Το ναρκοπέδιο του Εμμανουέλ Μακρόν

Γράφει ο Γιάννης Χαραλαμπίδης,  Φιλόλογος – Ιστορικός

Η αυλαία των γαλλικών προεδρικών εκλογών έπεσε και οι πανηγυρισμοί στο στρατόπεδο του νικητή σύντομα θα κοπάσουν. Το ίδιο δεν θα γίνει εξίσου για τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Γαλλία. Ο νεοεκλεγείς πρόεδρος της αρχαιότερης δημοκρατίας στην ηπειρωτική Ευρώπη πέτυχε μια σχετικά εύκολη και συντριπτική νίκη στον β΄ γύρο, αλλά μόνο εύκολη δεν θα είναι γι΄αυτόν η συνέχεια. Αντίθετα, ανοίγεται μπροστά του ένα εξαιρετικά επιβαρυμένο σκηνικό, στο οποίο ο αποτυχημένος προκάτοχός του παραδίδει μια χώρα στο πιο ασταθές της σημείο εδώ και αρκετές δεκαετίες.

Η Γαλλία αποτελεί βαρόμετρο για την Ευρώπη, όχι μόνο πολιτικά αλλά και οικονομικά. Η επιτυχία της χώρας αυτής είναι εγγύηση επιτυχίας για το ταλανιζόμενο διακύβευμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η εκλογή του Εμ.Μακρόν είναι, φοβάμαι, λίγη για να δώσει βιώσιμες ελπίδες υπέρβασης των αδιεξόδων της, παρά την έντονη προσπάθεια του ίδιου και των μέσων ενημέρωσης να καλλιεργήσουν αισιοδοξία γύρω της. Η σειρά των εμποδίων που θα αντιμετωπίσει ο νέος πρόεδρος είναι μακρά και μόνο στο τέλος της βρίσκεται μια αναμέτρηση με τους σημερινούς του αντιπάλους.

Πρώτο και κύριο ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπίσει με επιτυχία είναι η συγκρότηση της κυβέρνησης. Ο νέος πρόεδρος δεν διαθέτει πίσω του οργανωμένο κόμμα, δεν έχει μια συμπαγή παράταξη η οποία θα προσέφερε ένα δυναμικό στελεχών. Αντίθετα θα πρέπει να συμπληρώσει το σταυρόλεξο της κυβέρνησης ουσιαστικά εκ του μηδενός, κάτι που ίσως μοιάζει θετικό, αλλά σίγουρα κρύβει πολλές αστάθμητες αβεβαιότητες. Αν ευνοήσει υπερβολικά στελέχη από έναν από τους δύο παραδοσιακούς κομματικούς χώρους (ρεπουμπλικανική Κεντροδεξιά και σοσιαλιστική Κεντροαριστερά), θα βρει μπροστά του τον άλλο ως βέβαιη αντιπολίτευση. Αν η κυβέρνησή του είναι υπερβολικά πολυσυλλεκτική, είναι πολύ πιθανό να δυσκολευτεί να βρει προσανατολισμό και να εμφανίσει έλλειμμα αποτελεσματικότητας. Αν στραφεί σε αξιοποίηση εξωπολιτικών και τεχνοκρατικών παραγόντων, θα προκαλέσει αντιπάθεια σε όλα τα κόμματα και ίσως θα αποξενώσει τα λαϊκά στρώματα.

Αντίστοιχα είναι τα διακυβεύματα στην μέλλουσα σύνθεση του κοινοβουλίου, στο οποίο είναι υποχρεωμένος να στηριχτεί προκειμένου να μπορέσει να νομοθετήσει. Ο Μακρόν θα προσπαθήσει ενδεχομένως να μετασχηματίσει το προσωποπαγές κίνημά του σε πολιτικό κόμμα, αλλά δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα προλάβει και θα επιτύχει ένα στιβαρό αποτέλεσμα στις βουλευτικές εκλογές. Θα υποχρεωθεί, πιθανότατα, εκ των πραγμάτων να συνδιαλέγεται κοινοβουλευτικά με τους Ρεπουμπλικανούς και με το Σοσιαλιστικό Κόμμα, προκειμένου να κατωρθώσει να κυβερνήσει ουσιαστικά. Υπάρχει ο κίνδυνος να αποξενωθεί από ένα από τα δύο αυτά κόμματα και να μην μπορεί να συγκεντρώσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να περάσει κρίσιμα νομοθετήματα. Εξίσου εύκολα μπορεί να καταστεί όμηρος πολιτικά του ενός ή του άλλου κόμματος, οδηγούμενος σε μια de facto συγκυβέρνηση, κάτι που μπορεί να στρέψει την διακυβέρνησή του σε άλλη κατεύθυνση από αυτή που ο ίδιος έχει στοχεύσει ή να υπονομεύσει την αποτελεσματικότητά του.

Η πολιτική πρόταση του Μακρόν βασίζεται κυρίαρχα στις γρήγορες και δραστικές μεταρρυθμίσεις στην κατεύθυνση επαύξησης της παραγωγικότητας κι της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Αυτό προϋποθέτει βαθιές τομές στις εργασιακές σχέσεις, περιορισμό του δημόσιου τομέα και άλλες πρωτοβουλίες που δεν θα ευχαριστήσουν καθόλου τα κραταιά γαλλικά συνδικάτα και τα εργατικά στρώματα. Ο απερχόμενος Ολάντ έκανε ήδη πιο δειλά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση και αντιμετώπισε θύελλα αντιδράσεων. Θα μπορέσει ο νέος και άπειρος, μετριοπαθής και προοδευτικός Εμμανουέλ να φτάσει στο τέρμα με στιβαρό χέρι αυτές τις δύσκολες και πολιτικά κοστοβόρες αποφάσεις; Η σταθερή και αταλάντευτη διαχείριση του μεταρρυθμιστικού προγράμματος θα είναι μια πολύ σκληρή αναμέτρηση με την γαλλική κοινωνική πραγματικότητα.

Η σχέση του Μακρόν με την Γερμανία και την καγκελάριο Μέρκελ προσωπικά θα είναι δίκοπο μαχαίρι. Ο ίδιος έχει από πολύ νωρίς ξεκαθαρίσει ότι είναι σύμμαχος της Γερμανίδας ηγέτιδας στις πολιτικές για ανταγωνιστικότητα στην οικονομία, δημοσιονομική σταθερότητα και μια Ευρώπη ανοιχτής κοινωνίας. Η ετεροβαρής σχέση με την Γερμανία έχει ήδη καταπιεί δυο Γάλλους προέδρους και αν ο νεοεκλεγείς δεν φροντίσει να ορθώσει αρκετά ένα ηγετικό προφίλ για τον ίδιο και τη χώρα του μέσα στην Ευρωπαϊκή ένωση, το πιθανότερο είναι ότι θα καταπιεί και αυτόν.

Αν υποθέσουμε ότι θα καταφέρει να αντεπεξέλθει με επιτυχία στις παραπάνω προκλήσεις, ο νεώτερος πρόεδρος στη γαλλική ιστορία θα πρέπει να αντιμετωπίσει την μεγαλύτερη καυτή πατάτα, που ενδέχεται να έχει γίνει ακόμα πιο καυτή, την μεγάλη δυσαρέσκεια και την αβεβαιότητα σε ευρύτατα κοινωνικά στρώματα. Στον α΄ γύρο των εκλογών μόλις ένας στους τέσσερις πολίτες εμπιστεύθηκαν τις δυνάμεις του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος, ενώ ο ίδιος πέτυχε εντυπωσιακή επίδοση ως ένας νέος και άφθαρτος πολιτικός-μη πολιτικός, ένας άνθρωπος εκτός του κομματικού συστήματος. Αν αποτύχει να μειώσει την ένταση, τον φόβο και τη δυσαρέσκεια, είναι κάθε άλλο παρά απίθανο την επόμενη φορά ο γαλλικός λαός να επιλέξει να δώσει την εμπιστοσύνη του σε ένα πρόσωπο που θα συνδυάζει τη δική του φρεσκάδα με τον ριζοσπαστισμό της αντιπάλου του, ένα πρόσωπο που ήδη είναι έτοιμο να αναλάβει την ηγεσία της ριζοσπαστικής Δεξιάς, τη Μαριόν Μαρεσάλ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *