Μήπως δεν ξέρουμε που πάνε τα… τέσσερα;

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος, Συγγραφέας

Όλες αυτές τις ημέρες παρακολουθώ με προσοχή τις αντιδράσεις για τον θάνατο του Τζόρτζ Φλόιντ και ένα μεγάλο μέρος των τοποθετήσεων με απογοητεύει για το κοντόφθαλμο και το μεροληπτικό του επιπέδου ανάλυσης. Ένα τραγικό γεγονός προσεγγίζεται με φίλτρο την μία ή την άλλη “ιδεολογική” καταβολή και τις γενικότερες πολιτικές προτιμήσεις.

Ένα τετραπλό πεδίο δράσης ομογενοποιείται με αυθαίρετους και υπεραπλουστευτικούς συνειρμούς καταλήγοντας στην παραμόρφωση της πραγματικότητας και τα επιλεκτικά συμπεράσματα. Έχουμε αυτό καθαυτό το γεγονός του θανάτου ενός ανθρώπου και του τρόπου με τον οποίο “επετεύχθη”. Έχουμε το ευρύτερο, διαχρονικό θέμα του ρατσισμού στις ΗΠΑ. Έχουμε την προσπάθεια εκμετάλλευσης της κατάστασης από συγκεκριμένες εξτρεμιστικές ομάδες. Και τέλος, έχουμε την πολιτική διαχείριση σε όλα τα επίπεδα, τοπικά και ομοσπονδιακά.

Να αρχίσουμε με τα αυταπόδεικτα. Μιλάμε για τη δολοφονία ενός αφροαμερικανού από ένα όργανο της τάξης. Το ποινικό παρελθόν και παρόν του θύματος δεν αποτυπώνεται κάπου στην συμπεριφορά του απέναντι στην επιχείριση σύλληψης, π.χ, με τη χρήση όπλου ή σωματικής βίας. Άρα το βεβαρημένο μητρώο του δεν αποτελεί δικαιολογία αφού δεν επηρέασε το τωρινό σκηνικό.

Ο αστυνομικός που τον συνέλαβε όμως, αποδεικνύεται από την ισχύ και την παντελή έλλειψη αντίληψης της ποσότητας αχρείαστης βίας που χρησιμοποίησε, ότι ήταν σαφώς επηρεασμένος στην άσκηση των καθηκόντων του από τις γενικότερες ρατσιστικές αντιλήψεις του. Άρα, ακόμη κι αν όντως δεν ξύπνησε εκείνη την ημέρα με τη διάθεση να σκοτώσει, η κοσμοθεωρία του είχε αφήσει υποσυνείδητα σημάδια στον διαφορετικό τρόπο και την ένταση με την οποία αντιμετώπιζε ξεχωριστές περιπτώσεις.

Τα νομικά όρια της δολοφονίας από πρόθεση ή από αμέλεια θα τα λύσει το δικαστήριο. Αυτό που επισημαίνουμε είναι το πόσο η ψυχοσύνθεση και το αξιακό υπόβαθρο συντέλεσαν καίρια στο θλιβερό αποτέλεσμα της απώλειας μιας ανθρώπινης ζωής.

Πάμε στο δεύτερο κεφάλαιο. Είναι τουλάχιστον υποκριτικό να μην παραδεχόμαστε ότι παρά την δημοκρατική, θεσμική δομή της και τη σταδιακή εξομάλυνση χρόνιων ανισοτήτων και αδικιών, οι ΗΠΑ ταλανίζονται ακόμα από ισχυρές ρατσιστικές τάσεις. Ένα μέρος της αμερικανικής κοινωνίας συνεχίζει να κρατά το νήμα της φυλετικής υποτίμησης και του μίσους.

Θα ήταν υπερφίαλο να αναζητήσουμε αξιόπιστο καταμερισμό ευθυνών στα πλαίσια ενός άρθρου. Οι κοινωνιολογικοί παράγοντες είναι πολλοί. Από τις εσφαλμένες πολιτικές ενσωμάτωσης συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων και την εγκληματικότητα έως την αναπαραγωγή στερεότυπων ακόμη κι από κάποιους από τους ίδιους τους αφροαμερικανούς.

Αυτή την πραγματικότητα, και τα μεμονωμένα γεγονότα που την υπενθυμίζουν, εκμεταλλεύονται ακραίες ομάδες που μόνο για τα ανθρώπινα δικαιώματα ή την ισονομία δεν ενδιαφέρονται. Χρησιμοποιούν τα ατυχή περιστατικά ως συναισθηματικό σκαλοπάτι πάνω στο οποίο πατούν για να ορθώσουν το ανύπαρκτο ανάστημα τους και να αρθρώσουν διχαστικό λόγο που ζητεί εκδίκηση κι όχι δικαίωση. Δικαιολογούν και γιγαντώνουν τη βία, δεν την αποτρέπουν, ούτε την καταδικάζουν επί της ουσίας.

Κι ερχόμαστε στην τέταρτη παράμετρο, την πολιτική διαχείριση. Κάποια στιγμή, καλό θα ήταν να αποδεχτούμε ότι κανείς δεν διαθέτει το αλάθητο. Το ότι στηρίζουμε έναν πολιτικό ή ένα κόμμα και αντίστοιχα θεωρούμε την εναλλακτική πρόταση πολύ χειρότερη, δεν σημαίνει ότι αποφεύγουμε να αναγνωρίζουμε και εξόφθαλμα λάθη. Κάπως έτσι, με τον στρουθοκαμηλισμό και την κολακεία, διαλύθηκαν μέχρι κι αυτοκρατορίες. Η δύναμη να αντιλαμβάνεσαι τα λάθη σου, έστω κι αν δεν τα αναγνωρίζεις δημοσίως είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά ενός αληθινού ηγέτη.

Ναι, λοιπόν. Δεν είναι η δολοφονική επιλογή κάθε αστυνομικού, ευθύνη του εκάστοτε Προέδρου. Ναι, οι τοπικές αρχές έχουν μερίδιο ευθύνης για τον τρόπο επιλογής και διαρκούς αξιολόγησης των στελεχών της έννομης τάξης. Αυτό που δικαίως χρεώνεται στην κεντρική εξουσία είναι η χαλαρότητα με την οποία αντέδρασε στο γεγονός.

Αν είχαν αποφευχθεί οι ρητορικές υπερβολές, οι άστοχες γενικεύσεις και μια συναισθηματικά αποστασιοποιημένη στάση για ένα τραγικό γεγονός, τότε ένα μέρος των κοινωνικών εξεγέρσεων, το μη υποκινούμενο, θα είχε κατευναστεί ταχύτερα. Η ευαισθησία σε δύσκολες στιγμές δεν είναι αδυναμία αλλά δείγμα ενσυναίσθησης καθώς και διανοητικής κι επικοινωνιακής ποιότητας. Όπως και η επίκληση στην παρέμβαση της πολιτοφυλακής, θεμιτή σε ένα άλλο πλαίσιο αναφοράς, δημιουργεί επιπρόσθετη φόρτιση και αφορμές έντασης, δίχως να λύνει κανένα πρόβλημα.

Υ.Γ. Οι παραλληλισμοί με εγχώρια γεγονότα ή η εξομοίωση με άλλες δολοφονικές απόπειρες, λειτουργούν παραπλανητικά και κατά βάθος ενοχικά. Φυσικά και υπάρχουν και θα υπάρχουν αστυνομικοί, θύματα κακοποιών. Φυσικά και πολλοί από τους “ευαίσθητους” συμπολίτες μας την περιορίζουν σε ότι εξυπηρετεί τους ιδιοτελείς σκοπούς ή την ιδεολογική επίφαση τους. Αυτό δεν στερεί τίποτα από το αποτρόπαιο του πρόσφατου συμβάντος ή από την σπουδαιότητα του ρατσισμού ως σύγχρονου κοινωνικού φαινομένου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.