Ο Αλβανικός Κομμουνισμός και ο «Κόκκινος Επίσκοπος» (Μέρος A’)

Γράφει ο Νικόλαος Α. Σταύρου *
Καθηγητής Πολιτικών Επιστημών του Παν/μίου Χάουαρντ της Ουάσιγκτον

Αρχεία της Communist International (Comintern) περιέχουν πλήθος πληροφοριών για μία γραφική προσωπικότητα της Αλβανίας, τον Fan S. Noli η αλλιώς Krasnyi Episkop (Κόκκινος Επίσκοπος). Ο Noli ξεκίνησε τη θυελλώδη καριέρα του στις αρχές του αιώνα, αρχικά ως ηθοποιός στο θέατρο και αργότερα ως ψάλτης. Άλλαξε δυο φορές την εθνικότητα του, σπούδασε θεολογία στο Harvard, και τελικά έγινε η κινητήρια δύναμη για την «εθνικοποίηση» της Αλβανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο Κόκκινος Επίσκοπος θαύμαζε το επαναστατικό πνεύμα του Λένιν και μιμήθηκε τον Μπολσεβίκο ηγέτη, οργανώνοντας ένα επιτυχές πραξικόπημα. Το 1924, υπηρέτησε ως πρωθυπουργός για έξι μόλις μήνες και ανατράπηκε από τον Ahmet Zogu, ο οποίος έγινες αργότερα ο Βασιλιάς Zogu I, της Αλβανίας. Λίγο αργότερα ο Νόλι πήγε στη Μόσχα με μια ομάδα νέων Αλβανών, προκειμένου να επιχειρήσουν ένα δεύτερο πραξικόπημα. Το 1927, προέβλεπε τη «σίγουρη νίκη του Κόκκινου Στρατού». Τον ίδιο χρόνο, επέστρεψε στο καταφύγιό του στο Κέμπριτζ της Μασσαχουσέτης, όπου και πέθανε το 1965.

Ο Κόκκινος Επίσκοπος αποτελούσε αντικείμενο θαυμασμού όλων των Αλβανών. Οι κομμουνιστές επαινούσαν το επαναστατικό του πνεύμα και οι εθνικιστές τον ισχυρό εθνικισμό του. Το 1946, Ο Ενβέρ Χότζα του πρότεινε μια έδρα στο κοινοβούλιο της Λαϊκής Δημοκρατίας της Αλβανίας. Ο διάδοχος του Χότζα, ο Ραμίζ Αλία, απήγγειλε συχνά ποιήματα του Επισκόπου. Ακόμη και ο Σαλί Μπερίσα, ο πρώτος μετα-κομμουνιστής πρόεδρος της Αλβανίας, κατά την πρώτη επίσημη επίσκεψη του στις Ηνωμένες Πολιτείες επισκέφθηκε τον τάφο του Νόλι στην Μασσαχουσέτη. Η αλβανική ιστοριογραφία πρόσεξε να μην υπάρξουν ρυτίδες στο πολιτικό πορτρέτο του Νόλι. Το παρόν άρθρο, που αποτελεί τμήμα μια εκτεταμένης μελέτης για τις ρίζες του αλβανικού κομμουνισμού, παρουσιάζει το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο Νόλι κήρυττε τη δική του δημοκρατία, μια δημοκρατία δίχως κοινοβούλιο. Στην πορεία, μπορεί να προκύψει ένα νέο πορτρέτο του επισκόπου, ένα πορτρέτο στο οποίο μπορεί να εμφανίζεται με ελιές και ρυτίδες.

Η Αλβανία στις Αρχές του Αιώνα.

Ούτε ο επιστημονικός σοσιαλισμός του Μαρξ, ούτε η λενιστική παραλλαγή του μπορούσαν να γίνουν κατανοητά από την αλβανική κοινωνία στις αρχές του αιώνα. Το βασικό χαρακτηριστικό της Αλβανίας τότε ήταν, ότι επρόκειτο για ένα μουσουλμανικό θύλακα που βρισκόταν περικυκλωμένος από την ασταμάτητη μάχη των Χριστιανών να διώξουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία από την ευρωπαϊκή ήπειρο και να συνεχίσουν την διαδικασία εθνικής απελευθέρωσης που είχε αρχίσει με τη Γαλλική Επανάσταση. Και ενώ ο σοσιαλισμός είχε αρχίσει να εμφανίζετια στα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη κατά την δεκαετία του 1890 μέσω μικροσκοπικών εργατικών ενώσεων και αγροτικών «πολιτικών κομμάτων», οι αλβανικές φυλές βασίζονταν στα αρχαία έθιμά τους, ορισμένα εκ των οποίων υπάρχουν ακόμη και σήμερα. Η βεντέτα αποτελούσε συχνό φαινόμενο, οι νύφες δίνονταν στον πλειοδότη, ο φόνος ήταν ένας ευγενής τρόπος αποκατάστασης της οικογενειακής τιμής και τα χριστιανικά χωριά λεηλατούνταν σε μία προσπάθεια απόδειξης της μουσουλμανικής υπεροχής έναντι των Γιαούρηδων (απίστων). Αυτές οι συνήθειες χαρακτήρισαν πολλές γενιές και αποτέλεσαν αντικείμενο σχολαστικής παρατήρησης όταν ξέσπασε ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος.

Δυτικοί αρχαιολόγοι και απόγονοι Βρετανών αριστοκρατών που ταξίδεψαν στα βαλκάνια στις αρχές του αιώνα μας, θεώρησαν την αλβανική κοινωνία ζωντανή απόδειξη των «ευγενών αγρίων», έννοια που έγινε γνωστή από το Jean – Jacques Rousseau, το δέκατο όγδοο αιώνα. H Edith Durham, Βρετανή ανθρωπολόγος, περιέγραψε σχολαστικά τα αλβανικά έθιμα στο βιβλίο της Highland Albania:
Ο άγραφος νόμος του αίματος στην Αλβανία θα μπορούσε να παρομοιαστεί με το μένος στην ελληνική τραγωδία. Σέρνει τον άνθρωπο προς τη μοίρα του. Η κατάρα του αίματος πέφτει πάνω του από τη στιγμή που γεννιέται και είναι η αιτία που πεθαίνει νέος. Γνωρίζει ότι πρέπει να σκοτώσει ή να σκοτωθεί, το γεγονός δεν επηρεάζει τη ζωή του περισσότερο απ’ όσο θα επηρεαζόταν ένας εύπορος Δυτικό-Ευρωπαίος έμπορος εάν άκουγε κατά την διάρκεια του δείπνου ότι ο άνθρωπος δεν ζει για πάντα… και όσοι από εσάς που διαβάζετε αυτό το βιβλίο πείτε ότι πρόκειται για έθιμα αγρίων, να σας θυμίσω ότι και εμείς παίζουμε το ίδιο παιχνίδι, σε μεγαλύτερη μάλιστα κλίμακα, και το λέμε πόλεμο. Δεν μπορούμε να καταδικάσουμε ούτε το αίμα ούτε τον πόλεμο.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο σοσιαλισμός, η ταξική πάλη και η ανακατανομή πλούτου αποτελούσαν αφηρημένες έννοιες στην μικροσκοπική αλβανική terra icongnita. Το σκηνικό άλλαξε εξαιτίας των Βαλακανικών πολέμων και των εθνικών συγκρούσεων που ακολούθησαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο και την άνοδο των Μπολσεβίκων στη Ρωσία. Τα γεγονότα αυτά έκαναν τη στάσιμη, φεουδαρχική αλβανική κοινωνία να έρθει σ’ επαφή με τον κομμουνισμό. Οι αλβανοί εθνικιστές πρόσφυγες ανησυχώντας για το γεγονός ότι το έθνος τους αποτελούσε το τελευταίο οχυρό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επιθυμούσαν να δουν τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου αλβανικού κράτους. Γι΄αυτό το λόγο, έψαχναν προς κάθε κατεύθυνση προκειμένου να βρουν υποστήριξη στην επίτευξη του στόχου τους κα να βρουν ένα κατάλληλο σύστημα διακυβέρνησης για την κοινωνία τους, το οποίο θα κατέλυε τη φεουδαρχία. Εκείνη την εποχή, δύο ήταν οι δυνάμεις που θα μπορούσαν να τους βοηθήσουν: οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία.

Ο Αμερικανός Πρόεδρος Woodrow Wilson είχε συγκινήσει τα έθνη με την σθεναρή υποστήριξη του στην αυτοδιάθεση, όπως σημειωνόταν στα Δεκατέσσερα Σημεία. Η Ρωσία πειραματιζόταν με ένα νέο σύστημα, με τον Vladimir Illych Lenin να προσφέρει ένα διαφορετικό κοινωνικό μοντέλο και μια διαφορετική μορφή αυτοδιάθεσης. Αν και το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου δεν γνώριζε πολλά για το Μπολσεβίκο ηγέτη και την επανάστασή του, η πνευματική ελίτ της Αλβανίας πίστεψε ότι επρόκειτο για μια πολλά υποσχόμενη εναλλακτική λύση. Για τη στάσιμη αλβανική κοινωνία της δεκαετίας του ’20, τα «εντυπωσιακά νέα από τη Ρωσία» είχαν την ίδια σημασία με τις θέσεις του Wilson για την αυτοδιάθεση.

Ακολουθώντας διαφορετική πορεία και έχοντας διαφορετικούς στόχους, οι υπέρμαχοι του αλβανικού εθνικισμού επέστρεψαν στην πατρίδα τους, φέρνοντας μαζί τους ιδεολογίες που φάνταζαν τουλάχιστον παράξενες για την αλβανική κοινωνία του ‘ 20, ο δείκτης αναλφαβητισμού της οποίας έφτανε μόλις το 1,5%. Οι πρώτοι κομμουνιστές προέβαλαν από τις τάξεις του. Ίσως να μην ήταν λάθος να πούμε ότι ο αλβανικός κομμουνισμός και το αλβανικό κράτος αναπτύχθηκαν παράλληλα. Και οι δύο έννοιες αποτελούσαν έμμεσα προϊόντα παραγόντων που βρίσκονταν πέρα από τον έλεγχο των αλβανικών ελίτ, οι οποίες, όμως, κατάφεραν να τις εκμεταλλευθούν αποτελεσματικά. Ο πιο σημαντικός παράγοντας ήταν οι Βαλκανικοί πόλεμοι, που αναζωογόνησαν τις εθνικιστικές δυνάμεις, ενώ ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος εμφύσησε νέες ιδεολογίες, βάσει των οποίων ο χειρισμός του πλήθους για την επιδίωξη εθνικών ή ταξικών στόχων αποτελούσε βασικό χαρακτηριστικό της πολιτικής ζωής. Οι κοινωνικό-οικονομικοί παράγοντες δεν είχαν ιδιαίτερη σχέση με την εμφάνιση του κομμουνισμού στην Αλβανία. Ο εικοστός αιώνας έδωσε νέες ελπίδες στους βαλκανικούς λαούς, οι οποίοι εξακολουθούσαν να μάχονται για την αυτοδιάθεση. Οι Σέρβοι, οι Μαυροβούνιοι, οι Έλληνες και οι Βούλγαροι, αν και πολλές φορές βρέθηκαν αντιμέτωποι μεταξύ τους, έθεσαν κατά μέρος τις διαφορές τους το 1912 και κατάφεραν να εκδιώξουν σε πολύ μεγάλο βαθμό την Οθωμανική Αυτοκρατορία από την Ευρώπη. Ο πρώτος Βαλκανικός πόλεμος αποτέλεσε θρίαμβο στης περιφερειακής συνεργασίας και απειλή κατά των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων που, από το Συνέδριο της Βιέννης, θεωρούσαν τα Βαλκάνια πεδίο δοκιμής των ακροβατικών τους για την τήρηση της ισορροπίας δυνάμεων.

Οι αλβανοί δεν συμμετείχαν στις κοινές προσπάθειες των υπόλοιπων βαλκανικών εθνών στον Πρώτο και στο Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο. Υποστήριζαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία και αργότερα , το Νεοτουρκικό καθεστώς.
Η υποστήριξή τους αυτή τους ωφέλησε. Τον Αύγουστο του 1912, οι Νεότουρκοι, αντιλαμβανόμενοι την αναπόφευκτη ήττα τους στα Βαλκάνια, προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα τουρκικό κρατίδιο, τη Μεγάλη Αλβανία. Τέσσερεις Μουσουλμάνοι Αλβανοί, ορίστηκαν κυβερνήτες στα βιλαέτια των Ιωαννίνων , του Μοναστηρίου, της Σκόδρας, και του Κοσσυφοπεδίου -οι τρείς από τις τέσσερεις περιοχές συγκέντρωναν κυρίως χριστιανικό πληθυσμό. Τα ορθόδοξα έθνη (Ελλάδα, Σερβία, Μαυροβούνιο και Βουλγαρία) θεώρησαν αυτή την κίνηση μια προσπάθεια διατήρησης της οθωμανικής εξουσίας μέσω των Αλβανών υποτελών τους. Όπως και ήταν. Ο πρώτος Βαλκανικός πόλεμος έθεσε τέλος σε όλες αυτές τις ενέργειες. Όταν συνειδητοποίησαν ότι το έθνος τους κινδυνεύει, οι Αλβανοί ηγέτες προσπάθησαν να επωφεληθούν από την αναταραχή του πολέμου και την αδυναμία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στις 8 Οκτωβρίου 1912, σημαντικά μέλη των αλβανικών φυλών, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν πρώην αξιωματούχοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (ο, τι είχε μείνει από αυτή) ή θα συνέχιζαν να την υποστηρίζουν με στόχο να κερδίσουν την ανεξαρτησία τους με διπλωματικά μέσα σε μία ειρηνευτική διάσκεψη. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, έως τότε, η Αλβανία δεν αποτελούσε κράτος. Οι ελπίδες τους ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν κράτος γίνονταν έντονες, όσο αποδυναμωνόταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το μόνο συγκεκριμένο αποτέλεσμα της Συνάντησης των Σκοπίων ήταν η συμφωνία για την αποστολή μίας επιστολής στις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, με την οποία α ζητούσαν την αναγνώρισή του δικαιώματος τους για αυτοδιάθεση. Όμως, λόγω της θρησκευτικής τους πίστης, οι συμμετέχοντες στη συνάντηση των Σκοπίων αποφάσισαν να συνεχίσουν να στηρίζουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αν και «ήταν σχεδόν σίγουρο ότι θα έβγαινε ηττημένη μετά τον πόλεμο». Το στοίχημα τους, που βασίστηκε σε λογικές υποθέσεις, τελικά απέδωσε. Πίστευαν ότι η Αυτοκρατορία μπορεί να ήθελε να συντρίψει τους Χριστιανούς, αλλά θα υποστήριζε ένα μουσουλμανικό αλβανικό κράτος, το οποίο θα αποτελούσε τη συνέχιση της τουρκικής επιρροής στα Βαλκάνια.

Όμως, ακόμη και αυτές οι προσδοκίες τους θα παρέμεναν στην σφαίρα του ονειρικού εάν δεν αναλαμβάνονταν συγκεκριμένα μέτρα από τους Αλβανούς. Το πιο σημαντικό από αυτά ήταν η διακήρυξη για ανεξαρτησία της Αλβανίας, της 28ης Νοεμβρίου 1912. Η αλβανική ιστορία προσωποποιεί τη διακήρυξη στο όνομα του ανθρώπου. Ο Ισμαήλ Κεμάλ- Βλόρα ήταν αλβανός, ανώτατος διοικητικός υπάλληλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ξάδελφος του μεγάλου βεζύρη του σουλτάνου Ηαμίντ, Φερίντ Βλόρα. Το 1912 αντιπροσώπευσε την περιφέρεια Μπεράτ στην συμβουλευτική συνέλευση του σουλτάνου (και ηγήθηκε της φιλελεύθερης αντιπολίτευσης στο πρώτο τουρκικό κοινοβούλιο) και ανέλαβε το έργο της επαγρύπνησης της αλβανικής διασποράς προκειμένου να στηρίξει την ανεξαρτησία. Στις αρχές Νοεμβρίου 1912, συμμετείχε σε μια συνάντηση των Αλβανών μεταναστών στο Βουκουρέστι, το οποίο επί σειρά ετών προσπαθούσε να πείσει τους υπουργούς Εξωτερικών των μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών να υποστηρίξουν την ανεξαρτησία της Αλβανίας. Φεύγοντας από τη συνάντηση, ο Κεμάλη σταμάτησε στη Βιέννη, όπου έλαβε την επιβεβαίωση των Αυστριακών ότι » η δημιουργία ενός ανεξάρτητου αλβανικού κράτους δεν ερχόταν σε αντίθεση με τα συμφέροντα της Αυτοκρατορίας στη Βαλκανική Χερσόνησο» .

Παίρνοντας θάρρος από την απάντηση των αυστριακών και από την αποδυνάμωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στις 28 Νοεμβρίου 1912, φθάνοντας στο λιμάνι Αυλώνα, ύψωσε τη σημαία με το δικέφαλο αετό και διακήρυξε την ανεξαρτησία της Αλβανίας.

Όπως αναμενόταν, η Οθωμανική Αυτοκρατορία έσπευσε προς βοήθεια των Αλβανών. Κατά τη διάρκεια διάσκεψης των πρεσβευτών των μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών και των εμπολέμων στα Βαλκάνια, που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο στις 29 Ιουλίου 1913 (και στόχο είχε την επίλυση των προβλημάτων που είχαν δημιουργηθεί από το δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο και τον καθαρισμό των νέων συνόρων στη χερσόνησο), ο αντιπρόσωπος της Τουρκίας , με την υποστήριξη της Αυστρίας και της Ιταλίας επέμενε να εξαιρεθούν ορισμένες περιοχές που κατοικούνταν από Αλβανούς από εκείνες που θα δίνονταν στους νικητές. Έτσι δημιουργήθηκε ένα Μουσουλμανικό κράτος μεταξύ Σλάβων και Χριστιανών. Αρχικά, τα γειτονικά κράτη, θεώρησαν την Αλβανία ένα ισλαμικό οχυρό- όπως θεωρείται σήμερα και η Βοσνία. Στη διάσκεψη των πρεσβευτών ορίστηκαν τα σύνορα του νέου κράτους, καθώς και το σύστημα διακυβέρνησης του: » η Αλβανία είναι ένα ανεξάρτητο πριγκιπάτο και εντός έξι μηνών οι μεγάλες δυνάμεις θα επιλέξουν το πρίγκιπα που θα κυβερνήσει»

Συνεχιζόμενη Αναταραχή

Η πρώτη δεκαετία, μετά την διακήρυξη της ανεξαρτησίας της Αλβανίας και τη διάσκεψη του Λονδίνου, χαρακτηρίστηκε από έντονες αναταραχές και εμφύλιες συγκρούσεις. Το γεγονός έκανε τις μεγάλες δυνάμεις να αναρωτηθούν εάν το νέο τους δημιούργημα θα μπορούσε να γίνει πραγματικό κράτος. Από το 1913 έως το 1920, χάος επικρατούσε σε ολόκληρη τη χώρα. Οι αλβανικές κυβερνήσεις, ασκούσαν ελάχιστο έλεγχο στην αλβανική επικράτεια. Οι ισχυρές οικογένειες βάλλονταν μεταξύ τους σε μια προσπάθεια επιβολής του ισχυρότερου. Αρκετοί αρχηγοί ων μεγάλων οικογενειών, που ήταν γνωστοί ως τοπικοί παρατηρητές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ή ως ληστές, κατέλαβαν υπουργεία στα Τίρανα και στα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη, ζήτησαν εξωτερική υποστήριξη προκειμένου να κυριαρχήσουν έναντι των αντιπάλων τους.

Ένας γερμανός πρίγκιπας ο William Weid έφθασε στην Αλβανία λίγους μόλις μήνες πριν το ξέσπασμα του Α Παγκοσμίου Πολέμου για να αναλάβει «τον αλβανικό θρόνο», όπως είχαν ορίσει οι μεγάλες δυνάμεις. Έξι μήνες αργότερα και ενώ η χώρα βρισκόταν σε διαρκή αναταραχή, έφυγε δίχως να παραιτηθεί του αξιώματός του και δίχως να επιστρέψει ποτέ. Σερβικά, ελληνικά, ιταλικά, γαλλικά και αυστριακά στρατεύματα κατείχαν τα αλβανικά εδάφη καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου και πολλοί σκέφτηκαν τη διαίρεση της Αλβανίας ανάμεσα στην Ελλάδα, την Ιταλία και τη Σερβία. Τα όνειρα που γεννήθηκαν στην Αυλώνα κινδύνευαν να μη γίνουν ποτέ πραγματικότητα. Όμως, τα γεγονότα του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου σημαδεύτηκαν από έντονο ιδεαλισμό, ο οποίος ρίζωσε βαθιά στις καρδιές των Αλβανών διανοουμένων.

Ο πρόεδρος Woodrow Wilson είχε κεντρίσει τη φαντασία πολλών με τις δηλώσεις του για αυτοδιάθεση, ανεξαρτήτως του μεγέθους του πληθυσμού. Η πνευματική ελίτ της Αλβανίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, εμπνευσμένη από τα λόγια του Αμερικανού προέδρου, πίστεψαν ότι είχαν βρει έναν αξιόπιστο σύμμαχο στην προσπάθειά τους για ανεξαρτησία. Αλλά οι συμφωνίες που έγιναν κατά τη διάρκεια του πολέμου για τα Βαλκάνια είχαν αρνητικές επιπτώσεις για την Αλβανία. Στη συνθήκη του Λονδίνου (1915) αποφασίστηκε να διαιρεθεί η Αλβανία μεταξύ της Ελλάδας και της Σερβίας και να αναλάβει η Ιταλία «την ευθύνη να εκπροσωπεί στο εξωτερικό ένα μικρό αλβανικό θύλακα γύρω από το Δυρράχιο». Επρόκειτο για μια μυστική συμφωνία, που δεν σημαίνει τίποτα για τις εμπόλεμες οικογένειες στην Αλβανία. Σημαίνει όμως πολλά για την αλβανική διασπορά η οποία, κατά ένα απροσδόκητο τρόπο, άλλαξε τη στάση της και υιοθέτησε τις τρεις ιδεολογίες που κυριαρχούσαν κατά τη μεταψυχροπολεμική εποχή: το σοσιαλισμό, τον κομμουνισμό και τον εθνικισμό.

Το 1917, ο Λένιν δημοσιοποίησε όλες τις συνθήκες που είχε υπογράψει ο Τσάρος και κατήγγειλε τη μυστική διπλωματία, ως ένα ανήθικο μέσον των καπιταλιστών στην προσπάθεια τους να ορίσουν το μέλλον των εθνών. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη που να υποδηλώνει ότι ο Λένιν είχε στο νου του την Αλβανία όταν πρότεινε αυτή τη νέα προσέγγιση για την ανοιχτή διπλωματία. Όποιοι κι αν ήταν οι λόγοι του Λένιν, η προτεινόμενη μοίρα της Αλβανίας έγινε ένα κοινό μυστικό, το οποίο είχε άμεσο αντίκτυπο στην ηγεσία του έθνους. Η πράξη του Λένιν λειτούργησε ως καταλύτης που συνένωσε τις αντιμαχόμενες οικογένειες που , έως το 1921, μπόρεσαν να λειτουργήσουν ως εθνική κυβέρνηση. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι τα λόγια του Λένιν βρήκαν απήχηση σε μια κοινωνία που εξακολουθούσε να είναι φεουδαρχική και ισχυρά εθνικιστική. Mε την επανάσταση των Μπολσεβίκων και την ισχυρή απήχηση του Λένιν στους Αλβανούς, εμφανίστηκε και ο Φαν Νόλι, ο οποίος αυτοανακηρύχθηκε επίσκοπος της Αλβανίας. Όπως θα δούμε, είχε ιδιαίτερους θεσμούς με την Μόσχα. Ο Νόλι επαινείται ή κατηγορείται διότι εισήγαγε τη ριζοσπαστική αριστερή πολιτική στην Αλβανία και δημιούργησε την πρώτη ομάδα των κομμουνιστών. Εξέχοντες Αλβανοί ιστορικοί , όπως ο εκλιπών Stavro Skendi σημειώνουν ότι «ο Μαρξισμός στην Αλβανία χρονολογείται από την επαναστατική κυβέρνηση του Φαν Νόλι, (του) Ιουνίου-Δεκεμβρίου 1924″. Γι’ αυτό το λόγο, αξίζει να επανεξετάσουμε την πολιτική και το ρόλο του Νόλι, ως προάγγελου του αλβανικού μαρξισμού.

Οι Εθνικές Ρίζες ενός Ριζοσπαστικού Επισκόπου.

Ιστορικές αναφορές, πολλές εκ των οποίων δημοσιεύτηκαν με τη σύμφωνη γνώμη του καθεστώτος Χότζα, προσδίδουν τον Φαν Νόλι «εντυπωσιακά επαναστατικά κατορθώματα». Η ριζοσπαστική προσέγγιση του Χότζα στην αντιμετώπιση της οπισθοδρομικότητας της Αλβανίας κατά τη δεκαετία του ’20 του έδωσε περίοπτη θέση στην ιστορία του αλβανικού σοσιαλισμού και κομμουνισμού. H διακυβέρνηση του, που διήρκησε μόλις έξι μήνες, περιγράφεται ως η «αλβανική έκδοση της αστικής επανάστασης».

Το γεγονός ότι εκείνη την εποχή δεν υπήρχε αστική τάξη στην Αλβανία δεν παίζει ιδιαίτερο ρόλο. Το πραξικόπημα του Νόλι του Ιουνίου του 1924 προσέφερε στους Ορθοδόξους Αλβανούς Μαρξιστές το » σύνδεσμο που έλειπε» για την αναδρομική εφαρμογή του ορισμού που προβλέπει ότι η σοσιαλιστική επανάσταση έπεται της αστικής. Αν και οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν στο ριζοσπαστικό χαρακτήρα του Νόλι, κανένας δεν αναφέρεται στο πολιτιστικό του υπόβαθρο, στην » κρίση εθνικής ταυτότητας» του Νόλι και στον απαράμιλλο οπορτουνισμό του. Αυτές οι παραλείψεις και το γεγονός ότι ο ρόλος του ως προάγγελου της ριζοσπαστικής αριστερής πολιτικής στην Αλβανία υποτάχθηκε στο μεταπολεμικό ρεβιζιονισμό, αφήνουν ακάλυπτο ένα σημαντικό κεφάλαιο του αλβανικού κομμουνισμού. Κρίνοντας από τη διαθέσιμη βιβλιογραφία, πρόκειται για έναν «προοδευτικό αστό, έναν πατριώτη», περιγραφή που του αποδίδεται από όλους, ακόμη και από τους Δυτικούς μελετητές.

Προσεκτική εξέταση του παρελθόντος του Νόλι φανερώνει ότι στην καλύτερη περίπτωση , πρόκειται για μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα και, στη χειρότερη για έναν κλασικό οπορτουνιστή. Οι θαυμαστές του εκθειάζουν τα πνευματικά του επιτεύγματα και το «σθεναρό εθνικισμό» του οι δυσφημιστές του τον αποκαλούν τυχοδιώκτη, θεωρούν ότι άργησε να προσηλυτιστεί στον Αλβανισμό και ότι αποτελεί παράδειγμα ενός αδίστακτου πολιτικού με ράσα.

Τόσο οι υποστηρικτές, όσο και οι εχθροί του συμφωνούν ότι οι νέοι που ακολούθησαν του Νόλι στην Αλβανία στις αρχές του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου και τον ακολούθησαν μετά την πτώση της αποκαλούμενης αστικής επανάστασης του 1924 αποτέλεσαν τους πρώτους Αλβανούς κομμουνιστές. Ποιός ήταν ο Νόλι; Τι πίστευε; Τι πέτυχε στην αλβανική πολιτική; Ερωτήματα στα οποία, στα πλαίσια του παρόντος άρθρου, μπορούμε να προσφέρουμε, σύντομες μόνο απαντήσεις.

Ο Φαν Νόλι γεννήθηκε το 1882 στο Ιμπρίκ Τεπέ της Ανδριανούπολης (στη Θράκη). Το όνομα του ήταν Θεοφάνης Στυλιανού Μαυρομάτης.

Henry Bearclain, Βρετανός συγγραφέας που ταξίδεψε στην Αλβανία το 1920, αναφέρει ότι ο Νόλι είχε καταληφθεί από την έμμονη ιδέα ότι έπρεπε να αποδείξει τον Αλβανισμό του και ότι ήταν αποφασισμένος να αφήσει τα σημάδια του στα ιστορικά γεγονότα που διαδραματίζονταν στη νέα αυτή χώρα- μια χώρα που πρωτοεπισκέφθηκε το 1914.

Όσα αναφέρει ο Βρετανός συγγραφέας συμφωνούν με το σύνδρομο όσων άργησαν να ασπαστούν μια ιδέα: ένας άνδρας, εντελώς αβέβαιος για τις ρίζες του, που αναζητά την ταυτότητά του στα Βαλκάνια, τη στιγμή που οι εθνικότητες εφευρίσκονται και καταστρέφονται διαρκώς, ένας άνδρας που θα έκανε τα πάντα προκειμένου να αποδείξει την πίστη του. «Αυτός ο κύριος από την Ελλάδα» γράφει ο Baerlein, «είναι πιο Αλβανός από τους Αλβανούς».

Ο Μαυρομάτης έδειξε από νωρίς την επιθυμία του να «ηγείται» και την επαναστατική του προδιάθεση. Ως μαθητές στο γυμνάσιο της Ανδριανούπολης, παραβίαζε συχνά τους κανονισμούς και αποβλήθηκε από το σχολείο του. Η » φανατικά ελληνική» οικογένειά του προσπάθησε, δίχως επιτυχία, να ηρεμήσει την ανήσυχη φύση του, ελπίζοντας ότι θα μπορούσε να γίνει έξυπνος και, εάν κατάφερνε να τελειώσει το σχολείο, θα μπορούσε να βρει μια καλή δουλειά και να έχει καλή θέση στην κοινωνία. Στην προσπάθειά της να συνεχίσει το σχολείο, η οικογένεια του προσέλαβε έναν κύριο, » έναν κάποιον Βεργαδή, που μίλησε προσωπικά με τον διευθυντή του γυμνασίου και τον έπεισε να δεχθεί και πάλι τον νεαρό Θεοφάνη, παρά το γεγονός ότι είχε ήδη αποβληθεί τρεις φορές λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς».

Ο Θεοφάνης δεν ευχαρίστησε τον ευεργέτη του. Τελείωσε το γυμνάσιο και, στα δεκαεπτά του, φάνηκε να είχε βρει το στόχο της ζωής του, πατριωτικά αισθήματα, όπως η οικογένεια του». Το 1901 εγγράφηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά δύο χρόνια αργότερα σταμάτησε τις σπουδές του.

Παράλληλα, βρήκε δουλειά ως αντικαταστάτης ηθοποιών σε γνωστές θεατρικές εταιρίες, μεταξύ των οποίων του Λαλαούνη, του Βενιέρη και του Παντόπουλου. Ήταν πολύ καλός στη δουλειά του και χαιρόταν με τη σκέψη ότι μπορούσε, μέσω του θεάτρου, να επηρεάσει την κοινή γνώμη. Χαιρόταν να είναι ανάμεσα στους ηθοποιούς και, κυρίως, του άρεσε να ταξιδεύει σε άλλες πόλεις, όπως η Κωνσταντινούπολη, η Αλεξάνδρεια και το Βουκουρέστι, όπου επί εκατοντάδες χρόνια υπήρχαν μεγάλες ελληνικές κοινότητες. Σ’ ένα από τα ταξίδια του το 1903, αποφάσισε να μείνει στην Αλεξάνδρεια ως δάσκαλος σε ένα ενοριακό ελληνικό σχολείο και παράλληλα βρήκε δουλειά ως ψάλτης σε μια από τις πολλές ελληνικές εκκλησίες της πόλης. Η ελληνική κοινότητα είχε εντυπωσιαστεί από » τον ένθερμο ελληνικό πατριωτισμό του « και από τις ειλικρινείς προσπάθειές του να εμφυσήσει «θρησκευτικά και εθνικά ιδεώδη στους νέους της κοινότητας».

Προσηλυτισμός στον Αλβανισμό.

Ενώ βρισκόταν στην Αίγυπτο, ο Μαυρομάτης γνώρισε τους εκδότες δυο αλβανικών εφημερίδων, της Shkopi και της Shqipëria, που εκδίδονταν στο Κάιρο. Κατάλαβε ότι αυτές οι εφημερίδες θα μπορούσαν να αποτελέσουν την κινητήρια δύναμη που χρειαζόταν για να βγει από την αφάνεια. Το μόνο του πρόβλημα ήταν η ελληνική του ταυτότητα. Το 1906, άλλαξε το όνομά του σε Φαν Σ. Νόλι, λέγοντας ότι ήταν το αλβανικό όνομα της οικογένειας του, πριν αυτή ελληνοποιηθεί. Με το νέο του αλβανικό όνομα και το ελληνικό του διαβατήριο πήγε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εγκαταστάθηκε στη Βοστόνη, όπου είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται αρκετοί Αλβανοί μετανάστες. Στο νέο κόσμο βρέθηκε κοντά σε μια κοινότητα που χρειαζόταν ηγέτη- την αλβανική διασπορά. Όσο βρισκόταν στη Βοστόνη, ένωσε τις δυνάμεις του με δύο Αλβανούς ηγέτες, τον Φαϊκ Μπέι Κονίτσα και τον Σωτήρ Πέτσι, με τους οποίους συνεργάστηκε γα την ίδρυση της οργάνωσης Βάτρα και για την έκδοση των εφημερίδων Dielli (Ήλιος) και Kombi (Έθνος). Σταδιακά κινήθηκε προς το Dielli, αλλά έτεινε επίσης να φέρει τον Πέτσι έναντι του Κονίτσα, τη στιγμή που και οι δύο αναζητούσαν διαρκώς αναγνώστες για τις εφημερίδες τους. Τελικά, η «συμμαχία » του με τον Κονίτσα έφθασε στο τέλος της για ιδεολογικούς λόγους, κυρίως επειδή ο Νόλι είχε λενιστικές τάσεις.

Ο Νόλι δεν αντιμετώπισε ιδιαίτερες δυσκολίες στην προσπάθεια του να εδραιωθεί ως ηγέτης των αλβανικών κοινοτήτων του Worcester και της Βοστόνης. Τα μέλη των δύο αυτών κοινοτήτων δεν μπορούσαν να διαβάσουν ή να γράψουν σε καμία γλώσσα και ο Νόλι έπαιξε το ρόλο του ιερέα, του δασκάλου, του παρακινητή και του πολιτικού. Το μέγεθος της φιλοδοξίας και της εξυπνάδας του θα μπορούσε να συγκριθεί με το μέγεθος του αναλφαβητισμού και της σύγχυσης της κοινότητας από τα αφηρημένα διδάγματα του.

Σύμφωνα με τον Joseph Swire, «Από τους πέντε χιλιάδες Αλβανούς στις Ηνωμένες Πολιτείες, μόνο οι είκοσι ήξεραν γραφή και ανάγνωση». Ο Νόλι, ενώ εργαζόταν σ’ένα εργοστάσιο δερματίνων ειδών, σπούδαζε τα βράδια Θεολογία στο Χάρβαρντ, απ’ όπου και αποφοίτησε. Οι σπουδές του διευκολύνθηκαν χάρη στην παρέμβαση του Μητροπολίτη Πλάτωνα στης Ρωσσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, ο οποίος τον χειροτόνησε ιερέα της Ορθοδοξίας.

Το 1914, ο Νόλι επισκέφθηκε για πρώτη φορά την Αλβανία ως χειροτονημένος ιερέας, θεωρητικά για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο νέο, απειλούμενο κράτος. Όμως, ο κύριος λόγος του ταξιδιού του ήταν να προωθήσει την ιδέα της «εθνικής Αλβανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας», κάτι που θεωρούσε ιδιαίτερα σημαντικό για την αποσαφήνιση και τον προσδιορισμό του αλβανικού εθνικισμού.

Το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου πολέμου δεν ακύρωσε τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας του 1912. Με την άφιξή του στην Αλβανία, ο Νόλι αντιμετώπισε την έντονη αντίδραση της Ορθόδοξης Εκκλησίας υπό το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, την εχθρική στάση των Ορθοδόξων και την καχυποψία Μουσουλμάνω. Οι Επίσκοποι, Ιάκωβος Δυρραχίου και Γερμανός της Κορυτσάς έχαιραν του σεβασμού της Παγκόσμιας Ορθόδοξης Κοινότητας, η οποία, έως τότε, ήταν κυρίως ελληνική.

Ο Νόλι, ένας απλός ιερέας από μια μακρινή κοινότητα στη Βοστόνη, που είχε μόλις φτάσει στην Αλβανία, δεν μπορούσε να επηρεάσει τους πιστούς που θεωρούσαν τους Μουσουλμάνους εχθρούς τους και την ελληνική εκκλησία (με την υποστήριξη του ελληνικού κράτους) το μόνο μέσον σωτηρίας τους. Αλλά δεν τα έβαλε κάτω. Η αποστολή του ήταν να προετοιμάσει το έδαφος για τη δημιουργία της εθνικής Αλβανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας η οποία, όπως και οι εκκλησίες στα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη, θα αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο του εθνικισμού. Το έργο του θα ήταν ακατόρθωτο, εκτός εάν έβρισκε ένα τρόπο να ανέλθει στην εκκλησιαστική ιεραρχία κα να εκθρονίσει τον πανίσχυρο επίσκοπο Ιάκωβο.

Ύστερα από τέσσερα χρόνια, όπου ταξίδεψε στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ο Νόλι, επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1918, και ζήτησε και πάλι τη βοήθεια της Ρώσικης Ορθόδοξης Εκκλησίας. Συγκεκριμένα, ζήτησε να χειροτονηθεί επίσκοπος. Ο προκαθήμενος της Ρωσικής Εκκλησίας στη Βόρειο Αμερική, Μητροπολίτης Αλέξανδρος της Αλάσκας, δεν συμφωνούσε απόλυτα με τη χειροτόνηση του Νόλι. Πίστευε ότι μια τέτοια κίνηση ίσως να ήταν λάθος για μια χώρα τα σύνορα της οποίας δεν ήταν απόλυτα καθορισμένα και η οποία ήδη είχε τέσσερις Ορθοδόξους ιεράρχες, που είχαν χειροτονηθεί με τις προβλεπόμενες διαδικασίες και άνηκαν στην δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Όμως, ο Νόλι ήταν αποφασισμένος. Πίστευε ότι ο τίτλος του επισκόπου, ανεξάρτητα με τον τρόπο απόκτησής του, θα συνέβαλε αποφασιστικά στην εδραίωση των ισχυρισμών του για πνευματικά επιτεύγματα (αν και συχνά δεν δικαιολογούνταν και, σε μία περίπτωση, ήταν ανακριβή) και θα τον έφερναν στο τιμόνι ενός θεσμού που θα μπορούσε να παίξει αποφασιστικό ρόλο στη μάχη του αλβανικού έθνους για αυτοδιάθεση.

Σε όλα τα βαλκανικά κράτη, η εθνική εκκλησία αποτελούσε κύριο συστατικό της εθνικής ταυτότητας – και η Αλβανία δεν διέθετε έναν τέτοιο θεσμό. Ο Νόλι, από τη στιγμή που θα έλυνε το πρόβλημα της απόκτησης ενός ανώτερου εκκλησιαστικού αξιώματος, θα είχε τη δυνατότητα να γίνει εθνικός και εκκλησιαστικός ηγέτης.

Είναι εμφανές ότι δεν τον ενδιέφερε απλώς να υπηρετήσει τη θρησκεία του, βάσει του σχεδίου του, ένα ανώτερο εκκλησιαστικό αξίωμα θα βοηθούσε στην επιδίωξη των στόχων του. Θεώρησε τη Ρωσική Εκκλησία, η οποία από το 1918 είχε περιέλθει στον έλεγχο των Μπολσεβίκων, πηγή πολιτικής νομιμοποίησης και εργαλείο μέσω του οποίου το αλβανικό έθνος θα μπορούσε, μια για πάντα, να αποτινάξει την ελληνική κυριαρχία. Ο Μητροπολίτης Αλέξανδρος, αναλογιζόμενος τις συνέπειες μίας αντικανονικής χειροτόνησης, εξήγησε στον Νόλι ότι το αλβανικό ποίμνιο βρισκόταν υπό την δικαιοδοσία της Κωνσταντινούπολης. Η χειροτόνησή του ως ιερέα από τον Μητροπολίτη Πλάτωνα της Νέας Υόρκης ήταν ένα θέμα, αλλά η χειροτόνησή του ως επίσκοπος ήταν άλλο. Ο Baerlein περιέγραφε τη μεταμόρφωση του Νόλι από ιερέα σε επίσκοπο ως εξής:
Εμφανίστηκε στη Νέα Υόρκη σε μια συνέλευση των Χριστιανών και Μουσουλμάνων Αλβανών. Τους είπε ότι οι ίντριγκες των Ελλήνων δεν επέτρεπαν την πραγματοποίηση της επιθυμίας τους: να υπάρχει ένας πραγματικός Αλβανός επίσκοπος. (Τους είπες ότι οι ρωσικές εκκλησιαστικές αρχές τον είχαν ενημερώσει ότι θα ήταν κάτω από τη δικαιοδοσία Ελληνικού Πατριαρχείου). «Λοιπόν», αναφώνησε, «τί θα κάνουμε;». Το πλήθος απάντησε «εάν ο λαός μπορεί να εκλέγει βασιλείς, τότε μπορεί να εκλέγει και τους επισκόπους του». Τότε έφυγε και επέτρεψε ντυμένος επίσκοπος και το πλήθος φώναζε «Άξιος! Άξιος!» Τους ευλόγησε και όλοι έκαναν τον σταυρό τους εκτός από τους Μουσουλμάνους που τον χαιρέτησαν με το δικό τους τρόπο.

Ο Νόλι επέστρεψε στην Αλβανία το 1920 ως «επίσκοπος» της θεωρητικά ανεξάρτητης αλβανικής εκκλησίας. Αμέσως καταπιάστηκε με την πολιτική, συγκεκριμένα, έψαχνε να βρει τους τρόπους συνένωσης μιας φυλετικής κοινωνίας σε ένα έθνος. Το πρώτο του βήμα ήταν να αυτοανακηρυχθεί επίσκοπος του Δυρραχίου, αντικαθιστώντας των Ιάκωβο, έναν ενεργητικό κληρικό που έχαιρε της αγάπης και της εκτίμησης των ελληνόφωνων και των αλβανόφωνων Ορθοδόξων. Η κίνηση του Νόλι συνοδεύτηκε από δύο απόπειρες δολοφονίας κατά του Ιακώβου, γεγονός που οδήγησε στην απομάκρυνση του και την μεταφορά του σε άλλην μητρόπολη. Τελικά, ο Νόλι είχε καταφέρει να αγγίξει την ευαίσθητη χορδή των αλβανών. Τόνισε το γεγονός ότι οι τρείς ορθόδοξοι επίσκοποι των ελληνοκατοικούμενων περιοχών της νότιας Αλβανίας – ο Γερμανός της Κορτυσάς, ο Σπυρίδων της Βέλλας και της Κόνιτσας και ο Βασίλειος της Δρυινούπολης – είχαν δεχθεί υπουργικά πόστα στην Αυτόνομη Κυβέρνηση της Βορείου Ηπείρου, υπό την ηγεσία του Χρηστάκη Ζωγράφου.

Τα επιχειρήματα του Νόλι είχαν μια λογική βάση: εάν οι συγκεκριμένοι κληρικοί χρησιμοποιούσαν τη θέση τους για την επίτευξη πολιτικών (ελληνικών) στόχων, τότε και το αλβανικό έθνος θα μπορεί να χρησιμοποιεί την εθνική του εκκλησία για τους ίδιους λόγους.

Η δεύτερη επίσκεψη του Νόλι στην Αλβανία ήταν πιο αποτελεσματική από την πρώτη. Τα ταξίδια του στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όπου προωθούσε την ιδέα της αυτοδιάθεσης της Αλβανίας, είχαν φέρει τη μουσουλμανική πλειοψηφία με το μέρος του. Στο Συνέδριο της Λούσνιας, τον Ιανουάριο του 1920, είχε κεντρικό ρόλο και κατάφερε να αξιοποιήσει την εμπειρία που είχε αποκτήσει στην Αμερική. Ο Νόλι προετοίμασε το πρώτο αλβανικό σύνταγμα και χάραξε το δρόμο για δημιουργία ενός υπουργικού συμβουλίου από τον υποστηριζόμενο από την Τουρκία Σουλεϊμάν Ντελβίνα. Στην ίδια συνάντηση, έθεσε το πλαίσιο για μια μελλοντική αντιβασιλεία, η οποία θα στηριζόταν από τους επικεφαλής των τεσσάρων βασικών θρησκειών, τους Ορθοδόξους και τους Καθολικούς Χριστιανούς, τους Σουνίτες και τους Μπεκτασί Μουσουλμάνους. Δύο μήνες αργότερα, ο Νόλι εκλέχθηκε στην πρώτη Αλβανική Συνέλευση , αντιπροσωπεύοντας την αλβανό-αμερικανική κοινότητα. Αμέσως άρχισε τις προσπάθειες του να ανασχηματίσει το πολιτικό σκηνικό της χώρας. Πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως μέλος της αλβανικής αντιπροσωπίας στη Διάσκεψη των Βερσαλλιών και στην Κοινωνία των Εθνών προκειμένου να υπερασπιστεί την εθνική ακεραιότητα της Αλβανίας, που απειλείτο από τα γειτονικά της κράτη. Εντάσσοντας τους επικεφαλής όλων των θρησκευτικών δογμάτων στις υποθέσεις του κράτους, ο Νόλι και οι συνεργάτες του κατάφεραν να εντάξουν τη θρησκεία τις κρατικές υποθέσεις. Το επόμενο βήμα του ήταν να «επαναστατικοποιήσει» την πολιτική και να νομιμοποιήσει το λενινιστικό μοντέλο σε μια κοινωνία που , όπως σωστα΄ αναφέρει ο Hugh Seton-Watson, βρισκόταν στον 17 αιώνα.

Συνεχίζεται …

Δημοσιεύεται για πρώτη φορά από τον Πελασγό Κορυτσάς
Himara

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.