Μείωση αμοιβών στο Δημόσιο, στήριξη ιδιωτικού τομέα

Γράφει ο Ελεύθερος Επαγγελματίας

Το δίμηνο Μαΐου-Ιουνίου, όταν προγραμματιζόταν ξανά το άνοιγμα της οικονομίας, υπήρχε η ελπίδα ότι το 2020 η κατάσταση θα μπορούσε να μαζευτεί αν αναπληρώνονταν μερικώς οι απώλειες από τον τουρισμό και συνεχιζόταν για την υπόλοιπη χρονιά ομαλά η κίνηση στην οικονομία. Οι ελπίδες αυτές διαψεύστηκαν. Κατά τη γνώμη μου χωρίς να υφίσταται ευθύνη της κυβέρνησης, καθότι ο βασικός παράγοντας που συνετέλεσε σε αυτό ήταν το καθυστερημένο άνοιγμα των τουριστικών αγορών του εξωτερικού και η διάψευση των υποθέσεων των λοιμωξιολόγων ότι η διάδοση του ιού θα υποχωρούσε. Παραμένει όμως το δεδομένο ότι η οικονομία δεν αναπλήρωσε τις απώλειες της άνοιξης. 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο μεγάλος χαμένος από το πρώτο lock down ήταν ο ιδιωτικός τομέας, και δη οι επιχειρηματίες και οι ελεύθεροι επαγγελματίες. Οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο δεν υπέστησαν κάποια οικονομική απώλεια, καθότι πληρώνονταν κανονικά καθ’ όλο το διάστημα του κλεισίματος, θα μπορούσε δε να πει κανείς ότι πολλοί εξ’ αυτών έλαβαν τις ίδιες αμοιβές δουλεύοντας αισθητά λιγότερο, δεδομένου ότι δεν εξυπηρετούσαν κοινό, υπήρχε εκ περιτροπής εργασία, η τηλεργασία από το σπίτι δεν ήταν παντού εφικτή κοκ. Οι δε απλοί εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα υπέστησαν σίγουρα οικονομικές απώλειες, καθώς έμειναν με 534 ευρώ το μήνα που αν τα έλαβαν και αυτά, όμως οι υποχρεώσεις τους σε μεγάλο βαθμό περιορίστηκαν από τα λοιπά μέτρα της κυβέρνησης (μείωση ενοικίου, αναστολή καταβολής δανείων κοκ). 

Σε αντίθεση όμως με τους υπολοίπους, σε ό, τι αφορά ελεύθερους επαγγελματίες και επιχειρηματίες το κλείσιμο της οικονομίας και ο μηδενικός τζίρος δε συνεπήγετο πλήρη απαλλαγή από τις υποχρεώσεις τους. Οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης δεν καταβλήθηκαν από το κράτος, όπως των απλών εργαζομένων, απλά μετατέθηκαν για το μέλλον, το ενοίκιο επαγγελματικής στέγης, έστω και μειωμένο, συνέχισε να καταβάλλεται κοκ. Πολλοί δεν έλαβαν καμία οικονομική ενίσχυση, ούτε το επίδομα των 534 ευρώ. Και φυσικά, μετά το άνοιγμα της οικονομίας κλήθηκαν να ανοίξουν ξανά τις επιχειρήσεις τους και να απασχολήσουν εργαζομένους. Για να κληθούν τώρα, σχεδόν 6 μήνες μετά, να ξανακλείσουν. 

Ο βασικότερος παράγοντας ανησυχίας με το νέο lock down είναι ότι σε αντίθεση με το πρώτο δε φαίνεται να υπάρχει κάποιος χρονικός ορίζοντας λήξης. Την άνοιξη υπήρχε η ελπίδα ότι ο καλοκαιρινός καιρός θα έβαζε φρένο στη μετάδοση του ιού. Υπήρχε επίσης η προσδοκία ότι μέχρι το τέλος της χρονιάς θα είχαμε εμβόλιο. Τώρα δεν υπάρχει κάτι αντίστοιχο. Το κλείσιμο της οικονομίας ουσιαστικά θα είναι επ’ αόριστον. Ακόμα κι αν αδειάσουν οι ΜΕΘ και σταματήσει μες στο Δεκέμβριο, όπως λέγεται από την κυβέρνηση, θα είναι προσωρινό, και απλά θα επανέλθουμε στην ίδια κατάσταση όταν το ΕΣΥ φτάσει ξανά στα όριά του. 

Οι αντοχές όμως των δημοσίων οικονομικών δεν είναι απεριόριστες. Το κράτος το 2020 κλήθηκε να καταβάλει αυξημένες δαπάνες για τη δημόσια υγεία, επίδομα ειδικού σκοπού σε εργαζομένους που βγήκαν σε αναστολή, επιπλέον επίδομα σε ανέργους κοκ, εισπράττοντας παράλληλα λιγότερα έως τίποτα από το ΦΠΑ, το φόρο εισοδήματος, τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης κοκ. Επιπλέον, μετά το άνοιγμα επένδυσε πολλά κεφάλαια στην πραγματική οικονομία, ευελπιστώντας στην άνοδο της κίνησης, ενώ συνέχισε να στηρίζει τις επιχειρήσεις που ανέμεναν πτώση του τζίρου τους. 

Οι αρμόδιοι κυβερνητικοί παράγοντες είναι καθησυχαστικοί ότι τα δημόσια οικονομικά αντέχουν ένα δεύτερο lock down. Πως μπορείς όμως να είσαι καθησυχαστικός για κάτι που δεν ξέρεις πόσο θα διαρκέσει; Για πόσο διάστημα θα χρειαστείς πόρους; Έναν μήνα, τρεις μήνες, έξι μήνες; Χωρίς να συνυπολογίσουμε ότι κατά το διάστημα αυτό το κράτος ουδόλως γνωρίζει τι θα εισπράξει. 

Και σε κάθε περίπτωση, εκτός από τα δημόσια οικονομικά υπάρχει και η πραγματική οικονομία. Οδεύουμε πλέον ολοταχώς στο εφιαλτικό σενάριο να χαθεί για τη φετινή χρονιά και η αγορά των Χριστουγέννων, μετά από την απώλεια της πασχαλινής περιόδου και την περιορισμένη τουριστική σαιζόν. Αν επαληθευτούν οι χειρότερες προβλέψεις, η ύφεση του 2020 θα είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από του 2011, του χειρότερου δηλαδή μνημονιακού έτους. 

Με το δεύτερο lock down να είναι γεγονός, είναι δεδομένο ότι ο ιδιωτικός τομέας θα υποστεί ακόμα μεγαλύτερο πλήγμα αν η στήριξή του παραμείνει στο ίδιο επίπεδο με του πρώτου lock down. Δεκάδες χιλιάδες επιχειρήσεις εστίασης θα παραμείνουν κλειστές, άγνωστο για πόσο, με τα χρέη τους όμως να συνεχίσουν κανονικά να συσσωρεύονται, ακόμα και σε περίοδο μη λειτουργίας. Η στήριξη του ιδιωτικού τομέα επιβάλλεται να είναι μεγαλύτερη απ’ ό, τι την άνοιξη, αν θέλουμε να αποφευχθεί ένα ακόμα κύμα ανεργίας, πολύ μεγαλύτερο των μνημονιακών ετών. 

Στο πρώτο lock down η κυβέρνηση, για διάφορους λόγους, επέλεξε να αφήσει το Δημόσιο έξω από το κάδρο των μέτρων. Οι αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων και των λοιπών αμοιβομένων από τον κρατικό κορβανά ουδόλως επηρεάστηκαν από την καραντίνα, έμειναν ακριβώς στα ίδια επίπεδα. Στο δεύτερο lock down όμως δε θα είναι εφικτό κάτι αντίστοιχο. Είναι μαθηματικά και λογικά βέβαιο. Το κράτος δε δύναται να συνεχίσει να καταβάλει τα ίδια όταν οι υγειονομικές ανάγκες επιβάλλουν να εισπράττει λιγότερα και να ξοδεύει περισσότερα. Ούτε γίνεται να συνεχιστεί εσαεί η έκδοση ομολόγων, που όσο κι αν πανηγυρίζουμε για το χαμηλό επιτόκιο, δεν παύουν να αποτελούν νέο χρέος για τις επόμενες γενιές. 

Είναι επιβεβλημένη απόφαση, για πρώτη φορά στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, οι εργαζόμενοι του δημοσίου τομέα να στηρίξουν αυτούς του ιδιωτικού, κι όχι το αντίστροφο. Οι αμοιβές στο Δημόσιο πρέπει να περικοπούν για όσο διάστημα διαρκεί η πανδημία, και οι πόροι που θα απελευθερωθούν να κατευθυνθούν σε παροχές στήριξης των επιχειρήσεων στον ιδιωτικό τομέα. 

Δε ξέρω αν αυτό θα είναι η καταβολή του ενοικίου της επαγγελματικής έδρας ή του καταστήματος, ή αν θα είναι η κάλυψη των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, ή αν θα είναι η ανάληψη ενός μέρους των χρεών των επιχειρήσεων προς προμηθευτές, ή αν θα είναι οτιδήποτε άλλο. Αυτό υπάρχουν αρμοδιότεροι εμού να το αποφασίσουν. 

Αυτό που ξέρω σίγουρα είναι ότι δεν είναι δυνατό το Δημόσιο να μείνει άλλη μια φορά στο απυρόβλητο. Όχι μόνο για λόγους οικονομικούς, αλλά και για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης. Δε μπορεί να αφεθεί για άλλη μια φορά ένα μέρος της κοινωνίας να καταστραφεί οικονομικά, να συσσωρεύει χρέη δίχως να δύναται να εργαστεί για να τα καλύψει, και μια άλλη προνομιούχος μερίδα να εισπράττει τα ίδια παράγοντας λιγότερα. Ούτε είναι δυνατό να συνεχίσει να δανείζεται το κράτος για να καταβάλει τις ίδιες αμοιβές που κατέβαλε προ κρίσης, με περισσότερα έσοδα και λιγότερες έκτακτες δαπάνες. 

Οι περικοπές στο δημόσιο είναι μονόδρομος. Αν συνεχιστεί η ίδια οικονομική πολιτική του δανεισμού για την καταβολή κορωνο-επιδομάτων και οι δημόσιοι υπάλληλοι συνεχίσουν να πληρώνονται το ίδιο, η οικονομική κρίση που θα ακολουθήσει θα είναι μια εξαιρετικά σκοτεινή περίοδος της ιστορίας μας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.