Μεταρρυθμίσεις ή Στασιμότητα;

Γράφει 0 Δημήτρης Π. Κοσμόπουλος, Φοιτητής Οικονομικών Επιστημών

Πολύ συχνά, όταν ακούμε γύρω μας συζητήσεις σχετικά με τη δεινή οικονομική θέση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα μας τα τελευταία χρόνια, ίσως μία από τις πρώτες λέξεις που μας έρχεται στο μυαλό είναι «μεταρρυθμίσεις». Κι όμως, πρόκειται για μια λέξη, η οποία εύκολα ακούγεται από τον καθένα μας, αλλά πολύ δύσκολα γίνεται πράξη. Εδώ λοιπόν είναι το σημείο που κάνει την εμφάνισή του ένα τεράστιο «ΓΙΑΤΙ;».

Η αλήθεια είναι πως ένας συνδυασμός αρκετών παραγόντων καθιστούσε ανέκαθεν ιδιαίτερα δύσκολη –και πολλές φορές επίπονη- την εφαρμογή ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων στη χώρα μας. Κοινό μυστικό αποτελεί άλλωστε το γεγονός ότι σχεδόν όλες οι κυβερνήσεις μεταπολιτευτικά δεν κατάφεραν να προχωρήσουν στην ουσιαστική υλοποίηση αρκετών εξ αυτών, πολλές από τις οποίες μάλιστα ήταν κατά καιρούς εξαιρετικά αναγκαίες, λαμβάνοντας υπόψη τους σε τεράστιο βαθμό το πολιτικό κόστος που θα χρεώνονταν και θέτοντας έτσι σε δεύτερη μοίρα το μακροπρόθεσμο καλό της χώρας. Βέβαια, σημαντικότατο ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση διαδραμάτισε σταδιακά και η νοοτροπία του σύγχρονου νεοέλληνα, ο οποίος είχε συνηθίσει όλα τα προηγούμενα χρόνια στη λογική της μετάθεσης ευθυνών και της μη ανάληψης καίριων πρωτοβουλιών για ουσιαστικές αλλαγές.

Κάπως έτσι λοιπόν, με το πέρασμα των χρόνων συγκεκριμένες αντιλήψεις και παθογένειες εδραιώνονταν όλο και περισσότερο στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα οποιαδήποτε σοβαρή προσπάθεια κατά καιρούς για κάποια ουσιαστική μεταρρύθμιση στη λειτουργία του κράτους να πέφτει στο κενό. Προφανώς, αυτό είχε ως φυσικό επακόλουθο και τη μη επίτευξη της πολυπόθητης ανάπτυξης της χώρας μας κατά τα δύσκολα χρόνια του Μνημονίου. Όσες προσπάθειες κι αν έγιναν αυτή την περίοδο για πραγματική πρόοδο καταπνίγηκαν είτε εξαιτίας της λογικής να δοθεί προτεραιότητα στην επιβολή υπέρμετρης φορολογίας, προκειμένου να αυξηθούν τα κρατικά έσοδα, είτε εξαιτίας της λογικής να παραμείνουν αμετάβλητες ορισμένες «ιερές αγελάδες» (π.χ. Δημόσιο, εκπαιδευτικό σύστημα, διαχείριση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας), στις οποίες εδώ και αρκετά χρόνια απαιτούνται σημαντικές βελτιωτικές τομές.

Πιο συγκεκριμένα, η απλοποίηση αρκετών εκ των διαδικασιών, που καλείται να ακολουθήσει πιστά ο εκάστοτε ιδιώτης, προκειμένου να ξεκινήσει τη δική του επιχειρηματική δραστηριότητα στη χώρα μας είναι εκ των ων ουκ άνευ. Βέβαια για να συμβεί κάτι τέτοιο θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στην καταπολέμηση της υπέρμετρης εγχώριας γραφειοκρατίας, που αποτελεί σε πολύ μεγάλο βαθμό τροχοπέδη στην ανάληψη οποιασδήποτε σοβαρής ιδιωτικής πρωτοβουλίας στην Ελλάδα και έχει οδηγήσει αρκετές επενδυτικές προτάσεις, που πέφτουν κατά καιρούς στο τραπέζι, να εξαφανίζονται άμεσα και μαζί με αυτές πολλές φορές και χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας. Συνεπώς, θα μπορούσαμε εύκολα να ισχυριστούμε πως η παρούσα κατάσταση αποτελεί νερό στο μύλο της ανατροφοδότησης ενός φαύλου κύκλου ύφεσης της ελληνικής οικονομίας, η οποία συνοδεύεται από αρκετά υψηλά ποσοστά ανεργίας, κυρίως στις νεότερες ηλικιακές ομάδες.

Πλην όμως αυτού, η καθιέρωση ενός σταθερού φορολογικού συστήματος είναι κάτι ιδιαίτερα σημαντικό και επιζητείται έντονα τόσο από όσους έχουν εκφράσει την επιθυμία τους να επενδύσουν στη χώρα μας όσο και από εγχώριους παράγοντες. Άλλωστε τι πιο λογικό για έναν ιδιώτη από το να επιδιώκει να βρίσκεται εξαρχής σε θέση να καταστρώσει τα όποια επιχειρηματικά του πλάνα και να χαράξει τη στρατηγική του χωρίς να είναι μονίμως με το ένα του μάτι στραμμένος σε ενδεχόμενες φορολογικές επιπτώσεις από μια πιθανή μεταβολή στους κύριους φορολογικούς συντελεστές που αφορούν τις επιχειρήσεις. Σαφέστατα, η συνεχής αστάθεια στο φορολογικό καθεστώς στην Ελλάδα σε σχέση με τις επιχειρήσεις αποτελεί αναμφίβολα πολύ ισχυρό αντικίνητρο για τον οποιονδήποτε, ως προς το να εισέλθει στο στίβο της ελληνικής επιχειρηματικότητας και να επενδύσει, και γι’αυτό το λόγο χρήζει άμεσης και ουσιαστικής βελτίωσης.

Εκτός όμως όσων προαναφέρθηκαν, η ανάγκη για αξιοποίηση μεγάλου μέρους της δημόσιας ακίνητης περιουσίας καθίσταται ίσως πιο επιτακτική από ποτέ. Πέρα από το γεγονός ότι θα εισέλθουν αρκετά χρήματα στα κρατικά ταμεία, η αξιοποίηση αρκετών ανεκμετάλλευτων περιουσιακών στοιχείων, που υπάγονται στο ελληνικό Δημόσιο, με τη μορφή αποκρατικοποιήσεων θα λειτουργήσει ευεργετικά για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας εφόσον αρκετοί υποψήφιοι επενδυτές εκδηλώσουν ενδιαφέρον για την εκκίνηση επιχειρηματικής δραστηριότητας. Έτσι θα δημιουργηθούν σταδιακά και νέες θέσεις εργασίας, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, σε συνδυασμό με δραστική ενίσχυση της ρευστότητας στην εγχώρια οικονομία. Αρκεί πάντα να υπάρχει η απαιτούμενη βούληση εκ μέρους της κυβέρνησης, η οποία θα πρέπει κάποια στιγμή να σταματήσει να αποτελεί έρμαιο συντεχνιακών και λοιπών κομματικών συμφερόντων.

Παρ’όλα αυτά, ίσως το μεγαλύτερο «αγκάθι» για την εκάστοτε κυβέρνηση της χώρας είναι η πραγματική μεταρρύθμιση του ίδιου του ελληνικού Δημοσίου. Όσες κυβερνήσεις μεταπολιτευτικά προσπάθησαν να εφαρμόσουν κάποια ουσιαστική αλλαγή σε αυτό το πεδίο βρήκαν απέναντί τους σχεδόν σύσσωμη την εκάστοτε αντιπολίτευση, τους συνδικαλιστικούς φορείς και τις περισσότερες φορές και τον ίδιο τον ελληνικό λαό, ο οποίος εξέφραζε με διάφορους τρόπους την αγανάκτησή του.

Σε κάθε περίπτωση πάντως σημαντικές τομές, όπως είναι η θέσπιση αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων με απολύτως διαφανή και αντικειμενικά κριτήρια, η άρση της μονιμότητας στο Δημόσιο (για περιπτώσεις επίορκων υπαλλήλων κυρίως) και η σταδιακή εξίσωση των εργασιακών δικαιωμάτων μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα κρίνονται απολύτως αναγκαίες και επιζητούνται από κάθε εργαζόμενο, ο οποίος αναζητά μια ουσιαστική αναγνώριση του έργου του, αλλά και από τον Έλληνα φορολογούμενο πολίτη, ο οποίος πληρώνει για την εύρυθμη λειτουργία του κράτους.

Και στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα όμως σήμερα κυριαρχούν ορισμένες σοβαρές παθογένειες, οι οποίες εμποδίζουν την παροχή σφαιρικής γνώσης σε μαθητές/φοιτητές καθώς και τη δίκαιη αντιμετώπιση του εκάστοτε εκπαιδευτικού. Δυστυχώς, ο σημερινός εκπαιδευτικός τείνει να αξιολογείται πολύ περισσότερο με βάση την προϋπηρεσία του και τα πτυχία παρά με βάση την πραγματική του αξία και του έργου που παράγει προς όφελος των διδασκόμενων. Αυτό πολλές φορές οδηγεί σε αδικίες εις βάρος των άξιων εκπαιδευτικών, οι οποίοι άθελά τους εξισώνονται με πολλούς μη ικανούς εκπαιδευτικούς. Και οι ίδιοι οι μαθητές ωστόσο ζημιώνονται από την υπάρχουσα κατάσταση, καθώς το σημερινό βαθμοθηρικό και «παπαγαλίστικο» εκπαιδευτικό σύστημα τούς εμποδίζει να καλλιεργήσουν όσο θα έπρεπε την κριτική τους σκέψη και να διευρύνουν τους ορίζοντές τους.

Όσον αφορά τώρα τα ελληνικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, θα πρέπει επιτέλους να πάψουν να αποτελούν χώρους διάπραξης εγκληματικών ενεργειών καθώς και κέντρα αναζήτησης υποψηφίων ατόμων προς στελέχωση κομματικών παρατάξεων με απώτερο σκοπό το ίδιο συμφέρον και αντί αυτών να περιοριστούν στην πραγματική τους στόχευση που δεν θα πρέπει να είναι άλλη από το να αποτελούν χώρους ανάδειξης ικανών ανθρώπων και επιστημόνων με ευρύτητα σκέψης και επιστημονική κατάρτιση πάνω στο αντικείμενο που σπουδάζουν και όχι μόνο. Ενέργειες, όπως η πλήρης κατάργηση του ασύλου ανομίας αλλά και η άρση της στήριξης των πολιτικών κομμάτων προς τις κομματικές φοιτητικές παρατάξεις θα δώσουν ένα αποφασιστικό χτύπημα στις εικόνες παρακμής που αντικρίζουμε και –πολλοί από εμάς- βιώνουμε σχεδόν σε καθημερινή βάση. Άλλωστε, είναι πια πασιφανές ότι δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα σε αυτή τη ζωή. Δε γίνεται, για παράδειγμα, να επιθυμούμε να βλέπουμε τα ελληνικά Πανεπιστήμια σε υψηλές θέσεις στη διεθνή κατάταξη και ταυτόχρονα να επιτρέπουμε σε όσους εμποδίζουν μια τέτοια εξέλιξη να τα καταστρέφουν.

Δυστυχώς, σήμερα αντί να βλέπουμε γύρω μας τα πράγματα να βελτιώνονται βιώνουμε μια ισοπέδωση των πάντων. Περισσότερος κόσμος διορίζεται στο Δημόσιο με παντελώς αδιαφανή κριτήρια, ο Έλληνας φορολογούμενος πολίτης έχει πραγματικά «γονατίσει» από τη φορολογική λαίλαπα, το επίπεδο της παρεχόμενης μόρφωσης στους νέους έχει υποστεί μιαν ελεύθερη πτώση και όλοι μας καθημερινά αγωνιούμε αν θα κλείσει η περιβόητη δεύτερη αξιολόγηση *το μη κλείσιμο της οποίας «στραγγαλίζει» μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο την ιδιωτική οικονομία. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα αργήσουμε να ξυπνήσουμε από αυτό τον εφιάλτη και να αντικρύσουμε το φως της ημέρας.

Για να συμβεί όμως αυτό, θα πρέπει να αναθεωρήσουμε αρκετά πράγματα ως προς τη νοοτροπία μας. Είναι προφανές ότι το υπάρχον μοντέλο έχει καταρρεύσει πια και μόνο ριζικές αλλαγές μπορούν να μας επαναφέρουν στην κανονικότητα και την ευημερία. Σε αυτή την κατεύθυνση όμως σημαντικότατο ρόλο καλείται να διαδραματίσει και η εκάστοτε κυβέρνηση προβαίνοντας σε όσες ρήξεις χρειάζονται και μη λογαριάζοντας μονίμως το πιθανό πολιτικό κόστος. Πάντως, κι εμείς από τη μεριά μας καλούμαστε να έρθουμε σε κάποιου είδους ρήξη με τον ίδιο μας τον εαυτό και να δώσουμε μια οριστική απάντηση σε όλα τα διλήμματα που μας βασανίζουν, προκειμένου να φτάσουμε κάποια στιγμή στο σημείο να ατενίζουμε το μέλλον με περισσότερη αισιοδοξία. Και σίγουρα μία είναι η απάντηση που θα πρέπει κάθε ευσυνείδητος και ορθολογικά σκεπτόμενος πολίτης να δώσει στο τεράστιο δίλημμα: Μεταρρυθμίσεις ή Στασιμότητα;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *