδευε τα γένια και σε λίγο η παρέα των γκέι βγήκε με τρόπαιο τη σεμνή και ντροπαλή κυρία Δανάη

Ο Χάρης παρατηρούσε τη νικηφόρα αποχώρηση της ομάδος με το λάφυρο κι ενώ ετοιμαζόμασταν για λόγια παρηγοριάς αυτός σχολίασε : ‘’Δεν βαριέσαι, γεμάτη πουτάνες είναι η Αθήνα, θα βρω μια άλλη’’

Πιο εκεί ο πλοιοκτήτης κάπνιζε το πούρο του, ανεπηρέαστος, με τη λιγωμένη Μπέμπα να τον κοιτάζει στα μάτια, η τσέπη ήταν χαμηλά δε βόλευε για κοίταγμα και τον άκουσα να μονολογεί. Κελ ντεκατάνς ρε πούστη μου, κελ ντεκατάνς

Κι εκεί σαν να είδα τον Τσιτσάνη στη φωτογραφία, να έχει χαμηλώσει τα μάτια από ντροπή…
Κατά τα λοιπά μη λησμονείτε να υγιαίνετε αδέλφια!

ΥΓ Τα αναφερόμενα είναι ‘’ κατά το μάλλον’’ αληθινά και ο μύθος μπήκε ‘’κατά το ήττον΄΄ για την εξυπηρέτηση του κειμένου και για τη μη αποκάλυψη των ‘’ενόχων’’

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.