Ο θάνατος της μεταπολεμικής πολιτικής

Γράφει ο Γιάννης Χαραλαμπίδης, Φιλόλογος – Ιστορικός

Το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, εκτός από κατεστραμμένη και μακελεμένη, βρήκε την Ευρώπη και πολιτικά αποδιοργανωμένη. Οι προπολεμικές πολιτικές ελίτ είχαν αποτύχει οικτρά στις περισσότερες περιπτώσεις ή είχαν καταστεί ξεπερασμένες από την ίδια την κοινωνική πραγματικότητα. Κι αν για την Ευρώπη ανατολικότερα του Δούναβη και του Έλβα τα τεθωρακισμένα του Ζούκωφ και του Ροκοσόφσκυ είχαν λύσει το πολιτικό πρόβλημα δραστικά, για την άλλη μισή, δυτικότερα της “σιδηράς” γραμμής, οι Αμερικανοί είχαν να βρουν τρόπο να κάνουν το σύστημα να πάρει μπρος και να δουλέψει αποτελεσματικά. Και οι Αμερικανοί έχουν ειδικότητα στο να κάνουν τα πράγματα να δουλεύουν…

Το πολιτικό σύστημα στις χώρες της δυτικής Ευρώπης έπρεπε να ανασυσταθεί. Η προπολεμική Δεξιά είχε σε πολλές περιπτώσεις ταυτιστεί ή συνδεθεί με τον αιματηρό ολοκληρωτισμό του Άξονα, ενώ η Αριστερά έμοιαζε να μεταλλάσσεται σε δύναμη επαναστατικής ανατροπής, ενθαρρυμένη από την τεράστια ισχύ της σοβιετικής δύναμης. Έτσι, ανέτειλε το μεταπολεμικό ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα ή πιο σωστά πλέγμα συστημάτων, βασισμένο στην αρχή της δυαδικότητας. Οι συντηρητικοί βρήκαν εκπροσώπηση στα κεντροδεξιά σχήματα της χριστιανοδημοκρατίας και οι αριστεροί στα σοσιαλιστικά/σοσιαλδημοκρατικά και εργατικά κόμματα που γρήγορα έγιναν ο δεύτερος πόλος, διεμβολίζοντας και απομονώνοντας τους κομμουνιστές. Το εγχείρημα πέτυχε, το σύστημα δούλεψε εξαιρετικά και οδήγησε στην ταχεία κοινωνική και οικονομική ανασύνταξη της ηπείρου, με την βοήθεια των αμερικανικών κεφαλαίων, φυσικά.

Τίποτε, όμως, δεν είναι φτιαγμένο για να δουλεύει πάντα. Αυτό που ήταν εξαιρετικά αποτελεσματικό την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, σήμερα μοιάζει να έχει και αυτό ξεπεραστεί από τις απαιτήσεις της πραγματικότητας. Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία έχει καταφανώς πλέον εισέλθει σε περίοδο αποδρομής. Όσο κι αν αρκετοί βαυκαλίζονται ότι πρόκειται να ανακάμψει, αυτό δεν θα γίνει. Στη Γαλλία η σοσιαλδημοκρατία μοιάζει να εξαϋλώνεται, στη Βρετανία βρίσκεται σε βαθύτατη κρίση, στη Γερμανία δείχνει να παρακολουθεί αμήχανη την προϊούσα παρακμή της, στην Ιταλία επιβιώνει ασθμαίνουσα χάρη στη γοητεία του Ρέντσι και στην Ισπανία σύρεται μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς σε μια βαθειά κρίση ταυτότητας. Η μαζικότητα και ο ενθουσιασμός χάνονται, η ευρηματικότητα και η πολιτική πρόταση απουσιάζουν, η Σοσιαλδημοκρατία απλώς δεν μπορεί να δώσει απαντήσεις.

Η χρόνια κρίση της ιστορικής αυτής παράταξης σε πανευρωπαϊκό επίπεδο έμοιαζε αρχικά να είναι σύμπτωμα εγγενές της. Άλλοι έλεγαν ότι φταίει το τέλος της περιόδου των μεγάλων και ιστορικών ηγετών, άλλοι η απώλεια του ιδεολογικού προσανατολισμού και η προσχώρηση στην “αλήθεια της νεοφιλελεύθερης αναγκαιότητας”, άλλοι μέμφονταν την μετατροπή του προοδευτισμού σε ιδεολογικό όχημα, γιατί αυτός αποξενώνει τα λαϊκά στρώματα. Όμως, στην πραγματικότητα η κρίση της Σοσιαλδημοκρατίας είναι κομμάτι της συνολικής κρίσης του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος, όπως αυτό οικοδομήθηκε τις μεταπολεμικές δεκαετίες. Μια κρίση που πηγάζει από την αδυναμία του συστήματος αυτού να εντοπίσει τα σημερινά και αυριανά προβλήματα, να τα διατυπώσει καθαρά και να προτείνει λύσεις για αυτά. Η κρίση αυτή βρίσκεται στην πραγματικότητα πίσω και από την μεγάλη κρίση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, πίσω από την αιφνίδια ενίσχυση των ευρωαρνητικών/ευρωσκεπτικιστικών και ριζοσπαστικά λαϊκιστικών δυνάμεων.

Μέχρι στιγμής ο έτερος πόλος, η χριστιανοδημοκρατική Κεντροδεξιά, δείχνει να αντέχει επαρκώς, καταφέρνει να κυριαρχεί πολιτικά στην Ευρώπη και να υπαγορεύει την πολιτική ατζέντα, χωρίς μάλιστα να απειλείται σοβαρά από άλλη πολιτική δύναμη. Δεν πρέπει, όμως, να γελιόμαστε. Η δομική κρίση που περιγράψαμε παραπάνω ήρθε για να μείνει και αφού καταπιεί την Κεντροαριστερά, θα στραφεί σοβαρά και κατά του ιστορικού αντιπάλου της. Η Κεντροδεξιά απορροφά ψηφοφόρους από τις κεντρώες και σοσιαλφιλελεύθερες τάξεις των σοσιαλιστών, αλλά δεν θα μπορεί να σφυρίζει αδιάφορα επ’ άπειρον για αυτούς που χάνει από τα λαϊκές και ριζοσπαστικές δικές της τάξεις. Η αδυναμία συνειδητοποίησης ή αποφυγή διατύπωσης των φόβων που στοιχειώνουν τις ψυχές των πολιτών της Ευρώπης είναι με βεβαιότητα μια συνταγή αποτυχίας. Όπως η υιοθέτηση της οικονομικής ατζέντας της Κεντροδεξιάς δεν έσωσε τους σοσιαλιστές, έτσι δεν θα σώσει και τους συντηρητικούς η υιοθέτηση της κοινωνικής ατζέντας της Κεντροαριστεράς. Ανάμεσα σε καθαρούς προοδευτικούς τύπου Μακρόν ή καθαρούς εθνοκεντρικούς τύπου Λεπέν, αργά ή γρήγορα η πολιτική ισχύς του ευρωπαϊκού συντηρητισμού θα συρρικνωθεί και εν τέλει θα εκλείψει.

Ο τίτλος που προοριζόταν να λάβει αυτό το κείμενο αρχικά ήταν “Ο θάνατος της Σοσιαλδημοκρατίας”. Άλλαξε στην πορεία, καθώς κατέστη συνείδηση στον υπογράφοντα πως πρόκειται για κάτι ευρύτερο. Η Κεντροαριστερά βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο της περιδίνησης που προκαλεί ο εσωτερικός της διχασμός. Παραδέρνει ανάμεσα στην αμηχανία και την αποσύνθεση, με πολύ εύγλωττα και πρόσφατα τα παραδείγματα της Ισπανίας και της Γαλλίας. Αντιμετωπίζει ακριβώς την διχοστασία που περιγράψαμε παραπάνω: είναι πολύ συντηρητική για να εκφράσει τόσο τα λαϊκίστικα και ανορθολογικά αιτήματα μιας ριζοσπαστικής Αριστεράς τύπου Podemos ή Μελανσόν όσο και τα μεταρρυθμιστικά και προοδευτικά ενός φιλελεύθερου Κέντρου. Αυτό το στρατηγικό πρόβλημα θα κληθεί αργά ή γρήγορα να αντιμετωπίσει και η Κεντροδεξιά.

Αν συνεχίσει να ακολουθεί την τακτική που έχει ως τώρα, δηλαδή άλλοτε να προσπαθεί να φερθεί ως ριζοσπαστική Δεξιά (πχ Ρούτε) και άλλοτε ως φιλελεύθερο Κέντρο (πχ Μέρκελ), κάποια στιγμή σύντομα θα αχθεί στο δυσάρεστο πεδίο να μην είναι αρκετά ικανή ούτε για το ένα ούτε για το άλλο, καθώς κάποιος γοητευτικός μεταρρυθμιστής και κάποιος σκληρός δεξιός ριζοσπάστης θα είναι πιο πειστικοί. Γι’ αυτό και η λύση μπορεί να είναι μόνο η υπέρβαση αυτού του πλαισίου, η διατύπωση μιας νέας αντίληψης της πραγματικότητας, μιας διαφορετικής πρότασης για το σήμερα και το αύριο. Η λύση είναι μια σύγχρονη συντηρητική επανάσταση που θα έλθει μέσα από την ίδια την ευρωπαϊκή Κεντροδεξιά, όχι για να μη χάσει ψήφους, αλλά για να κερδίσει τους πολίτες. Πρέπει να πάψει να φοβάται να μιλήσει για όσα φοβίζουν τους Ευρωπαίους και να τολμήσει να προτείνει λύσεις για τα προβλήματα που θα έρθουν και για όσα είναι ήδη εδώ. Το τελευταίο που πρέπει να έχει ο λόγος μιας τέτοιας πρότασης, είναι καλά και εύκολα λόγια. Οι μεγάλοι ηγέτες του ευρωπαϊκού συντηρητισμού δεν χρησιμοποίησαν ποτέ εύκολα και ευχάριστα λόγια. Γι’ αυτό, όμως, κατάφεραν να γράψουν ιστορία. Γιαυτό υπήρξαν ηγέτες. Γιατί έδωσαν τις σωστές απαντήσεις στα αναπόφευκτα ερωτήματα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *