Ο σημερινός θηριώδης «προοδευτικός» μαϊμούδοπολιτισμός

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, Οικονομολόγος – Σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Αυτό που με ενόχλησε περισσότερο στην ανάρτηση του χυδαίου πανό στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, με το οποίο κάποιοι επιχείρησαν να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους στον καταδικασμένο τρομοκράτη Δημήτρη Κουφοντίνα, αλλά και στην άρνηση καθηγητών του Παντείου και του Αριστοτελείου πανεπιστημίου στο σώμα φύλαξης στα ιδρύματα, δεν ήταν το φαινόμενο αυτό καθαυτό. Τα χρόνια της μεταπολίτευσης δυστυχώς η χώρα είναι συνηθισμένη σε τέτοιες εικόνες και παραστάσεις, τόσο μπαχαλάκιδων να υπερασπίζονται τρομοκράτες όσο και «προοδευτικών» καθηγητών να αρνούνται να εξυγιάνουν τον καθεστωτικό και πρωτόγονο ακόμα τρόπο που θέλει μειοψηφίες ανομίας να επεμβαίνουν όποτε θέλουν στην λειτουργία των δημόσιων πανεπιστημίων.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, εξαιτίας των τότε συνθηκών και καταστάσεων, αναπτύσσονται στην χώρα μας τρεις παθογένειες που συνεχίζουν να την ταλαιπωρούν μέχρι και σήμερα. Η πρώτη αφορά στην «ηρωοποίηση» του μάγκα. Ο μάγκας, ήταν και συνεχίζει να είναι αυτός ο οποίος δεν κερδίζει το ψωμί του πάντα με τίμια μέσα και περιφρονεί τους εύπορους και τους μισθωτούς, τους κατ’ αυτόν και δούλους. Εξίσου, πρέπει περιφρονεί και αψηφά τις αρχές, τραβά γρήγορα το μαχαίρι (μολότοφ ή και καλάζνικοφ σήμερα) και είναι ανελέητος στην εκδίκηση του για προσβολές εις βάρος του. Είναι δε ο ικανός να καταναλώσει τεράστιες ποσότητες χασισιού και οινοπνευματωδών ποτών και ταυτοχρόνως να διατηρεί τον αυστηρό αυτοέλεγχο. Αυτός ο υπόκοσμος δημιουργεί σε κάθε εποχή το δικό του γλωσσικό ιδίωμα, εν μέρει ως κώδικα για να αποφεύγει τον εντοπισμό από τις αρχές και εν μέρει ως μορφή ομαδικής αλληλεγγύης.

Η δεύτερη παθογένεια, επηρεάστηκε από το τα γνωστά κινήματα decadence (παρακμή) και αισθητισμού. Οι υπερασπιστές αυτών των κινημάτων αποδίδουν ακόμα την υψηλότερη αξία στην τέχνη και την προσωπική απόλαυση και στρέφονται εναντίον της πλήξης και της απέχθειας που προκαλεί η καθημερινότητα. Η ζωή μοιάζει να μιμείται την τέχνη. Η «αρρώστια» αυτή κυριάρχησε από τότε. Τα άτομα αυτά ωθούνται από την παρόρμηση να επιβεβαιώσουν την ατομικότητα τους, στάση η οποία είναι από μερικές απόψεις παρόμοια με την αντικοινωνική συμπεριφορά του μάγκα στον δικό του κόσμο. Στο μυθιστόρημα ή στην πραγματικότητα η αυτοκαταστροφή πρέπει να παρουσιαστεί ως πράξη αισθητικής.

Τρίτη παθογένεια αποτελεί αυτή στην οποία αναφέρεται ο Στάθης Ν. Καλύβας στο Καταστροφές και Θρίαμβοι: «Κεντρική θέση στην ελληνική κουλτούρα κατέχει ένα παράδοξο που έχει επισημανθεί από αρκετούς παρατηρητές. “Η δομή της ελληνικής οικονομίας είναι κολεκτιβιστική”, σημειώνει ένας από αυτούς, “αλλά η νοοτροπία της χώρας είναι ακριβώς το αντίθετο του κολεκτιβισμού. Στην πραγματικότητα, η δομή της περιγράφεται από τη φράση “ο καθένας για την πάρτη του”. Η παρατήρηση αυτή εγείρει ένα κρίσιμο ερώτημα: πως συμβιβάζονται και συνυπάρχουν ο έντονος κολεκτιβισμός και ο άκρατος ατομικισμός;».

Συνεχίζοντας την ανάλυση του πάνω στο φαινόμενο αυτό ο Στάθης Ν. Καλύβας γράφει: «Από τη μια, η ελληνική κοινωνία ανέκαθεν αντιμετώπιζε το κράτος με μεγάλη καχυποψία, καθώς το θεωρούσε μια καταπιεστική, ληστρική και εντέλει εχθρική οντότητα. “Οι ρυθμίσεις, όποτε τύχαινε να έρχονται σε αντίθεση με το ατομικό ή το οικογενειακό συμφέρον, αποτελούσαν εμπόδια που έπρεπε να ξεπεραστούν, όχι κανόνες που έπρεπε να τηρούνται”, παρατηρεί ο Μακνίλ. “Όσο πιο αυστηρή η ρύθμιση, τόσο πιο έντονη ήταν η προσπάθεια διαφυγής από την εφαρμογή της και τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα δωροδοκίας”. Η συνέπεια ήταν η κοινωνία να επιδιώκει να στερήσει το κράτος από πόρους, είτε διαμέσου της παρακράτησης τους (πχ φοροδιαφυγή, εισφοροδιαφυγή), είτε διαμέσου της απομύζησης τους (πχ προσοδοθηρία), είτε τέλος διαμέσου της ιδιοποίησης τους (πχ καταπάτηση της δημόσιας περιουσίας). Αυτή η συμπεριφορά είχε νόημα σε εποχές μεγάλης φτώχειας και περιορισμένης πολιτικής εκπροσώπησης, αλλά είναι πολύ δύσκολο να ερμηνευτεί (πόσω μάλλον να δικαιολογηθεί) σε συνθήκες σχετικής αφθονίας και δημοκρατίας».

Μαγκιά, decadence (παρακμή) και ο καθένας για την πάρτη του κολεκτιβισμός, εν προκειμένου διαμέσου της καταπάτηση της δημόσιας περιουσίας, έρχονται να συνδεθούν με μια ακόμα γενικότερη παθογένεια, το πολιτικό κόμμα. Τουλάχιστον ως προς τον σοσιαλιστικό τρόπο εφαρμογής τους, που αγκαλιάζει δηλαδή όλες τις δραστηριότητες του ατόμου.

Ο Friedrich Hayek στο Ο δρόμος προς τη δουλεία αναφέρει: «Η ιδέα ενός πολιτικού κόμματος που αγκαλιάζει όλες τις δραστηριότητες του ατόμου, από τη γέννηση μέχρι το θάνατο του, που αξιώνει να καθοδηγεί τις απόψεις του περί παντός επιστητού, και που μετά χαράς κάνει όλα τα προβλήματα ζητήματα κομματικής κοσμοεικόνας, τέθηκε σε εφαρμογή για πρώτη φορά από τους σοσιαλιστές».

Συνεχίζοντας ο Hayek θέλοντας να τεκμηριώσει το φαινόμενο πολιτικό κόμμα γράφει: «Δεν ήταν οι φασίστες, αλλά οι σοσιαλιστές εκείνοι που άρχιζαν να μαζεύουν παιδιά από την πιο τρυφερή ηλικία σε πολιτικές οργανώσεις ώστε να βεβαιωθούν ότι θα μεγάλωναν σαν καλοί προλετάριοι. Δεν ήταν οι φασίστες, αλλά οι σοσιαλιστές εκείνοι που σκέφτηκαν πρώτοι να οργανώσουν τα αθλήματα και τις αθλοπαιδιές, το ποδόσφαιρο και την ορειβασία, σε κομματικούς ομίλους όπου τα μέλη δε θα μολύνονταν από άλλες απόψεις. Ήταν οι σοσιαλιστές εκείνοι που επέμειναν ότι το μέλος του κόμματος θα έπρεπε να διακρίνεται από τους άλλους στους τρόπους χαιρετισμού και στις μορφές προσφώνησης… μπορεί κανείς να διατηρήσει ή να βελτιώσει τη θέση του μόνο ως μέλος μιας οργανωμένης ομάδας, ικανής να επηρεάζει ή να ελέγχει την κρατική μηχανή προς το συμφέρον της… Το να “σχεδιάζεις” ή να “οργανώνεις” την ανάπτυξη του πνεύματος ή, εν προκειμένω, την πρόοδο εν γένει συνιστά αντίφαση εν τοις όροις».

Αυτό που με ενόχλησε, λοιπόν, περισσότερο δεν ήταν η παραπάνω τραγική για την χώρα πραγματικότητα. Αυτό που με ενόχλησε είναι ο τρόπος που επιλέγουμε να διαχειριστούμε τις παθογένειες αυτές – μαγκιά, decadence (παρακμή), ο καθένας για την πάρτη του κολεκτιβισμός και πολιτικό κόμμα που αγκαλιάζει όλες τις δραστηριότητες του ατόμου – και μη θέλοντας να τις κοιτάξουμε στα μάτια κάθε φορά τις διαιωνίζουμε.

Με ενόχλησε για μια ακόμα φορά ο τρόπος που επέλεξαν τόσο οι άμεσα θιγόμενοι όσο και η επίσημη πολιτεία να σταθούν απέναντι σε αυτά τα γεγονότα. Δηλαδή, όταν σε ένα κράτος δικαίου σου βρίζουν δημόσια τον, αδικοχαμένο από τρομοκρατική επίθεση, πατέρα, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να αναρτήσεις τσιτάτο στο fb; Υπάρχουν πρόσωπα που εκδηλώνουν δημόσια τη στήριξη τους σε καταδικασμένους τρομοκράτες και η επίσημη πολιτεία δεν επεμβαίνει; Συντεχνίες και μάλιστα δημόσιοι λειτουργοί συνεχίζουν να θεωρούν κεκτημένο ακόμη και από ομάδες ανομίας την καταπάτηση της δημόσιας περιουσίας και δεν τους κουνάει κανείς από τη θέση τους; Τάσεις πολιτικών κομμάτων, ακόμη και το σύνολο τους στηρίζουν τέτοιου τύπου δράσεις και παθογένειες και συνεχίζουν να βρίσκονται εντός δημοκρατικού τόξου και φυσικά κοινοβουλίου; Και όλο αυτό θεωρείται και πρόοδος;

Πέραν της προσωπικής μας ασφάλειας θα πρέπει να καταλάβουμε ότι οι συμπεριφορές που εκδηλώνονται μέσα από τις παθογένειες αυτές μας στερούν και τις ελευθερίες μας. Στα χρόνια της μεταπολίτευσης ο Έλληνας δεν έχει απολέσει σημαντικές ελευθερίες του εξαιτίας της κρατικής καταστολής αλλά εξαιτίας της δικτατορίας των ανεξέλεγκτων και ενίοτε παράνομων μειοψηφιών και ομάδων. Εξαιτίας αυτού του σημερινού θηριώδους «προοδευτικού» μαϊμούδοπολιτισμού.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.