Το μόνο λάθος που έκανε ο Γιώργος Λάνθιμος ήταν να πετύχει

Το «The Killing of a Sacred Deer», βραβεύτηκε στις Κάννες. Και όμως, στην Ελλάδα υπάρχουν άνθρωποι που μοιάζουν να τον μισούν. Ίσως γιατί δεν τους έχει ανάγκη.

Πριν μερικές εβδομάδες, ο Γιώργος Λάνθιμος και ο στενός συνεργάτης του, Ευθύμης Φιλίππου, κατέκτησαν ακόμη ένα βραβείο στο Φεστιβάλ Καννών. Η νέα τους ταινία με πρωταγωνιστή τον Κόλιν Φάρελ, The Killing of a Sacred Deer, διακρίθηκε στην κατηγορία σεναρίου. Δεν ήταν το μοναδικό βραβείο. Το 2009, ο Κυνόδοντας κέρδισε -στο ίδιο φεστιβάλ- το βραβείο «Prix Un Certain Regard». Τον Φεβρουάριο του 2011, η ταινία στην οποία πρωταγωνιστούσε η Μαίρη Τσώνη, που πριν από λίγες εβδομάδες έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις 30 ετών, ήταν υποψήφια στην κατηγορία της καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας στα βραβεία Όσκαρ. Σχεδόν έναν χρόνο αργότερα, οι Άλπεις τιμήθηκαν με το Βραβείο Osella Καλύτερου Σεναρίου του Φεστιβάλ της Βενετίας, ενώ ο Αστακός απέσπασε το Βραβείο Κριτών του Φεστιβάλ των Καννών και τον Φεβρουάριο που μας πέρασε, είχε τη δική του στιγμή στα Όσκαρ, αυτήν τη φορά στη κατηγορία σεναρίου.

Ο Λάνθιμος έχει καταφέρει να σπάσει τα στεγανά της Ελλάδας, γυρίζοντας φιλμ που απευθύνονται σε ένα διεθνές κοινό. Είναι ο άνθρωπος που ξεκίνησε από τη διαφήμιση και τα μουσικά videoclip και ουσιαστικά, ξεκίνησε με τον Κυνόδοντα αυτό που αποκαλούμε «Greek Weird Wave». Είναι ο άνθρωπος που κατάφερε να γυρίσει σελίδα στη -βαλτωμένη μέχρι την εμφάνισή του- εγχώρια παραγωγή ταινιών και να διεκδικήσει επάξια τη θέση του, στο παγκόσμιο κινηματογραφικό γίγνεσθαι. Πρέπει να μας αρέσουν οι ταινίες του; Δεν είναι απαραίτητο να σου αρέσουν για να αναγνωρίσεις την επιτυχία.

Οι ταινίες του δεν απευθύνονται στο ευρύ κοινό, παρόλο που σε αυτές συμμετέχουν γνωστοί ηθοποιοί, όμως, η αλήθεια είναι, πως, φέρουν μια σκηνοθετική υπογραφή που θα μπορούσε να κατοχυρωθεί και σαν πατέντα. Ίσως όλο αυτό να εξιτάρει κάποια τεράστια ονόματα του χώρου, όπως η Νικόλ Κίντμαν και ο Κόλιν Φάρελ, που συνεργάζονται μαζί του. Η Νικόλ Κίντμαν συγκεκριμένα ζήτησε η ίδια να συνεργαστεί μαζί του. Δεν νομίζω πως υπάρχει κάποιος, τόσο αφελής, ώστε να πιστεύει ότι το έκαναν για τα χρήματα.

Κακό χωριό τα λίγα σπίτια

Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει, αλλά είναι ξεκάθαρο πως ο Λάνθιμος δεν χαίρει της εκτίμησης που του αξίζει στην πατρίδα του. Αν ήμασταν μια κανονική χώρα, θα έπρεπε να χαιρόμαστε για την ύπαρξη ενός καλλιτέχνη που τα καταφέρνει σε διεθνές επίπεδο, αποδεικνύοντας πως η Ελλάδα δεν είναι μόνο ο μουσακάς και το συρτάκι. Η Ελλάδα όμως για πολλούς είναι συνώνυμη με το χωριό. Η μετριότητα είναι ανεκτή. Ο,τι ξεχωρίζει πρέπει να λοιδορηθεί. Αυτό που λένε «κακό χωριό τα λίγα σπίτια», έχει πλήρη επιβεβαίωση σε αυτήν την ιστορία.

Κάνοντας μια βόλτα στον κόσμο του ελληνικού Διαδικτύου, έπεσα πάνω σε ένα άρθρο, του οποίου ο συντάκτης, σχεδόν κατέβηκε στην Ομόνοια για να πανηγυρίσει, επειδή υποτίθεται ότι η ταινία γιουχαρίστηκε μετά το τέλος μιας προβολής. Μάλιστα, δεν μένει εκεί, αφού προχωρά σε spoilers, για να κλείσει ασκώντας δριμεία κριτική στον Λάνθιμο για ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Από το γεγονός πως η ταινία είναι ξένης παραγωγής -επειδή, ως γνωστόν, στη χώρα μας παίζουν πολλά φράγκα- μέχρι και για τον αριθμό των Ελλήνων συντελεστών που συμμετείχαν σε αυτή. Τέλος, ο τύπος, που είναι ευρύτερα γνωστός για τις αιρετικές του απόψεις, προσπαθεί να αποδείξει ότι ο γνωστός σκηνοθέτης την έχει «ψωνίσει» και βλέπει υποτιμητικά την εγχώρια σκηνή, επειδή «τόλμησε» να δεχτεί την πρόταση του αμερικανικού δικτύου ΗΒΟ, για τη δημιουργία μιας τηλεοπτικής σειράς. Αφήνοντας πίσω το συγκεκριμένο κείμενο, έπεσα σε άλλο ένα, σύμφωνα με το οποίο, ο Ιρλανδός πρωταγωνιστής της ταινίας, αποκάλεσε στο Reuteurs τον Λάνθιμο «μπερδεμένο» σε σχέση με την υφολογία της ταινίας. Βέβαια, αυτό που ξέχασαν να προσθέσουν, είναι πως αυτό ειπώθηκε εν μέσω χαβαλέ μεταξύ των πρωταγωνιστών -όπως μπορείτε να δείτε και στο σχετικό βίντεο- και όχι, ως βαρύγδουπη δήλωση-καταπέλτης κατά του σκηνοθέτη που ήρθε ύστερα από «υστερικά γέλια».

Τα τέσσερα στρατόπεδα

Κι ενώ υπάρχουν πολλά μέσα που προτιμούν να κράξουν τον Λάνθιμο, παρά να κάνουν μια προσπάθεια να τον καταλάβουν, ασκώντας πραγματική κριτική στο έργο του, το κοινό δείχνει να έχει χωριστεί σε τέσσερα στρατόπεδα. Σε αυτούς που τον υπερασπίζονται επειδή τους αρέσει αυτό που κάνει, στους «έλα μωρέ τώρα, έχει πετάξει εκεί πέντε ασυναρτησίες και το λέει τέχνη», σε αυτούς που τον μισούν, υποστηρίζοντας μάλιστα, ότι προσπάθησαν να παρακολουθήσουν κάποιο από τα έργα του, αλλά το έκλεισαν στα πέντε λεπτά, τύπου: «ο χρόνος μου είναι πολύτιμος, πρέπει να ανανεώσω τη φωτογραφία του προφίλ μου στο Facebook» και τέλος, στην αγαπημένη κατηγορία αυτών που υποστηρίζουν το έργο του με σθένος, πιθανότατα έχοντας παρακολουθήσει μόλις μισό τρέιλερ. Ουσιαστικά, λοιπόν, στην ίδια του τη χώρα, μόλις το ένα τέταρτο του ενεργού κινηματογραφικού κοινού υποστηρίζει πραγματικά έναν σκηνοθέτη που, ομολογουμένως, έχει να δώσει πολλά στον χώρο. Αυτό, σε συνδυασμό με την απαξίωση από μερίδα του Τύπου -σίγουρα υπάρχουν και εξαιρέσεις- και την πλήρη αδιαφορία του mainstream χώρου, δεν δίνουν και πολλά περιθώρια στον άνθρωπο από το να δουλέψει στο εξωτερικό, μακριά από όλους αυτούς.

Προσοχή, δεν υποστηρίζω πως πρέπει να «χαϊδεύουμε το καλό μας το παιδί», αλλά να κρίνουμε την τέχνη του χωρίς κομπλεξισμούς και προσωπικά απωθημένα. Το μεγαλύτερο μέρος του εγχώριου κοινού και κριτικών, έχει ένα μεγάλο κόμπλεξ: Θέλει να βλέπει τους Έλληνες καλλιτέχνες να αποτυγχάνουν, για να μπορούν να τους κοιτάζουν αφ’ υψηλού. Δεν μπορώ να γνωρίζω τις ρίζες αυτού του προβλήματος, υποθέτω όμως, πως, όλοι θα ήθελαν να βρίσκονται στη θέση του εκάστοτε Λάνθιμου αλλά τους κέρδισε η σιγουριά μιας απλής δουλειάς, ή απλώς έμειναν δέσμιοι της μετριότητας. Μιλάμε για ανθρώπους που περνούν τη ζωή τους, ελπίζοντας κρυφά πως θα πεθάνει η κατσίκα του γείτονα. Με αυτή τη λογική ένας καλλιτέχνης θα πρέπει, όσο ταλαντούχος κι αν είναι, να παραμένει στάσιμος για να μην βάλει σε κίνδυνο το Ελληνικό όνειρο. «Η τέχνη είναι ένα χόμπι που δεν θα σου δώσει να φας, γι’ αυτό κοίτα να σπουδάσεις κάτι χρήσιμο». Αυτή η συμβουλή αντηχεί στα αυτιά του μέσου Έλληνα που παράτησε τα όνειρά του στον βωμό της «σίγουρης» εργασίας που, κακά τα ψέματα, εν μέσω κρίσης, δείχνει να μην είναι και τόσο «σίγουρη» τελικά. Ο καλλιτέχνης που πετυχαίνει λοιπόν, πρέπει να «βασανιστεί» επειδή τόλμησε να τα καταφέρει.

Τι θα γίνει τώρα που ο Αστακός έκοψε σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη 30.000 εισιτήρια τις πρώτες δύο εβδομάδες, ενώ σε Αγγλία και Ιρλανδία, στο ίδιο χρονικό διάστημα, 750.000; Ή που ο Λάνθιμος ξέφυγε και δεν έχει ανάγκη κάποιους; Φυσικά, θα βγει κάποιος που σνομπάρει επειδή έχει ξένους παραγωγούς, λες και έχει υποχρέωση να μας δώσει αναφορά. Θα είναι ο «υπερεκτιμημένος», με τους περισσότερους να δηλώνουν πως οι ταινίες του «δεν βλέπονται», βασιζόμενοι κυρίως σε status updates φίλων τους στα social media. «Έλα μωρέ τώρα, φεστιβαλική ταινία είναι, σιγά, πήρε εκεί δύο στημένα βραβεία στις Κάννες και κάτι έγινε». Είμαι σίγουρος πως η συγκεκριμένη ατάκα έχει ακουστεί άπειρες φορές -σε διάφορες παραλλαγές- από το Ηράκλειο της Κρήτης μέχρι την Αλεξανδρούπολη. Στις εποχές του Κυνόδοντα, η ετυμηγορία είχε βγει και ο «κατηγορούμενος» είχε κριθεί «ένοχος», λόγω του «αμαρτωλού» παρελθόντος του ως σκηνοθέτης σε βίντεο κλιπ «σκυλάδικων». Τώρα που αυτό δεν πιάνει πια, αναμασάμε την καραμέλα του «δήθεν». Βέβαια, ο «τάδε» σκηνοθέτης που γύρισε μια ταινία που θα προβληθεί μία φορά στον κήπο του σπιτιού του είναι καταπληκτικός και το «κρατάει αληθινό και underground». Μέχρι, φυσικά, να καταφέρει κι αυτός κάτι στη ζωή του.

ΠΗΓΗ: VICE.COM

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *