Μια αθέατη πλευρά του πολέμου των ναρκωτικών

Γράφει ο Αντώνιος Μιχελόγγονας, Δικηγόρος

Συνήθως οι ειδήσεις της εορταστικής περιόδου του στυλ «Επίσκεψη του τάδε πολιτικού αρχηγού εκεί» ή «Άκουσε τα κάλαντα από αυτούς ο τάδε πολιτικός αρχηγός» μου περνάνε ουσιαστικά απαρατήρητες, μιας που κατά κανόνα στερούνται ουσίας. Ακόμα και σε επικοινωνιακό επίπεδο συνήθως δε δίνουν κάποιο ιδιαίτερο μήνυμα. Είναι απλά ένας τρόπος εκμετάλλευσης του κλίματος των ημερών.

Η συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με απεξαρτημένους (πρώην) χρήστες ναρκωτικών την ημέρα των Χριστουγέννων, αποτέλεσε, για εμένα τουλάχιστον, μια ιδιαίτερα θετική εξαίρεση στον κανόνα αυτό. Ήταν μια κίνηση τολμηρή, μη αναμενόμενη και με ισχυρό μήνυμα.

Ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών δεν είναι μια καινούρια εξέλιξη. Μαίνεται σε παγκόσμιο επίπεδο εδώ και δεκαετίες, αν όχι αιώνες. Παρ’ όλα αυτά η συγκεκριμένη πλευρά του συνήθως παραμένει αθέατη, εκτός του κοινού ενδιαφέροντος. Το στάδιο της απεξάρτησης αφήνει ασυγκίνητο το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας. Το ενδιαφέρον της κοινωνίας στρέφεται περισσότερο στην παρεμπόδιση της εξάπλωσης των ναρκωτικών, δηλαδή στην αποτροπή της δημιουργίας νέων χρηστών. Σε αυτό που λέμε «πρόληψη». Εν ολίγοις, η προσοχή εστιάζεται στην προστασία των μελών του κοινωνικού συνόλου που δεν έχουν ήδη υπάρξει χρήστες ναρκωτικών. Εκείνοι που είχαν την ατυχία να πέσουν θύματα του εμπορίου ναρκωτικών ασυνείδητα και ασυναίσθητα περνούν σε δεύτερη μοίρα. Η προσωπική τους προσπάθεια να διασωθούν από την κατάσταση στην οποία περιήλθαν δεν ενδιαφέρει την κοινωνία το ίδιο με την προσπάθεια των υπολοίπων να την αποφύγουν.

Η ως άνω διάκριση δε μπορώ να πω ότι θεωρείται παράλογη ή αφύσικη. Το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας ανήκει στην πλευρά που η ζωή τους δεν έχει επηρεαστεί, άμεσα ή έμμεσα, από τα ναρκωτικά. Δεν κάνει χρήση ούτε έχει κάποιον χρήστη στο περιβάλλον του, και ενδιαφέρεται να παραμείνει έτσι η κατάσταση. Να μείνει η ζωή τους μακριά από τα ναρκωτικά. Δεν είναι κατακριτέο, όσο κι αν φαίνεται εγωιστικό. Σε έναν πόλεμο με τέτοιο τραγικό αποτέλεσμα κανείς δε θέλει εμπλοκή.

Όσο όμως κι αν η οπτική αυτή, που θέτει την πρόληψη στο επίκεντρο και την απεξάρτηση στο περιθώριο, είναι λογική και σε κάποιο βαθμό θεμιτή, δεν παύει να είναι άδικη για όσους είχαν την ατυχία να πέσουν στην παγίδα των ναρκωτικών. Αντιμετωπίζονται κατά κάποιο τρόπο ως καταδικασμένοι. Ξεγραμμένοι, χωρίς ελπίδα. Και, αν έχουν τη δύναμη ψυχής να δώσουν τη μάχη της απεξάρτησης, καταλήγουν να το κάνουν με ελάχιστη έως μηδενική στήριξη από τον κοινωνικό τους περίγυρο.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι και αιτίες που μπορεί να καταλήξει κανείς στη χρήση ναρκωτικών. Δε θα μπω στα ξένα χωράφια της ψυχολογίας, άλλωστε δεν έχω ούτε τις γνώσεις ούτε την αναγκαία επιστημονική κατάρτιση για κάτι τέτοιο. Μπορούν πάντως δύο πράγματα να ειπωθούν με ασφάλεια. Πρώτον, η χρήση ναρκωτικών σπάνια οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του χρήστη, ακόμα κι όταν γίνεται ενσυνείδητα. Δεύτερον, η ύπαρξη άλλων παραγόντων που οδηγούν το χρήστη σε αυτή τη συμπεριφορά σε καμία περίπτωση δε μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία για τη χρήση, ή για την αποδοχή της από το κοινωνικό σύνολο.

Σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από το λόγο για τον οποίο οι χρήστες καταλήγουν σε αυτό το σημείο, αποτελεί μέγιστο λάθος για την κοινωνία και την πολιτεία να τους θεωρεί χαμένους. Ακόμα και σε έναν πόλεμο οι αιχμάλωτοι ή οι αγνοούμενοι δεν αφήνονται στην τύχη τους. Όσοι δε από αυτούς επιλέξουν τη δύσκολη οδό της απεξάρτησης και επανένταξης στην κοινωνία, αναζητούν μια δεύτερη ευκαιρία με αρνητικές πιθανότητες επιτυχίας. Δε μπορεί να καθιστούμε το δρόμο τους ακόμα πιο δύσβατο.

Σήμερα η συζήτηση για την αντιμετώπιση των ναρκωτικών περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα νομιμοποίησης ή μη της χρήσης των λεγόμενων «ελαφρών» ναρκωτικών. Ήδη έγινε η αρχή με τη νομιμοποίηση της εμπορίας κάνναβης για ιατρική χρήση. Έχουμε ήδη δηλαδή μπει σε μια λογική που εστιάζει όχι στην παρεμπόδιση της χρήσης, αλλά στον περιορισμό της. Πρόκειται για έμμεση παραδοχή της αδυναμίας να αποφύγει κανείς τα ναρκωτικά. Πόσο μάλλον να γλιτώσει από αυτά αν μπλέξει.

Εν ολίγοις, το ευρύτερο κλίμα δεν είναι καθόλου καλό για όσους προσπαθούν να απεξαρτηθούν. Δε θα αναφερθώ στις πρακτικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, στις ελλείψεις των σχετικών κέντρων, στα ιατρικά και ψυχολογικά εμπόδια κοκ. Υπάρχουν αρμοδιότεροι να το κάνουν. Πέρα όμως από όλα τα ανωτέρω, από την ανάγκη δηλαδή για υλική στήριξη, υπάρχει το σημαντικότατο σκέλος της συναισθηματικής στήριξης. Οι χρήστες που αποφασίζουν να πολεμήσουν την ουσία που τους καταστρέφει τη ζωή βάζουν τον εαυτό τους σε έναν κανονικό άθλο. Απαιτείται απίστευτη δύναμη ψυχής και μεγάλη συναισθηματική και σωματική αντοχή επί μακρό χρονικό διάστημα για να επιτύχουν. Και δεν αρκεί η στήριξη από το στενό κοινωνικό τους περίγυρο για αυτό.

Για να επανέλθω λοιπόν στον τρόπο που ξεκίνησα το κείμενο, η απόφαση του Κυριάκου Μητσοτάκη να επισκεφθεί τους συγκεκριμένους ανθρώπους τη συγκεκριμένη ημέρα ήταν για εμένα μια μη αναμενόμενη έκπληξη. Σίγουρα δεν ήταν η προσφορότερη πολιτικά, για τη δημοφιλία του. Μια επίσκεψη την ίδια ημέρα στους πυρόπληκτους στο Μάτι ή στα παιδικά χωριά SOS θα του απέφερε πολύ μεγαλύτερα πολιτικά κέρδη. Επέλεξε όμως να ρίξει τα φώτα της δημοσιότητας στην αθέατη αυτή πλευρά του πολέμου των ναρκωτικών, και στους ανθρώπους που του δίνουν.

Δε με απασχολεί αν το έκανε για να βγάλει προς τα έξω ένα κοινωνικό ή ευαίσθητο προφίλ τις μέρες των εορτών. Ανεξάρτητα από τη διάσταση αυτή, η επίσκεψή του ήταν από τις σπάνιες κινήσεις πολιτικών τέτοιες μέρες που πέρασε κι ένα ουσιαστικό μήνυμα. Σε διπλή κατεύθυνση. Απ’ τη μια προς όσους δίνουν τη μάχη της απεξάρτησης, ότι η Πολιτεία δεν τους ξεχνά και είναι δίπλα τους. Ελπίζουμε και εμπράκτως, εκτός από συναισθηματικά. Από την άλλη, προς την κοινωνία. Μια υπενθύμιση ότι υπάρχει κι αυτή η μάχη που κάποιοι δίνουν, και χρειάζονται τη στήριξή μας. Όχι μόνο για να απεξαρτηθούν, αλλά και για την κοινωνική τους επανένταξη.

Κλείνοντας, είναι αδιανόητο σε μια περίοδο που η Πολιτεία «μοιράζει» δεύτερες ευκαιρίες σε εγκληματίες και κατάδικους να ξεχνά και να ξεγράφει τα μέλη της που έπεσαν θύματα των ναρκωτικών. Και είναι επίσης αδιανόητο να συζητάμε τη νομιμοποίηση κάποιων ναρκωτικών, έστω «ελαφρών», δηλαδή τη δημιουργία περισσοτέρων χρηστών, και να εγκαταλείπουμε όσους υπήρξαν ήδη άτυχοι. Μια κοινωνία δε μπορεί να εγκαταλείπει έτσι τα παιδιά της, και ευελπιστώ η χριστουγεννιάτικη κίνηση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης να μην αποδειχθεί μεμονωμένη ενέργεια.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.